Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

AΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΕΤΙΕΝ ΜΠΑΛΙΜΠΑΡ (1)



 «Κρίση του Μαρξισμού», Επικαιρότητα του μαρξισμού 

του Έτιέν Μπαλιμπάρ
μετάφραση Χρήστος Θεοχαρας
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΥΛΗΣ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΗΧΟΣ
Ο Ετιέν Μπαλιμπάρ είναι επίτιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ. Διδάσκει επίσης "Κριτική Θεωρία" στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας.
* Το κείμενο αυτό – ΘΕΣΕΙΣ - δημοσιεύθηκε στο τεύχος 89 του περιοδικού Raison présente και περιλαμβάνει τις «θέσεις» που υποστήριξε ο Ετιέν Μπαλιμπάρ το Δεκέμβριο του 1987 στο Πανεπιστήμιο Nijmegen (Ολλανδία) για την απόκτηση διδακτορικού διπλώματος. Στο κείμενο συνοψίζονται με τη μορφή φιλοσοφικών θέσεων τα πορίσματα του συγγραφέα σε τρία πεδία έρευνας (κλασική φιλοσοφία, επιστημολογία και μαρξισμός).
Όταν, το 1960, ο Σάρτρ δημοσίευε την Κριτική του διαλεκτικού Λόγου (που έμελλε να παραμείνει ημιτελής) μπόρεσε να ισχυριστεί σαν κάτι το προφανές ότι: «ο μαρξισμός αποτελεί την αξεπέραστη φιλοσοφία της εποχής μας». Τουλάχιστον στην Γαλλία, όσοι αμφισβητούσαν την άποψη αυτή, φαίνονταν τότε σαν να αντενεργών, σαν «αντιδραστικοί» στην κυριολεξία. Τα επιχειρήματα τους φαίνονταν καθαρά αμυντικά. Το σημαντικό πρόβλημα για μια ολόκληρη γενιά που είχε γνωρίσει ταυτόχρονα την πολιτική και τη φιλοσοφία βρισκόταν μόνο στο πως να νοείται ο μαρξισμός. Για την ακρίβεια το πρόβλημα ήταν αυτό της επιλογής ενός μαρξισμού ανάμεσα στις διαφορετικές παραδόσεις που επικαλούνταν το συγγραφέα του Κεφαλαίου.
Μερικά χρόνια αργότερα, το έργο του Αλτουσέρ πρότεινε την «επιστροφή» στον Μαρξ (δηλαδή στην αυθεντικότητα των επιστημονικών και φιλοσοφικών εννοιών που επικάλυψαν οι διαδοχικές ακαδημαϊκές ερμηνείες) και ταυτόχρονα υπογράμμιζε την ανάγκη παραγωγής νέων μαρξιστικών εννοιών, σύγχρονων με τις πολιτικές, κοινωνικές και επιστημονικές επαναστάσεις του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα: Φαινόταν έτσι ότι δημιουργούνταν οι προϋποθέσεις γι’ αυτό που ένας κριτικός, παλιός μαθητής του Σάρτρ ονόμαζε τότε «νέο ξεκίνημα του διαλεκτικού υλισμού».1
Φαινομενικά η κατάσταση έχει σήμερα αντιστραφεί τουλάχιστον σε μια χώρα σαν την Γαλλία. Αυτό που φαίνεται να επιβάλλεται σαν προφανές είναι μάλλον η «κρίση του μαρξισμού». Ο ίδιος ο Αλτουσέρ σ' ένα από τα τελευταία κείμενα του2 οικειοποιείται τη διαπίστωση αυτή. Είναι βέβαια αλήθεια ότι ο Αλτουσέρ βεβαίωνε από τη μια μεριά ότι η κρίση αυτή δεν είναι καινούρια (αλλά ήταν ανοικτή με λανθάνοντα τρόπο εδώ και περισσότερα από 50 χρόνια). Από την άλλη μεριά θεωρούσε ότι αποτελεί, πραγματικά, την ιστορική ευκαιρία που παρουσιάζεται στο μαρξισμό, να ξεφύγει από εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια που αντιτίθενται στην ανάπτυξη του, με δυο λόγια να ζήσει σήμερα σαν επαναστατιακή θεωρία. Το πιο πιθανό όμως είναι πως για τους περισσότερους νέους που ασχολούνται στην εποχή μας με τη φιλοσοφία και για τους περισσότερους νέους αγωνιστές που αναζητούν νέους δρόμους για «να αλλάξουμε τη ζωή» η για να «μεταβάλουμε τον κόσμο», οι διαβεβαιώσεις αυτές ηχούν σαν εύθραυστα παραδοξολογήματα. "Ολα φαίνονται να δείχνουν πως το βάρος της «απόδειξης» μετατοπίστηκε ξαφνικά από το υπέρ στο κατά: Αυτός που βρίσκεται σε αμυντική θέση είναι πλέον ο μαρξισμός.
Αναμφίβολα πρέπει να σταθούμε ψύχραιμοι και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε το, από διάφορες απόψεις, σχετικό περιεχόμενο που περιέχουν τέτοιες «προφανείς» λογικές διαπιστώσεις. Όπως, ακριβώς η θριαμβολογία του Σάρτρ απέκρυπτε, ενδεχόμενα, τη δύναμη μιας «αστικής» ιδεολογίας, ευρύτατα μέχρι τότε ηγεμονικής, έτσι και η διακήρυξη του προφανούς της «κρίσης του μαρξισμού» δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή χωρίς έλεγχο. Η διακήρυξη αυτή αντανακλά πιθανότατα, τουλάχιστον στην πιο τρέχουσα διατύπωση της, μια πραγματικότητα συγκυριακού χαρακτήρα, κάποτε πνευματικού «συρμού», συχνά μια απογοήτευση η ανυπομονησία μπροστά στις δυσκολίες και τις απρόβλεπτες αντιφάσεις που αναδεικνύει ο μετασχηματισμός του καπιταλισμού - παρουσιάζει μάλιστα ένα χαρακτήρα προπαγάνδας και αμηχανίας. Εξ άλλου, είναι εύκολο να δειχθεί το υλικό συμφέρον των ανθρώπων εκείνων τους οποίους πρώτιστα άφορα και το χώρο από όπου προέρχεται η «προφανής» αυτή διαπίστωση. Πραγματικά το συμφέρον τους είναι τέτοιο που η «προφανής» τους διαπίστωση δεν μπορεί να θεωρηθεί αθώα. Για να μιλήσουμε κάπως σκληρά, ο χώρος αυτός είναι ακριβώς το πεδίο επιρροής των ιδεολογικών μηχανισμών μιας «αστικής» και «ανεπτυγμένης» (δηλαδή ιμπεριαλιστικής) κοινωνίας, στην οποία το εργατικό κίνημα διέρχεται μια φάση αναδίπλωσης.
Τέλος, αν πράγματι οι θεμελιώδεις έννοιες του μαρξισμού έχασαν τόσο το καλύτερο γι’ αυτές! την όψη της αδιαμφισβήτητης επιστημονικότητας και ακόμα περισσότερο την αξία (με την Οποία ήταν για πολλούς προικισμένες), του «εγγυητή» η της «προεξόφλησης» της ιστορικής προόδου, απομένει να δειχθεί ότι η ανασκευή την Οποία αντιτείνονταν περιέχει στην πραγματικότητα κάτι διαφορετικό από μια επανάληψη, μια επανεργοποίηση η μια παραλλαγή προηγούμενων ιδεολογιών. Μιλώντας για προηγούμενες ιδεολογίες έχω εδώ ιδιαίτερα υπ' όψη μου τα θέματα του οικονομικού φιλελευθερισμού και της φιλελεύθερης πολιτικής φιλοσοφίας.
Η «προφανής» διαπίστωση της κρίσης του μαρξισμού απέχει σημαντικά από το πραγματικό του ξεπέρασμα. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο η διαπίστωση αυτή παρουσιάζεται τόσο εύκολα με τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ενός καθαρού και απλού μηδενισμού τον Οποίο, από τη μεριά μου θα διακρίνω σαφώς από την αρνητικότητα, που αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο κάθε πραγματικά κριτικής και απομυθοποιητικής σκέψης.
Η επίκληση της συνάντησης των διαγνώσεων που διατύπωσαν δυο «μαρξιστές» φιλόσοφοι τόσο διαφορετικοί και μάλιστα αντιμέτωποι ο ένας του άλλου, όπως ο Σάρτρ και ο Αλτουσέρ, δεν έγινε από μέρους μου χωρίς λόγο. Στη συνάντηση αυτή, αν την εξετάσουμε προσεκτικά, αποκρυσταλλωνόταν ένα κοινό ιστορικό αξίωμα: αυτό του καθοριστικού «αξεπέραστου» χαρακτήρα της προλεταριακής ταξικής πάλης. Άλλα και ένα αξίωμα φιλοσοφικό (η επιστημολογικό) που σήμερα αποδεικνύεται ιδιαίτερα αβέβαιο: αυτό μιας μαρξιστικής θεωρίας με τη μορφή που την είχε αποδώσει ο Μαρξ, επαρκούς ως προς τα βασικά σημεία για την εν λόγω ταξική πάλη.
Απ' αυτή την άποψη είναι σκόπιμο, να υπενθυμίσουμε τις εξηγήσεις με τις όποιες ο Σάρτρ συνόδευε τον ισχυρισμό του: 1) την ιδέα πως ο μαρξισμός αποτελεί σύμφωνα με το παράδειγμα των άλλων μεγάλων «φιλοσοφικών δημιουργιών» (όπως ο καρτεσιανισμός, η ο γερμανικός ιδεαλισμός του Κάντ και του Χέγκελ) και εξ ίσου μ' αυτές μια «κοσμοθεωρία» που εκφράζει μια ιστορική στιγμή με μικρότερη η μεγαλύτερη διάρκεια του κοινωνικού γίγνεσθαι· 2) την ιδέα πως η στιγμή αυτή δεν θα ξεπεραστεί έφ'οσον η πάλη μεταξύ προλεταριάτου και αστικής τάξης (το θεμέλιο της οποίας ο Σάρτ εντόπιζε σαν βασίλειο της υλικής ανεπάρκειας) δεν θα δώσει τη θέση της δια μέσου της κομμουνιστικής επανάστασης στο «βασίλειο της ελευθερίας»· 3) την ιδέα πως ο μαρξισμός κάτω από τη θεσμοποιημένη («πρακτικά αδρανή» σύμφωνα με την ορολογία του Σάρτρ) μορφή που του επέβαλαν τα κομμουνιστικά κόμματα «έχει σταματήσει»3· τέλος, 4) την ιδέα πως άλλες φιλοσοφίες (η φιλοσοφικές μέθοδοι όπως ο υπαρξισμός) που σε σχέση με τον μαρξισμό είναι μόνο ιδεολογίες χωρίς καθολική αξία,4 μπορούν να χρησιμεύσουν σαν διανοητικά εργαλεία για να επαναφέρουν στο μαρξισμό την κινητικότητα του και την ικανότητα προεξόφλησης της επαναστατικής πρακτικής.
Θα μπορούσαμε σχηματικά να πούμε πως στις πρώτες του εργασίες, ο Αλτουσέρ αν και δεν το δήλωνε κατηγορηματικά είχε αποδεχτεί ένα μέρος των θέσεων αυτών, φροντίζοντας ωστόσο να οριοθετηθεί από τον ορισμό της ταξικής πάλης διαμέσου της ανεπάρκειας των υλικών αγαθών, αντικαθιστώντας τον μ' ένα ορισμό της ταξικής πάλης μέσω της σύνθετης ιστορικής μορφής των σχέσεων παραγωγής και πολιτικής κυριαρχίας της αστικής τάξης, μένα ορισμό δηλαδή περισσότερο πιστό στο γράμμα του Κεφαλαίου. Ταυτόχρονα όμως είχε με δυο λόγια αντιτάξει στον Σάρτρ 1) την ιδέα πως ο μαρξισμός αποτελεί μια επαναστατική φιλοσοφία από τη θέση του μέσα στην ιδεολογική πάλη (και όχι μια «κοσμοθεωρία»): άρα ο μαρξισμός δεν «ξεπερνά» τις προηγούμενες φιλοσοφίες, αλλά αντιτίθεται σ' αυτές (ή σε ορισμένες απ' αυτές) παραμένονας σύγχρονος μ' αυτές. (Αργότερα ο Αλτουσέρ θα πει ότι ο μαρξισμός δεν είναι μια «νέα φιλοσοφία», αλλά μια «νέα πρακτική της φιλοσοφίας»: κάτι που φαίνεται να αποτελεί ένα περιορισμό, αλλά που στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο φιλόδοξο!).
Και 2) την ιδέα πως ο μαρξισμός και η ιδεολογία δεν είναι συμπληρωματικά αλλά αμοιβαία ασυμβίβασμα όπως ακριβώς η επιστημονική γνώση με την ιδεολογία υπό τον ορό ότι γίνεται αντιληπτό υπό ποία έννοια υπάρχει μια «επιστήμη της ιστορίας»: Μια επιστήμη με την αυστηρή σημασία του όρου, που σημαίνει πλήρως αντικειμενική σαν γνώση της πραγματικότητας, αλλά μη αναγώγιμη στο μοντέλο των φυσικών η μαθηματικών επιστημών, επειδή ακριβώς περιέχει σαν εσωτερική συνθήκη μια καθορισμένη ταξική «οπτική γωνία» και που επομένως δεν μπορεί ποτέ να αποκτήσει τα απατηλά εξωτερικά χαρακτηριστικά της καθολικότητας (παρά μόνο κατά τρόπο πλασματικό η μυθοποιητικό, κάτι που αποτελεί ακριβώς ένα από τα χαρακτηριστικά σημεία του δογματισμού της μαρξιστικής «ορθοδοξίας»).
Μεταγενέστερα, ο Αλτουσέρ προσανατολίστηκε όλο και περισσότερο προς την ιδέα πως η «ιδεολογική πάλη» η μάλλον η «ταξική πάλη στη θεωρία», διατρέχει τον ίδιο τον μαρξισμό από τη γέννεσή του και έξης χωρίς σ' αυτή τη διαδρομή να προβλέπεται κάποιο τέλος, θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι αντίθετα, η ιδέα αυτή (στηριγμένη στη μελέτη της ιστορίας του μαρξισμού και στη διαπίστωση ότι οι σημερινές χρήσεις και τα αποτελέσματα του είναι ταυτόχρονα επαναστατικά και αντεπαναστατικά) δεν τον οδήγησε ποτέ στο να εγκαταλείψει την ιδέα μιας επιστημονικής γνώσης της Ιστορίας της πάλης των τάξεων. Πολύ περισσότερο, τον οδήγησε από τη μια μεριά στο να μετασχηματίσει όλο και περισσότερο την έννοια του της «επιστήμης» (η την επιστημολογία της) εγκαταλείποντας κάθε θετικιστική αντίληψη ενός διαχωρισμού αρμοδιοτήτων μεταξύ επιστήμης και ιδεολογίας, σύμφωνα με το μανιχαϊστικό μοντέλο της Αλήθειας και του Λάθους η του Καλού και του Κακού,5 και από την άλλη μεριά να υποδείξει (συμφωνώντας σ' αυτό το σημείο με άλλους μαρξιστές θεωρητικούς) ένα θεμελιώδες κενό της μαρξιστικής θεωρίας: τη θεωρία του πολιτικού (δρα του κράτους, του κόμματος, των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους εν γένει).
"Ας επανέλθουμε τώρα στην κρίση του μαρξισμού. Για να μην μακρυγορώ θα προτείνω από τη μεριά μου μερικές προσωρινές θέσεις.
Θα πω κατ' αρχήν ότι ο μαρξισμός, σ' όλο το μήκος της Ιστορίας του, είναι ταυτόχρονα μια επιστημονική θεωρία και μια ιδεολογία. Αυτές οι δύο πλευρές μπορούν να ξεχωριστούν μόνο σε μια διαδικασία αφαίρεσης. "Όχι μόνο εξελίσσονται μαζί, αλλά η κάθε μια αποτελεί με ένα αντιφατικό τρόπο συνθήκη της άλλης. Αυτό ισχύει ήδη για τον μαρξισμό του Μαρξ, που αποτελεί απλά την «απαρχή» του μαρξισμού. Η απαρχή αυτή συνδυάζει ορισμένες ριζικά νέες έννοιες (πριν απ' όλα το κεντρικό ζευγάρι υπεραξία υπερεργασία) με ιδεολογικές παραστάσεις που κατάγονται είτε από τη φιλελεύθερη πολιτική οικονομία (όπως π.χ. η αντίθεση μεταξύ σχεδίου και αγοράς, ο ορισμός της «παραγωγικής εργασίας», κλπ.), είτε από τη φιλοσοφία της ιστορίας (η ιδέα του κομμουνισμού σαν περάσματος «από την προϊστορία στην ιστορία της ανθρωπότητας», από το «βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας»), είτε τέλος από τον ουτοπικό σοσιαλισμό (η ιδέα της αντικατάστασης της «διακυβέρνησης των ανθρώπων» από τη «διαχείριση των πραγμάτων»). Και συνεχίζει φυσικά να ισχύει για τον μαρξισμό μετά τον Μαρξ όχι μόνο για τους απλούς εκλαϊκευτές του Μαρξ όσο και για τους ανανεωτές του μαρξισμού. Πρέπει λοιπόν να αντιληφθούμε την αντίφαση αυτή με την αυστηρή διαλεκτική έννοια του όρου.
Είναι αντίφαση εσωτερική, αντιτάσσει πλευρές ασυμβίβαστες μεταξύ τους και παρ' όλ' αυτά αξεχώριστες εφ' όσον καθεμιά υπάρχει μόνο σε μια διαρκή σχέση μετασχηματισμού με την αντίθετη της.
Αυτό όμως ισοδυναμεί με το να αναγνωρίσουμε πως ο ίδιος ο μαρξισμός υπάρχει μόνο σαν μια πολύπλοκη ιστορία που δεν έχει τίποτα το κοινό ούτε με τη μονιμότητα ενός «συστήματος», ούτε ακόμα με την απλή «ανάπτυξη» των ανακαλύψεων του η των αρχικών του θέσεων, θα πω μάλιστα πως αυτή η ιστορία αρχίζει νωρίτερα από τα «ιδρυτικά» κείμενα του μαρξισμού, εφ' όσον τα συστατικά στοιχεία της σκέψης του Μαρξ δεν παράχθηκαν όλα απ' αυτόν ούτε είναι όλα σύγχρονα τα μεν των δε!
Στην ιστορία αυτή αλληλεπιδρούν άμεσα η θεωρία και η πρακτική, με αποτέλεσμα μια συνεχή μετατόπιση της χρήσης και του ίδιου του περιεχομένου των θεωρητικών εννοιών. Νέες δυνατότητες γνώσης αναδύονται αλλά και νέες αιτίες παραγνώρισης και τύφλωσης. Όταν η αντίφαση παίρνει τη μορφή της κρίσης διακυβεύεται η ίδια η συνέχεια του μαρξισμού. Κανένα πεπρωμένο δεν υπόσχεται στον μαρξισμό την αιωνιότητα και αντίστροφα κανένα πεπρωμένο δεν τον καταδικάζει σε εξαφανισμό. Κατά ένα μεγάλο μέρος η διέξοδος εξαρτάται από μια ανάλυση των αίτιων και των μορφών της ίδιας του της τύφλωσης, και βέβαια, από μια πολιτική πρακτική που αναγνωρίζει σ' όλη της την έκταση την ανάγκη μιας τέτοιας ανάλυσης.
Σαν επιστημονική θεωρία, ο μαρξισμός είναι εξ ορισμού μια γνώση ανολοκλήρωτη. Αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι (η γνώση αυτή) πρέπει να συμπληρωθεί η να διορθωθεί, αλλά κυρίως ότι πρέπει περιοδικά να διαμορφώνεται ολοκληρωτικά σε νέες βάσεις. Μας είναι ήδη γνωστό το παράδειγμα μιας τέτοιας αναμόρφωσης από τους ίδιους του «κλασικούς» με τη λενινιστική ανάλυση του ιμπεριαλισμού, που πραγματικά ανατρέπει τη μαρξιστική αντίληψη της πολιτικής και της Ιστορίας και που βρίσκεται σε άμεση αντίθεση με ορισμένες υποθέσεις του Μαρξ σχετικά με την εξέλιξη του καπιταλισμού.
Σε μια εποχή που, παρά την άνιση ανάπτυξη του, η ύπαρξη του οργανωμένου εργατικού κινήματος γίνεται πλέον μια συστατική όψη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και του κρατικού μηχανισμού, η επικαιρότητα της ταξικής πάλης και η ανάδυση στο φως της ημέρας κοινωνικών αντιθέσεων μη άμεσα αναγώγιμων στην εκμετάλλευση της εργασίας, παρ' όλον ότι συνδέονται στην πρακτική με αυτήν όπως για παράδειγμα οι αντιθέσεις της σχέσης μεταξύ φύλων και του οικογενειακού θεσμού αναδεικνύουν νέα «σύνορα» για τον μαρξισμό, ταυτόχρονα εσωτερικά και εξωτερικά. Οι έννοιες χάρη στις οποίες θα πραγματοποιηθούν οι νέες αναμορφώσεις του μαρξισμού μπορούν να ξεπροβάλλουν ακριβώς μέσα από μια θεωρητική εργασία πάνω σ' αυτά τα σύνορα.
Σε μια ακραία εκδοχή, ο μαρξισμός η μάλλον ο ιστορικός υλισμός θα καταστεί μη αναγνωρίσιμος σε σχέση με τη θεωρητική οργάνωση που μας κληροδότησαν οι ιδρυτές του. Άλλα η μοίρα αυτή, κατά βάθος είναι η μοίρα κάθε επιστημονικής γνώσης. Μόνο η επιστημολογία εκείνη που τη χαρακτηρίζει ο εμπειρισμός και ο ιδεαλισμός, που πριμοδοτεί τις «θεωρίες» σε βάρος των «εννοιών», δηλαδή το πάγιο στοιχείο της γνώσης σε βάρος του ενεργού της στοιχείου, μπορεί να αντιληφθεί τη διαλεκτική αυτή σαν Ένα παράδοξο η μια απόδειξη αδυναμίας.
Σαν ιδεολογία, ο μαρξισμός βρίσκεται στο κέντρο ενός πλέγματος από συσχετισμούς δυνάμεων και ενός συσχετισμού από ιστορικές σημασίες: θεωρητική ιδεολογία και ταυτόχρονα ιδεολογία μαζών (άρα σημείο όπου συναντιώνται και συγκρούονται «χειρώνακτες» και «διανοούμενοι»). Επαναστατική ιδεολογία και ταυτόχρονα κρατική ιδεολογία. Η ευχή που βρέθηκε συνδεδεμένη εδώ και ένα αιώνα με την ανάπτυξη της μορφής κόμμα στο εργατικό κίνημα. Άλλα ενώ η μορφή αυτή απέχει πολύ από το να εμφανίζεται σαν οριστική (όπως το ‘χαν πιστέψει οι κλασικοί θεωρητικοί της «δικτατορίας» η της «ηγεμονίας» του προλεταριάτου) πήρε μια μορφή όλο και περισσότερο αντιφατική. Μπορούμε λοιπόν να πούμε πως η σημερινή τύχη του μαρξισμού, παίζεται πριν απ' όλα, στην ικανότητα του να αναλύσει το ιδιαίτερο του καθεστώς ιδεολογικής παρουσίας στην ιστορία: Ανάλυση που θα ξεπερνάει τις ιδεαλιστικές (η ακόμα και θρησκευτικές) παραδοχές της συγκρότησης του εργατικού κινήματος, γύρω από την ιδέα του «επαναστατικού προλεταριάτου» σαν «καθολικής τάξης» και θα φθάνει μέχρι τα αμφιλεγόμενα αποτελέσματα της μορφής κόμμα και της εγκαθίδρυσης των σοσιαλιστικών κρατών. Προφανώς, ο χαρακτήρας των τελευταίων αυτών δεν μπορεί να προκύψει από την ύπαρξη του μαρξισμού, αλλά εξ ίσου προφανώς καθορίζεται εσωτερικά από τη μαρξιστική ιδεολογία.
Σε μια τέτοια προοπτική, το αποφασιστικό σημείο βρίσκεται στην ικανότητα του μαρξισμού να παραγάγει μια συνολική κριτική ανάλυση της μορφής των ταξικών αγώνων στις σοσιαλιστικές κοινωνίες (είτε αυτοί είναι λανθάνοντες όπως στην ΕΣΣΔ, είτε είναι ανοικτοί και επαναστατικοί όπως στην Κίνα η την Πολωνία) και να μετασχηματισθεί έτσι ο βίος σαν ιδεολογία μαζών. Είναι ελάχιστα πιθανό να πραγματοποιηθεί ο μετασχηματισμός αυτός από το εσωτερικό τικ μορφής κόμμα, δεδομένου ότι ακριβώς η ίδια αυτή μορφή έχει τεθεί σι. αμφισβήτηση.6 Είναι όμως εξ ίσου απίθανο το να προέλθει αποκλειστικά απ' έξω, δεδομένου ότι η μορφή κόμμα έχει ιστορικά αναδειχθεί σαν η κύρια μορφή οργάνωσης του εργατικού κινήματος. Στην ιστορία υπάρχουν επαναστάσεις, αλλά ποτέ άγραφες σελίδες. Στην πραγματικότητα ο μετασχηματισμός αυτός αποτελεί το τίμημα του αγώνα μιας μακροχρόνιας ιστορικής περιόδου που έχει ήδη ξεκινήσει.
Θα υποστηρίξω ταυτόχρονα πως ο ορισμός της εννοίας της (ταξικής) ιδεολογίας είναι εκείνος που επέτρεψε στην αρχή τη συγκρότηση του ιστορικού υλισμού (από τον Μαρξ) και όλος ο ορισμός αυτός παραμένει μέχρι τις μέρες μας το «τυφλό σημείο» του μαρξισμού - ο τόπος των μεγαλύτερων του αυταπατών (σχετικά με την «ταξική συνείδηση», το κόμμα, τη σχέση των διανοουμένων με την εργατική τάξη, την ιδιαίτερη «θέση» του μέσα στην ιστορία). Εξ ου και η σημασία και το παράδοξο του εγχειρήματος του Αλτουσέρ που με δυο λόγια απέβλεπε στο να ανακαλύψει στον Μαρξ (ή να αποδόσει στον Μαρξ) μια θεωρία της ιδεολογίας που αντικρουόταν από τα πλέον ρητά κείμενα του Μαρξ (όταν εκφράζεται η «καθευατή» θεωρητική του συνείδηση), αλλά που ήταν η μόνη συμβιβάσιμη με την υλικότητα του μαρξισμού, στο βαθμό που δεν τον ανάγουμε, ούτε σε μια «οικονομία» αλλά ούτε και σε μια «πολιτική».
Από τα προηγούμενα, εφ' όσον εξεταστούν προσεκτικά, απορρέει μια συμπληρωματική υπόθεση : Η σημερινή κρίση του μαρξισμού είναι ριζική, Είναι όχι μόνο πολύ πιο ριζική από τις προηγούμενες, αλλά και πολύ πιο ριζική απ' ό,τι ισχυρίζονται η φαντάζονται οι περισσότεροι από τους αντιπάλους του. Αυτό που τίθεται πλέον υπό αίρεση είναι η ίδια η ιδέα μιας «προλεταριακής πολιτικής». Είναι δηλαδή η κύρια μορφή με την οποία καλύπτεται στη σύγχρονη εποχή η επαναστατική πολιτική των μαζών.
Στην πραγματικότητα όμως έχουμε να κάνουμε εδώ με το πλέον δύσκολο και το πλέον επίκαιρο πρόβλημα, της πολιτικής εν γένει. Η επιστροφή ορισμένων σύγχρονων διανοουμένων σε μια ατομικιστική και φιλελεύθερη πολιτική ιδεολογία (βασισμένη είτε στην ηθική και νομική αντίληψη των «δικαιωμάτων του ανθρώπου», είτε σε μια θεωρία της αποφασιστικότητας η σε ένα καθαρό και απλό πραγματισμό) προσφέρει την απόδειξη εκ του αντιθέτου: Είτε η επιστροφή αυτή παριστά μια «αντεπίθεση» της ιδεολογίας των κυρίαρχων τάξεων, είτε κυρίως εκφράζει μια «αναδίπλωση» των αγωνιστών που πλήττονται από την έκταση των άντεπαναστατικών αποτελεσμάτων του θεσμοποιημένου μαρξισμού, (η απόδειξη εκ του αντιθέτου παραμένει).
Η εξέλιξη των σύγχρονων κρατών είτε αυτά είναι «καπιταλιστικά» είτε «σοσιαλιστικά», φανερώνει ολοένα και περισσότερο, παρά τη διαφορά των κοινωνικών τους δομών, μια ηγεμονία της οικονομικής ιδεολογίας και της «οικονομικής πολιτικής» την οποία προτείνω να αποκαλέσουμε κυρίαρχη ιδεολογία του κράτους η κυρίαρχη μορφή της κυρίαρχης Ιδεολογίας των καπιταλιστικών και «μετακαπιταλιστικών» κρατών, περισσότερο αποφασιστική καθ' ότι περισσότερο άμεσα «συγκεκριμένη» από τη νομική ιδεολογία.7 Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, λαμβάνοντας σοβαρά υπ' όψη τα προηγούμενα, δεν θα συγκρατήσω στην ολότητα της την ιδέα πως αυτό που «λείπει» στον μαρξισμό είναι μια θεωρία του πολιτικού η, πολύ περισσότερο, της «αυτονομίας του πολιτικού», θα έλεγα μάλλον πως συγκροτούμενος πριν απ' όλα σαν μια κριτική της (κλασικής) πολιτικής οικονομίας, ο μαρξισμός διάνοιξε μια αποφασιστική ρωγμή στην κυρίαρχη ιδεολογία που συνεχίζει να αποτελεί την εν δυνάμει ισχύ του. Άλλα καθιστάμενος με τη σειρά του μια κρατική ιδεολογία τείνει όλο και περισσότερο να μετασχηματίσει εκ νέου την κριτική της πολιτικής οικονομίας, κριτική που θα έπρεπε να υποβάλει σε διορθώσεις και να καθιστά επίκαιρη, σε ένα «οικονομίστικο» λόγο ομοειδή προς την κυρίαρχη ιδεολογία, ένα λόγο που παράγει τα ίδια αποτελέσματα με αυτήν. Όσο η αντίφαση αυτή μένει ωστόσο ανοικτή στους κόλπους του μαρξισμού, ο μαρξισμός θα παραμένει ο αποφασιστικός παράγων (η ένας από τους αποφασιστικούς παράγοντες) κρίσης και επαναστατικής κριτικής στο εσωτερικό της κυρίαρχης ιδεολογίας.
Ας προχωρήσουμε λίγο παρακάτω. Κατά τα φαινόμενα, τα δυο ερωτήματα που συνεχίζουν να απασχολούν την εποχή μας είναι κατ' αρχήν το ζήτημα της «επιλογής» μεταξύ της συντήρησης η προσαρμογής των υπαρκτών κοινωνικών δομών και του επαναστατικού τους μετασχηματισμού· υπάρχουν άλλα μέσα ιστορικής κατάργησης των παλαιών και σύγχρονων μορφών εκμετάλλευσης και καταπίεσης ανθρώπων από ανθρώπους από τον επαναστατικό μετασχηματισμό (κάτι που βέβαια δεν σημαίνει οξύ, «καταστροφικό») των κοινωνικών σχέσεων που καθορίζουν την κοινωνική, ύπαρξη; Και ποιο είναι το ζήτημα του ρόλου των μαζών στην ιστορία και στην πολιτική, δεδομένου ότι το παρελθόν αλλά και η άμεση επικαιρότητα καταδείχνουν την εκπληκτική αμφισημία αυτού του ρόλου; Υπάρχει άλλη επαναστατική πρακτική από μια οργανωμένη συλλογική πρακτική στην οποία «οι μάζες κάνουν την ιστορία» με τον μόνιμο κίνδυνο που εμπεριέχει, μιας διπλής διεξόδου, πραγματικής - απελευθέρωσης, παραγωγής μιας νέας ζωής (αν όχι ενός «νέου ανθρώπου») και αναπαραγωγής μιας «αγριότητας» της οποίας ο βαθμός της τεχνολογικής επιτήδευσης μετά βίας αποκρύπτει τον επίμονο αρχαϊσμό;
Φυσικά, μπροστά στους κινδύνους της μαζικής πολιτικής μπορούμε να υποχωρήσουμε πολιτικά και διανοητικά με την ελπίδα της αποτροπής των ενδεχομένων δραματικών της συνεπειών. Μπορούμε να φανταστούμε μια ιστορία λυτρωμένη από τέτοια προβλήματα, με άλλα λόγια, εξασφαλισμένη με κάποιο θαύμα απέναντι στις ακρότητες της πάλης των τάξεων και γενικότερα από τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς. "Αν όμως αρνηθούμε, λογικά, αυτή την καταπραϋντική αυταπάτη, ερχόμαστε να σκεφτούμε σοβαρά ότι η επικαιρότητα του μαρξισμού απορρέει ακριβώς από τη ριζικότητα της κρίσης του. Γιατί η κρίση αυτή αντανακλά όχι μια απομόνωση, μια περιθωριοποίηση των προβλημάτων που θέτει ο μαρξισμός, αλλά ακριβώς το αντίθετο: την κεντρική θέση που καταλαμβάνουν στην κίνηση της σύγχρονης κοινωνίας.
Ο μαρξισμός βρίσκεται σε ριζική κρίση γιατί η εσωτερική πολιτική του αντίφαση της οποίας οι καταβολές ανάγονται στη συγκρότηση του, αλλά η οποία είναι κυρίως το αποτέλεσμα της χρήσης του και της ιστορίας του, εγγίζει το σημείο της ρήξης. Η αντίφαση όμως αυτή είναι επίσης η πιο οξεία, η νευραλγική μορφή των διλημμάτων που μας επιβάλλει ο σύγχρονος κόσμος. Η κρίση του μαρξισμού είναι λοιπόν η ίδια η κρίση της σύγχρονης πολιτικής. Το να προβλέψουμε η να προδιαγράψουμε την έξοδο από αυτή την κρίση θα ήταν παράλογο και γελοίο. Κριτικός υλισμός και προφητεία δεν είναι συμφιλιώσιμα. Το να εργαστούμε όμως μέσα στο στοιχείο αυτής της κρίσης, στον άμεσο «περίγυρο» όλων των προβλημάτων που βαραίνουν συνολικά σήμερα πάνω της, είναι ο μόνος τρόπος να σκεφτούμε πολιτικά και επομένως φιλοσοφικά μ' ένα θετικό τρόπο.
1. βλ. Alain Badiou, «Le (Re)commencement du matérialisme dialectique», in Critique, Paris Novembre 1965.
2. L. Althusser, «Enfin la crise du marxisme!», in II Manifesto, Pouvoir et opposition dans les sociétés postrévolution noires, Paris 1978.
3. Jean Paul Sartre, Critique de la raison dialectique (précédé de Question de méthode), Paris 1960, p. 29.
4. J.P. Sartre, ouvr. cit., p. 17: «Ces hommes relatifs, je propose de les nommer des idéologues».
5. L. Althusser, Essays in Selfcriticism, translated by Grahame Lock, New Left Books, London 1976.
6. βλ. Ε. Balibar el al., Marx et sa critique de la politique, Paris 1979: E. Balibar, «Etat, parti. transition»,in Dialectiques, no 27, Paris 1979; «Après Γ autre mai», in La Gauche, le Pouvoir, le Sosialisme, Hommage à Nicos Poulantzas, Paris 1983.
7. βλ. Ε. Balibar, «Marx le joker», in Rejouer le politique, Paris 1981.
θέσεις*
Παρουσιάζουμε στη συνέχεια ένα απόσπασμα από το κείμενο του Ε. Μπαλιμπάρ «L'idée d'une politique de classe chez Marx», το οποίο πρέπει να διαβαστεί σε συνδυασμό με το άρθρο του ίδιου «"Κρίση του μαρξισμού", επικαιρότητα του μαρξισμού» (θέσεις τ. 6., μετ. Χρ. Θεοχαράς) αλλά και το πρώτο μέρος των κειμένων του La vacillation de l'idéologie dans le marxisme (Raison présente, no 66, 1983) και De la lutte des classes à la lutte sans classes (στον τόμο Race, nation, classe). Επισημαίνουμε ότι το κείμενο δημοσιεύτηκε το 1984 στο περιοδικό Les Temps modernes, είναι δηλαδή προγενέστερο της τελετής καπιταλιστικής συμμόρφωσης των αριστερών κομμάτων της Δύσης και των λεγόμενων σοσιαλιστικών καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης, τελετή η οποία έλαβε χώρα υπό τις επευφημίες όσων έχουν κάθε συμφέρον από τέτοιες δηλώσεις και πράξεις μετάνοιας.
Μπορούμε να κρίνουμε αν οι αναλύσεις του Ε. Μπαλιμπάρ για τη δομική κρίση των αριστερών κομμάτων «εξουσίας», την αδυναμία «εξάλειψης» του εργατικού κινήματος παρά τους σχετικούς ευσεβείς πόθους τη γονιμότητα του μαρξισμού αλλά και η φιλοσοφική θέση του συγγραφέα ότι ο κομμουνισμός αποτελεί ένα «κίνημα του παρόντος», εκφράζουν σταλινικές νοσταλγίες ή αντίθετα κοινωνικές ανάγκες και επιστημονικές πρακτικές αλήθειες.
Δημήτρης Δημούλης
Ετιέν Μπαλιμπάρ: θέσεις*
1. Η πρακτική νοείται με περισσότερες από μια σημασίες, όλες υλικές: εργασία, επιστημονική γνώση, πολιτική |(και άλλες πιθανώς). Η αιτιότητα νοείται με μία και μόνη σημασία: ως αναγκαιότητα μιας δομής, εγγενούς στην ι πολλαπλότητα των πρακτικών. Δεν [μπορεί όμως να εκφραστεί με κανένα σχήμα που να περικλείει αυτή την πολλαπλότητα.
2. Η ιδεολογία είναι ο τόπος της αλήθειας: γι αυτό ακριβώς το λόγο δε μπορούμε να βγούμε από αυτή. Ένα άλλο όνομα της αλήθειας δεν παύει να είναι ένα όνομα της αλήθειας. Ορισμένοι φιλόσοφοι είναι δημοκράτες: γι αυτούς, υπάρχει μια ατελεύτητη σειρά από διαφορετικά ονόματα της αλήθειας. Ορισμένοι δημοκράτες είναι φιλόσοφοι: γι αυτούς, η αλήθεια της επικοινωνίας δεν είναι ένα a priori δεδομένο, αλλά ένα πρόβλημα.
3. Αντίφαση χωρίς τέλος: η δραστικότητα της αλήθειας των επιστημών δεν είναι ούτε η παρουσία του απόλυτου ούτε η συσσώρευση σχετικών αληθειών είναι η επαναλαμβανόμενη επίδραση των εννοιών στο χώρο της ιδεολογίας, η διαρκής τομή, που αντικαθιστά τις προφάνειες με αποδείξεις.
4. Αντίφαση χωρίς τέλος: η ταξική πάλη υπερκαλύπτει την ίδια τη συγκρότηση των τάξεων, τη ρυθμιστική λειτουργία του κράτους και τον κοινωνικό σχεδιασμό. Είναι βαθμίδα του ασυμφιλίωτου μέσα στην πολιτική υλικότητα της ιστορίας. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο, υπάρχουν πραγματικοί μετασχηματισμοί αλλά δεν υπάρχει ούτε καθολικό υποκείμενο ούτε τέλος σκοπός της ιστορίας.
5. Οι μάζες φοβούνται τη βία που ασκούν όσο και τη βία που τους ασκείται. Ωστόσο, στην επιθυμία γνώσης των μαζών υπάρχει πάντα δυνάμει κάτι διαφορετικό από τη θρησκεία, ενώ στη δυναμική της δράσης τους κάτι διαφορετικό από το πάθος. Γι αυτό το λόγο, η υποταγή δεν είναι ποτέ οριστική. Η ρευστότητα των μαζών είναι η ύλη της πολιτικής.
6. Η πολιτική δεν ανάγεται ούτε στην Κοινωνία ούτε στο Κράτος, ο θεσμικός διαχωρισμός των οποίων αποτελεί το πεδίο προβολής της αλλοτρίωσης της πολιτικής: κατά συνέπεια, η πολιτική δεν εγκαθίσταται ποτέ εκεί όπου γεννιέται. Η επαναστατική πολιτική μετατοπίζει το όριο Κοινωνίας και Κράτους με κίνδυνο του μαζικού κινήματος.
7. Η επικοινωνία δεν περιορίζεται στη μυστικιστική κοινωνία (Gemeinschaft) ούτε στην εμπορική ανταλλαγή (Gesellschaft). Ο Σπινόζα αποκαλεί «κοινές έννοιες» τις πνευματικές μορφές που παίρνει η αμοιβαία ωφέλεια, την οποία ο Μαρξ αποκαλεί «ενότητα θεωρίας και πράξης». Κάθε σύστημα πραγματικής επικοινωνίας αποτελεί μια πολιτική μονάδα. Το αν συμβιβάζεται με το υπάρχον κράτος είναι εμπειρικό ζήτημα.
8. Δεν υπάρχει διιστορικός ορισμός της ένταξης στην Πόλη (citoyenneté): η ιστορία της ήταν πάντα μια ιστορία αντινομιών σε εξέλιξη. Η ένταξη στην πόλη προϋποθέτει την εξ υπαρχής ισότητα. Δεν συμπίπτει όμως με την άσκηση δικαιωμάτων (ή ουσιαστικής επιρροής) στο κράτος. Η ασταθής ισορροπία αυτών των δύο όψεων καθορίζει το βαθμό αποτελεσματικότητας του συλλογικού ελέγχου που οι πολίτες μπορούν να ασκούν στο μηχανισμό εξουσίας από τον οποίο οι ίδιοι εξαρτώνται.
9. Ο θεωρητικός ρατσισμός είναι το συμπλήρωμα του εθνικισμού, το οποίο επιτρέπει τη δημιουργία μιας πλασματικής εθνότητας. Είναι επίσης ένας θεωρητικός ανθρωπισμός δηλαδή μια μορφή απάντησης στο ερώτημα για την ουσία του ανθρώπου, μια μορφή θεμελίωσης της πολιτικής σε ανθρωπολογικές καθολικές έννοιες. Ένας πρακτικός ανθρωπισμός, που θα εισάγει την αντίφαση στο πεδίο προβολής της εθνικής κοινότητας και θα διαμορφώνει μια διαφορετική σχέση των μαζών με τον πολιτικό θεσμό, δεν μπορεί παρά να είναι ένας ουσιαστικός αντιρατσισμός.
10. Ο καπιταλισμός, η αποικιοποίηοη και η αποαποικιοποίηση δημιούργησαν όχι μόνο μια οικονομία κόσμο στην οποία κυριαρχεί η εξάπλωση της εμπορευματικής μορφής, αλλά και μια πολιτική κόσμο, ένα πεδίο επιλεκτικής κυκλοφορίας των πληροφοριών υπό τη διαρκή επενέργεια της διάσπασης της ανθρωπότητας σε μάζες με συνθήκες ζωής και έκφρασης που δεν επιδέχονται ουσιαστικά σύγκριση. Σ' αυτό το πεδίο, η διάκριση υπανθρώπων και υπερανθρώπων είναι συνεπώς δομική αλλά και ουσιωδώς ασταθής.
11. Ο κομμουνισμός νοείται με περισσότερες από μια σημασίες: περιορισμός της υπερεργασίας, κατάργηση του χωρισμού πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, διάκριση της ένταξης στην Πόλη από την εθνική ένταξη, και άλλες. Όπως έλεγε ο Μαρξ, ο κομμουνισμός δεν είναι ένα μέλλον για την ανθρωπότητα αλλά μια κίνηση του παρόντος. Πρέπει να προσθέσουμε: χωρίς εγγύηση.
* Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στο τεύχος 89 του περιοδικού Raison présente και περιλαμβάνει τις «θέσεις» που υποστήριξε ο Ετιέν Μπαλιμπάρ το Δεκέμβριο του 1987 στο Πανεπιστήμιο Nijmegen (Ολλανδία) για την απόκτηση διδακτορικού διπλώματος. Στο κείμενο συνοψίζονται με τη μορφή φιλοσοφικών θέσεων τα πορίσματα του συγγραφέα σε τρία πεδία έρευνας (κλασική φιλοσοφία, επιστημολογία και μαρξισμός).

Για τη μαρξιστική έννοια του «καταμερισμού της χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας» και την πάλη των τάξεων*

του Ετιέν Μπαλιμπάρ

μετάφραση: Χρήστος Θεοχαράς

Οι σύγχρονοι αναγνώστες του Μαρξ δεν μπορούν να αγνοούν την κεντρική θέση που κατέχει η έννοια του «καταμερισμού της χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας» (στο εξής: καταμερισμός ΧΕ/ΠΕ) στο έργο του, γιατί έχουν στη διάθεση τους ένα κείμενο που οργανώνεται ολόκληρο γύρω από αυτή ακριβώς την έννοια: Τη Γερμανική Ιδεολογία του 1845, που συχνά έγινε δεκτή σαν η «πρώτη» συνολική παρουσίαση του ιστορικού υλισμού. Το κλασσικό αυτό κείμενο οργανώνεται σε τέτοιο σημείο γύρω από την παραπάνω έννοια ώστε η ίδια η λογική της ιστορικής διαδικασίας γίνεται συνολικά αντιληπτή μέσα από αυτούς τους όρους. Ο καταμερισμός ΧΕ/ΠΕ καθοδηγεί τον ορισμό των τάξεων. Αποτελεί το «υλιστικό» ισοδύναμο της φιλοσοφική ιδέας της αλλοτρίωσης την αντικατάσταση της οποίας από την έννοια του καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ προτείνει ρητά ο Μαρξ. Επιτρέπει, κατ' αυτό τον τρόπο την ανάπτυξη μιας «υλιστικής» εξήγησης της γένεσης του Κράτους στις ταξικές κοινωνίες και μια; προλεταριακής κριτικής της «πολιτικής» των κυρίαρχων τάξεων. Εξηγεί τέλος την ανάδυση και τη λειτουργία της ιδεολογίας. Δείχνεται έτσι η αναγκαιότητα και φωτίζεται το περιεχόμενο της ιδέας του κομμουνισμού με την έννοια τη; «πραγματικής κίνησης που καταργεί την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων»: Ο κομμουνισμός, είναι η εξάλειψη των ταξικών διαφορών, αλλά όχι και η έκθλιψη ή η εξίσωση των ατομικών διαφορών. Αντίθετα, είναι η «ελεύθερη» ανάπτυξη μιας καθαρά ανθρώπινης ποικιλότητας που θα ξεδιπλωθεί μόνο υπό την προϋπόθεση ότι σε κάθε άτομο, «χειρωνακτική» και «πνευματική» παραγωγικότητα επανασυνδέονται (είναι αυτό που σε κάποιο περίφημο, αλλά απομονωμένο, χωρίο του Κεφαλαίου ο Μαρξ θα ονομάσει ανάδυση του «ολοκληρωτικού ανθρώπου»).
Ωστόσο ή προοπτική ανάγνωσης που υποβάλλει η Γερμανική Ιδεολογία είναι σε μεγάλο βαθμό απατηλή. Ανεξάρτητα, προς το παρόν, από το ποιοι υπήρξαν οι λόγοι της μη ολοκλήρωσης και της μη δημοσίευσης του, το γεγονός είναι ότι το κείμενο αυτό παρέμεινε κρυμμένο επί ένα περίπου αιώνα και το θέμα που αναπτύσσει δεν επανεμφανίστηκε σαν τέτοιο σε κανένα από τα μεταγενέστερα γραπτά. Ας σημειωθεί εδώ ότι αν εξαιρέσουμε κάποιους υπαινιγμούς, το ίδιο περίπου συμβαίνει, με τα χωρία των Grundrisse που επικαλούνται ένα «μετασχηματισμό της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη».. Μου φαίνεται σαφές ότι οι επιλογές αυτές του Μαρξ συνδέονται με βαθύτατες δυσκολίες.
Είναι κατ' αρχή ο κίνδυνος της συγκρότησης γύρω απ' αυτές τις έννοιες μιας νέας «φιλοσοφίας της παγκόσμιας ιστορίας», και μάλιστα υλιστικής, στην οποία η έννοια του κομμουνισμού στην πραγματικότητα δεν θα διακρινόταν καθόλου από τα άλλα κλασικά σχήματα του τέλους της Ιστορίας, ή του απολύτου. Στη συνέχεια, προβάλλει η δυσκολία να χαρακτηρίσουμε (ακόμα και φιλοσοφικά) το νόημα της τάσης προς τον κομμουνισμό σε σχέση με την εργασία, ή αν θέλετε, το περιεχόμενο της απελευθέρωσης προς την οποία προσβλέπει το προλεταριάτο: Από τη μια μεριά, απελευθέρωση σε σχέση με την ίδια την εργασία (όχι μόνο σαν υποκειμενική σε εκμετάλλευση εργασία αλλά σαν φυσικό καταναγκασμό που θα έπρεπε να ελαττωθεί στο ελάχιστο, αφού «το βασίλειο της ελευθερίας αρχίζει οπωσδήποτε εκεί που σταματά η αναγκαιότητα»). Από την άλλη. μετασχηματισμός, μάλλον μετάλλαξη της εργασίας κατά τρόπο ώστε να καταστεί με τη σειρά της «η πρώτη ανάγκη του ανθρώπου» και μ' αυτή την έννοια, όχι η άρνηση της ανθρώπινης επιθυμίας, αλλά η πραγμάτωση της (όχι το αντίθετο, αλλά το ισοδύναμο της αρχής της ευχαρίστησης: ιδέα που έχει υπερασπιστεί ο Φουριέ κατά τρόπο μεγαλοπρεπή και σουρεαλιστικό).
Η δυσκολία αυτή είναι αξεπέραστη ακριβώς λόγω της ταξικής θέσης που επενδύει ο Μαρξ στο συλλογισμό της «πραγματικής κίνησης». Γιατί ήταν εμφανής - και είναι σήμερα περισσότερο εμφανής από ποτέ - μια βαθιά αμφισημία στις στάσεις και το λόγο της εργατικής τάξης απέναντι στην εργασία: Άλλοτε καταξιωμένη, άλλοτε περιφρονημένη, άλλοτε αντικείμενο αποστροφής, άλλοτε μέσο επιβεβαίωσης της ατομικότητας, παρά την εκμετάλλευση και κόντρα σ' αυτή. Ακόμα κι αν, προφανώς, δεν πρόκειται για τις ίδιες όψεις της εργασίας ούτε, κάποτε, για τους ίδιους εργαζόμενους στις δύο περιπτώσεις, η αμφισημία αυτή είναι αρκετή ώστε να μην επιτρέπει σε καμιά από τις δύο τάσεις που αντιφατικά ενώνει, να γενικευτεί με ένα απλό τρόπο.
Τέλος, η δυσκολία συνδέεται με την ίδια τη θέση του «θεωρητικού» δηλ. του διανοούμενου, απέναντι στο εργατικό κίνημα, από τη στιγμή που αυτός βρίσκεται σε θέση να εκστομίσει τους «γενικούς σκοπούς του κινήματος». Η θέση λοιπόν αυτή δεν θα είχε καμιά ιδιαιτερότητα αν ο Μαρξ παρέμενε, όπως άλλοι, ένας ιδεολόγος εξωτερικός προς το εργατικό κίνημα. Το πρόβλημα τίθεται ακριβώς στο μέτρο που μπόρεσε να παίξει εδώ ένα ιστορικό, «οργανικό» ρόλο, και που, από την πλευρά τους εργαζόμενοι και οργανώσεις επαναστατών αγωνιστών εργατών αναγνωρίστηκαν μαζικά στη θεωρία του Μαρξ, και τέλος ενόσω ακόμα ζούσε επένδυσαν ορισμένες από τις έννοιες του στους αγώνες τους. θα έπρεπε λοιπόν να είναι σε θέση να αναλύσει το ζήτημα της σχέσης μεταξύ «θεωρίας» και «πρακτικής» κατά τρόπο κριτικό: υλιστικό και ιστορικό. θα έπρεπε να είναι σε θέση να αντιπαραθέσει τις συχνά οξυμένες αντιφάσεις των σχέσεων αυτών προς τις ιστορικές συνθήκες που κατέστησαν δυνατή, σε μια δεδομένη συγκυρία τη συνάντηση της διανόησης και των εργατικών πρακτικών, χωρίς την οποία προφανώς δεν θα είχε υπάρξει κανένα επαναστατικό κίνημα, ούτε κανένα εργατικό κίνημα, ακόμα και ρεφορμιστικό.
Ας αρκεστούμε εδώ απλά στην παρατήρηση: Αναμφίβολα ήταν αδύνατο - όχι μόνο «ψυχολογικά», αλλά και ιστορικά - να συνοδεύεται το ξεκίνημα μιας επιστημονικής θεωρίας της πάλης των τάξεων από τη γνώση των ίδιων της των συνθηκών και των ορίων. Ή. με άλλους όρους, ήταν αδύνατο να συνοδεύεται από μια κριτική ανάλυση αυτού του «παράδοξου»: του ότι δηλ. η παρουσίαση μιας (προλεταριακής) ταξικής άποψης θεωρία δεν προέρχεται καθόλου από το στόμα ενός «προλεταριακού υποκειμένου», παρ' όλο ότι (το υποκείμενο αυτό) είναι αχώριστα συνδεδεμένο , με πραγματικούς δεσμού: με την εργατική τάξη.
Από τη θεωρητική σιγή στη βοή της «πολιτιστικής επανάστασης».
Το γεγονός είναι ότι στο μεγαλύτερο μέρος των μαρξιστικών κειμένων, το πρόβλημα του «καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ» είτε μετατοπίζεται, είτε διαγράφεται σαν απλός φιλοσοφικός ορίζοντας και σημείο θεωρητικής φυγής. Ορίζοντας του μέλλοντος: αναφορά στον κομμουνισμό σαν το τέλος του «υποδουλωτικού καταμερισμού εργασίας». Ορίζοντας του παρελθόντος και μάλιστα της προϊστορίας: Τάση συσχέτισης των αρχών της πάλης των τάξεων και του ρόλου που έπαιξε η εργασία στη ανθρωποποίηση (Ένγκελς), σε μια εξελικτιστική προοπτική, παρά την αντίθεση στην παρακαμπτήριο των εννοιών που την ίδια στιγμή επιχειρούσε ο «κοινωνικός δαρβινισμός».
Στο Κεφάλαιο έχουμε να κάνουμε περισσότερο με μια μετατόπιση, στην οποία θα επανέλθουμε: Υποταγμένο στη θεωρία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης το πρόβλημα του καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ γίνεται εδώ αντικείμενο συγκεκριμένων και περιορισμένων αναλύσεων. Αποσπάται εκ βάθρων από κάθε φιλοσοφική σκόπευση της παγκόσμιας ιστορίας. Αυτός ο ίδιος ο περιορισμός αποτελεί ωστόσο τον όρο μιας αξιοσημείωτης θεωρητικής γονιμότητας, αφού - όσο και αν φαίνονται συζητήσιμες σ' αυτό ή στο άλλο σημείο - οι αναλύσεις αυτές προκαταλαμβάνουν με διαφορά πολλών δεκαετιών τη συγκρότηση μιας κοινωνιολογίας της βιομηχανικής εργασίας και εμπεριέχουν ακόμα και απέναντι της μια προεξοφλημένη κριτική αξία, της οποίας η σημασία δεν έχει ακόμα πλήρως εξαντληθεί. Κάθε άλλο μάλιστα.
Στην ιστορία όμως του μαρξισμού, και αυτό είναι εκπληκτικό, το πρόβλημα δεν τέθηκε ποτέ μ' ένα περισσότερο συνεχή τρόπο. Και όταν έγινε κάτι τέτοιο, άμεσα ή έμμεσα, έγινε πάντοτε στα πλαίσια μιας κριτικής της «οικονομιστικής» ορθοδοξίας της ΙΙης και της ΙΙΙης Διεθνούς. Έτσι έγινε με τα «αριστερίστικα» και «εργατοσυμβουλιακά» ρεύματα (από την Ρ. Λούξεμπουργκ ως τον Πάννεκοκ) σε σχέση με την ιεραρχική οργάνωση των σοσιαλιστικών κομμάτων. Και κυρίως με τον Λένιν παρά τις «συγκεντρωτικές» πολιτικές τάσεις που άκριτα του προσάπτουν. Αυτό ισχύει ήδη από τις αξιοσημείωτες αναλύσεις του Τι να κάνουμε που διαχωρίζονται από το «καουτσκικό» μοντέλο, υποτάσσοντας σε μια διπλή κριτική τόσο την έννοια του «εργατικού αυθορμητισμού», όσο και αυτή του «αυθορμητισμού των διανοούμενων», μέχρι τις θέσεις της επαναστατικής περιόδου που αρχίζουν από την αναδρομή στη μαρξική έννοια του κομμουνισμού («κι όταν οι μαγείρισσες θα κυβερνήσουν το Κράτος, δεν θα υπάρχει Κράτος με την κυριολεξία του όρου» σαν «ειδικός μηχανισμός» κυριαρχίας, γράφει το Κράτος και Επανάσταση), και που κορυφώνονται στο πρόγραμμα μιας μαζικής «πολιτιστικής επανάστασης» σαν αντίδοτο στη γραφειοκρατικοποίηση του κράτους και στην κρατικοποίηση του επαναστατικού κόμματος.
Ας σημειωθεί ότι αυτή η αποφασιστικής σημασίας ιδέα της «πολιτιστικής επανάστασης» δεν περιορίζεται στο σχέδιο μιας γενίκευσης της στοιχειώδους εκπαίδευσης για όλους (για να βγει η Ρωσία από την «καθυστέρηση» της), αλλά περιλαμβάνει και αυτό μιας μαζικής πρακτικής της πολιτικής και της οικονομικής «διαχείρισης», σχέδιο που έχει μια καθολική αξία. Η ιδέα αυτή της «πολιτιστικής επανάστασης» δεν βρίσκεται λιγότερο παγιδευμένη σε μια θεωρητική αμφισημία παρόμοια με αυτή που είχαμε συναντήσει στον Μαρξ αναφορικά με την εργασία. Γιατί, άλλοτε ο Λένιν υποστηρίζει μια ριζική απλοποίηση των λειτουργιών της κοινωνικής και οικονομική; διαχείρισης (για την οποία - απλοποίηση - πιστεύει μάλιστα ότι θα ήταν το «φυσικό» αποτέλεσμα της καπιταλιστικής κοινωνικοποίησης της παραγωγής, αυτός ο κριτικό; του «αυθορμητισμού»!). Άλλοτε ξαναπιάνει την ιδέα ενός προς συγκρότηση εργατικού «πολυτεχνισμού» ανώτερου από την «ειδίκευση» των αστών διανοουμένων, ιδέα που ο Μαρξ είχε ήδη υπερασπιστεί κατά τις συζητήσεις της Ιης Διεθνούς για την εκπαίδευση. Και πάλι. μπορούμε να συνδέσουμε αυτή την ταλάντευση με αποκλίνουσες τάσεις που είναι ταυτόχρονα παρούσες στη λαϊκή διεκδίκηση μιας δημοκρατία; πιο πραγματικής από τον κοινοβουλευτισμό και στη «μεταβίβαση της εξουσίας» που βασιλεύει μέσα στο αστικό κράτος: Το εξισωτικό αίτημα απομυστικοποίησης των γραφειοκρατικών ιεραρχιών, του διοικητικού «απόρρητου» ή των απόρρητων της εξουσίας, ταυτόχρονα με το αίτημα της κατάκτησης της διανόησης και της τεχνικής. Εάν το κράτος καταστεί απλό, και μάλιστα διαφανές, ακόμα και οι μαγείρισσες θα μπορούν να το κυβερνούν. Αλλά το κράτος καθίσταται απλό μόνο εφ' όσον οι μαγείρισσες γίνουν «ειδήμονες» και διαφανές μόνο εφ' όσον οι εργαζόμενοι μπορούν οι ίδιοι να οργανωθούν για να επιβάλλουν την δημόσια επικοινωνία των γραναζιών του.
Αυτή ακριβώς η αμφισημία παραπέμπει σε μια μείζονα ιδεολογική αντίφαση. Αυτή που αντιπαραθέτει την ιδέα μιας νέας «προλεταριακής» κουλτούρα:, που αναπτύσσουν οι εργαζόμενοι με βάση το ιδιαίτερο ιστορικό τους περιεχόμενο και τους αγώνες τους, στην ιδέα μιας κατάκτησης της υπάρχουσας κουλτούρα;· (επομένως, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, της αστικής «κληρονομιάς») από το προλεταριάτο.
Τα πρώτα χρόνια της Ρώσικης Επανάστασης, πριν αυτή στραγγαλιστεί κάτω από το τριπλό βάρος της «υπανάπτυξης», της καπιταλιστικής περικύκλωσης και της σταλινικής πολιτικής , το πρόβλημα της «υπέρβασης» του καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ υπήρξε αντικείμενο ενός μαζικού διαλόγου και ποικίλων πειραματικών προσπαθειών, που διέσχιζαν τον εκπαιδευτικό μηχανισμό, το κόμμα, τις πολιτιστικέ: οργανώσεις, τα συνδικάτα και τον παραγωγικό μηχανισμό. Ο διάλογος αυτός είχε μια άμεσα πολιτική, σημασία κατ1 αρχή, γιατί οι αντιμαχόμενες για την εξουσία τάσεις πήραν μέρος και έριξαν όλο τους το βάρος σ' αυτόν (όπως έγινε με την Προλετκουλτ και τον Εργατικό Έλεγχο), αλλά κυρίως γιατί ο διάλογος αυτός άγγιζε το ζήτημα της ίδιας της φύσης του κρατικού μηχανισμού. Παρ' ότι σύντομη, και παρά την τραγική της κατάληξη, η ιστορική αυτή εμπειρία «σε πραγματικό μέγεθος» είναι γεμάτη από διδάγματα. Δείχνει με συγκεκριμένο τρόπο την επέκταση του πεδίου της «πάλης των τάξεων» έξω από την «οικονομική» και «πολιτική» σφαίρα όπου την περιχαράκωναν η ιδεολογία και η πρακτική των μαρξιστικών κομμάτων (πριν την φυλακίσουν εκεί εκ νέου στη διάρκεια της ΙΙΙης Διεθνούς, παρά την απόπειρα του Γκράμσι) εξ αιτίας της στενά νομικής και τεχνικιστικής τους αντίληψης της εκμετάλλευσης και της εξουσίας.
Παραδόξως, αυτή η ιστορική εμπειρία δεν είχε κανένα αντίκτυπο στη θεωρία. Απλά και μόνο, ενεργοποίησε στην ΕΣΣΔ και γύρω απ' αυτή μια πλειάδα από προϋπάρχοντα ιδεολογικά ρεύματα. Τα μεν. κυριαρχούμενα από ένα επιστημονισμό, προεξέτειναν τις ιδέες τη; φιλοσοφίας του Διαφωτισμού και ταύτιζαν τη σοσιαλιστική επανάσταση με μια χειραφέτηση μέσω του εκδημοκρατισμού της γνώσης, του σχολείου. Τα δε. κυριαρχούμενα από ένα φιλελευθερισμό, εκούσια ή ακούσια επέστρεφαν στα θέματα του επαναστατικού «εργατιστικού» συνδικαλισμού και του αναρχισμού, αποκηρύσσοντας σ' όλους τους τόνους τη μονοπώληση της εξουσίας από τους κατόχου; της «γνώσης», τους οποίους ταύτιζαν ανάλογα με την περίσταση είτε με μια «επιβίωση» της αστική; τάξης, είτε με μια «νέα τάξη» εν δυνάμει εκμεταλλευτών.
Αυτό όμως που εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η λανθάνουσα επιμονή και των πιο αντιδιαμετρικών τάσεων σε μια νατουραλιστική και εξελικτιστική αντίληψη της γνώσης, της επιστήμης και των τεχνικών που πραγματικά απαγορεύει δια παντός τη θεωρητική ανάλυση των κοινωνικών σχέσεων «παραγωγής της γνώσης». Καταλαβαίνουμε έτσι γιατί τελικά «τερματίστηκε» - με όλες τις έννοιες του όρου* - όλος αυτός ο διάλογος όταν επιβλήθηκε μια κρατική ιδεολογία (ο σταλινικός μαρξισμός) στους κόλπους της οποίας η «ανθρωπιστική» ομολογία πίστεως («ο Άνθρωπος το πολυτιμότερο Κεφάλαιο») συμπλέκεται την ίδια στιγμή με την αστική οικονομική θέση: «τα στελέχη αποφασίζουν για τα πάντα».
Στην ιστορία των σοσιαλιστικών χωρών, αυτών στις οποίες έγινε μια άμεση «εξαγωγή» του σοβιετικού μοντέλου, είτε αυτών στις οποίες έγινε, περισσότερο η λιγότερο «εισαγωγή» του ίδιου μοντέλου μετά από μια αύτοχθον επανάσταση, δεν νομίζω ότι έχουν ξεπεραστεί πραγματικά αυτές οι αντινομίες - με την επιφύλαξη μιας καλύτερης γνώσης της εσωτερικής τους ιστορίας και των διαφορών τους, που είναι ένα από τα μεγάλα τυφλά καθήκοντα της ιστοριογραφίας μας. θα ήταν σίγουρα πολύ διαφωτιστικό να εξετάσουμε, για παράδειγμα, τη σχέση ανάμεσα στις προσπάθειες ανάπτυξης ενός «πολυτεχνισμού» στην Α. Γερμανία (προσπάθειες που προσεγγίζουν παραδόξως την ιδεολογική ριζοσπατικότητα του νεαρού Μαρξ δια μέσου κάποιου αυταρχικού υπερτεχνισμού) και στη εμφάνιση στη χώρα αυτή μιας από τα μέσα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» όπως την εκφράζει ο Ρ. Μπάρο στην Αλτερνατίβα: βιβλίο εξ ίσου αντιφατικό με τον συγγραφέα του που συνδυάζει ανεκτίμητες αναλύσεις των μορφών οργάνωσης της εργασίας και των ανταγωνιστικών κοινωνικών σχέσεων που αναδύθηκαν από την «οικοδόμηση του σοσιαλισμού» με μεσσιανικές απόψεις εμπνευσμένες από το γερμανικό ιδεαλισμό και το χριστιανισμό των Ευαγγελίων...
Τελικά, το μεγάλο πολιτικοθεωρητικό γεγονός που θα επαναφέρει το ζήτημα του καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ στο κέντρο της μαρξιστικής προβληματικής ανατρέποντας την ορθοδοξία και αποδιαρθώνοντας τελείως τις βασικές της έννοιες, υπήρξε ακριβώς η Κινέζικη Πολιτιστική Επανάσταση. Όχι μόνο λόγω της εσωτερικής της ιστορίας, αλλά και λόγω της κρίσιμης παγκόσμιας συγκυρίας μέσα στην οποία παρήχθη, συγκυρίας που «συμπύκνωνε» μια εκπληκτική πλειάδα αντιθέσεων, που άγγιζε μάζες από όλες τις χώρες πολύ πέρα των οργανώσεων από τις οποίες εξαρτώνταν οι «θεωρητικοί»:
- Ένα δεύτερο κύμα εθνικών, αντιιμιπεριαλιστικών επαναστάσεων στις «υπανάπτυκτες» χώρες του «τρίτου κόσμου» που, αυτή τη φορά δεν σκόπευαν μόνο στο τέλος της αποικιοκρατίας και την πολιτική ανεξαρτησία, αλλά στην οικονομική και πολιτιστική απελευθέρωση. Μ' αυτό τον τρόπο το καπιταλιστικό «μοντέλο ανάπτυξης» των ίδιων των παραγωγικών δυνάμεων τέθηκε σε αμφισβήτηση, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου εκπαίδευσης των «τεχνικών» των «διανοουμένων» και των «στελεχών». Το ζήτημα θα παραμείνει ανοικτό σ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του '60 και στις αρχές της δεκαετίας του '70. Δεν είναι σίγουρο ότι σήμερα έχει σβήσει τελείως.
- Μια γενική, αλλά οξυμένη κρίση στα κέντρα του χρηματιστικού και βιομηχανικού καπιταλισμού των μορφών οργάνωσης της εργασίας και των μορφών παραγωγής, μορφών που σφραγίστηκαν από αυτό που ονομάσθηκε «ταιυλορισμός» και «φορντισμός» και την επέκταση της εργασίας των O.S.*. Όλο το σύστημα των ειδικεύσεων, των επαγγελματικών ιεραρχιών, των εργατικών και εργοδοτικών ιδεολογιών, των εκπαιδευτικών πολιτικών, των πολιτικών επαγγελματικής κατάρτισης εισέρχονταν έτσι σε κρίση πολύ πριν από την κρίση των χρηματιστικών ή των νομισματικών συστημάτων.
- Οι «μαζικές ιδεολογικές εξεγέρσεις» της εκπαιδευόμενης και διανοούμενης νεολαίας (για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Αλτουσέρ), των οποίων η σχεδόν ταυτόχρονη σύμπτωση και η διεθνής τους επέκταση θέτει ένα πρόβλημα αλλά που ωστόσο, σίγουρα δεν μπορούν να αναχθούν σε μηχανικό αποτέλεσμα της κρίσης του «καθεστώτος της καπιταλιστικής συσσώρευσης». Φαινόμενο «παγκοσμιοποίησης» των ιδεολογικών αντιθέσεων που έκανε να αντηχήσουν μαζί (ακόμα και με το κόστος πελώριων παρεξηγήσεων) η γενιά των κινέζων «κοκκινοφρουρών» και η γενιά του Μάη του '68, ξεσηκωμένες ενάντια στην «αστική εκπαίδευση».
- Τέλος, η ανοικτή εκδήλωση της εσωτερικής πολιτικής κρίσης του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου» και του «υπαρκτού σοσιαλισμού» μετά το 1956.
Το ζήτημα της αστικής ιδεολογίας, της ταξικής συνείδησης, του καταμερισμού της εργασίας, η πολικότητα εργάτες/διανοούμενοι σχημάτιζαν λοιπόν τους «κοινούς τόπους» αυτής της συγκυρίας, τουλάχιστον όπως αυτή αντανακλόνταν πάνω στο «δυτικό» καπιταλιστικό κόσμο. Την ίδια στιγμή που ξεσπούσε ήδη η κρίση του μαρξισμού, ήμασταν μάρτυρες στο συγκεκριμένο αυτό σημείο ενός πραγματικού «νέου ξεκινήματος» για το οποίο νομίζω ότι κάποτε θα γίνει αντιληπτό ότι. ακόμα και αν δεν παρήγαγε μια νέα και ενοποιημένη θεωρία ωστόσο τροποποίησε ριζικά την ίδια τη χρήση ορισμένων εννοιών και την αντίστοιχη σημασία των παλιών προβλημάτων. Στο νέο αυτό ξεκίνημα συνεισέφεραν εξ ίσου οι διάφορες κριτικές «νέες αναγνώσεις» του Κεφαλαίου και η ανακάλυψη αναλύσεων όπως αυτή του Bravermann, ή η πρόκληση κάποιων «αστικών» κοινωνιολογικών αναλύσεων που εφάρμοζαν την προβληματική της πολιτιστικής ανθρωπολογίας στην εμπειρική μελέτη των κοινωνικών ανισοτήτων (Βourdieu και Passerron).
Η ανθρωπολογία της εργασίας
Μπορούμε να επιχειρήσουμε - θα επανέλθω εδώ αμέσως πιο κάτω - έναν απολογισμό της εργασίας αυτής που συνθέτουν οι τόσοι συγγραφείς. Προηγουμένως όμως πρέπει να ανατρέξουμε εν συντομία στο ιδεολογικό βάθρο των μαρξιστικών θέσεων για την εργασία και τον «καταμερισμό ΧΕ/ΠΕ».
Θα λέγαμε λοιπόν ότι το βάθρο αυτό αποκρυσταλλώνεται γύρω από δύο καίρια θέματα. Το πρώτο είναι άμεσα πολιτικό: είναι η ιδέα των πρωτείων της παραγωγής (της «Βιομηχανίας» όπως έλεγαν οι Σαιν-Σιμονικοί), που ανάγει τη «σφαίρα της παραγωγής» στον πυρήνα της πραγματικότητας ολόκληρης της κοινωνικής ζωής, πυρήνα στον οποίο έρχονται να υποταχθούν, άμεσα ή έμμεσα, όλες οι άλλες πρακτικές. Η ιδέα αυτή αναδεικνύει κυριολεκτικά τη μορφή του «παραγωγού» σε «μονάδα μέτρησης» κάθε πρακτικής και επομένως σε «υποκείμενο» της ιστορίας. Το δεύτερο θέμα είναι φιλοσοφικής προέλευσης. Είναι η ιδέα της υλικότητας της εργασίας, με την έννοια μιας «ανταλλαγής μεταξύ του ανθρώπου και της φύσης» που αντιστοιχεί σε μια δαπάνη «δύναμης» ή ενέργειας, που επενδύεται πάνω στην ύλη.
Τα θέματα αυτά συγκροτούν την πιθανή αφετηρία μιας πολιτικοφιλοσοφικής ανθρωπολογίας οι μακρινές ρίζες της οποίας θα μας οδηγούσαν, αν τις ακολουθούσαμε, στους φυσιοκράτες ή ακόμα και στον Αριστοτέλη. Η ανθρωπολογία όμως αυτή είχε, ήδη πριν από τον Μαρξ σε κάθε λεπτομέρεια αποσαφηνιστεί από τους «ουτοπικούς» σοσιαλιστές. Το υπόβαθρο αυτό δεν θα αλλάξει ουσιαστικά όταν ο μαρξισμός για να αναπτυχθεί και να γίνει ευρύτερα αποδεκτός κατέφευγε στα επιχειρήματα του δαρβινικού νατουραλισμού . Αντιστοιχεί προφανώς στις συγκεκριμένες συνθήκες ζωής και εργασίας που δημιούργησε η «βιομηχανική επανάσταση» του ΧΙΧου αιώνα: γενίκευση του χάσματος μεταξύ διεύθυνσης και εκτέλεσης των καθηκόντων, και ιδιαίτερα αποσύνθεση αυτού που αποτελούσε μέχρι τότε η «χειρωνακτική εργασία», δηλ. η χωρίς άλλο προσδιορισμό εργασία (αφού, σε καμιά προκαπιταλιστική κοινωνία δεν θεωρήθηκε η καθαρά διανοητική δραστηριότητα σαν μια ειδική .«εργασία» συγκρίσιμη και προσθέσιμη στη χειρωνακτική εργασία - πολύ σημαντικό σημείο το οποίο θα συναντήσουμε επίσης παρακάτω). Με τη βιομηχανική επανάσταση αρχίζει μια διαδικασία που αποστερεί τη χειρωνακτική εργασία από τις «διανοητικές» της λειτουργίες αλλά συγχρόνως τον αποστερεί από τις καθαρά χειρωνακτικές της ικανότητες (επιδεξιότητα του τεχνίτη, «πιάσιμο του χεριού», κλπ.). Το αποτέλεσμα είναι ότι, εξωτερικά, δεν μένει τίποτα από την αρχική χειρωνακτική εργασία, αφού ο εργαζόμενος καθίσταται παράρτημα της μηχανής ή του συστήματος μηχανών (εν αναμονή του συστήματος των ηλεκτρονικών). Το ιδεολογικό υπόβαθρο του ουτοπικού σοσιαλισμού αποτελεί συγχρόνως μια έκφραση και μια αντίδραση κατά της διαδικασίας αυτής, εφαρμόζοντας στο νέο πεδίο των ταξικών αγώνων τον εξισωτισμό που προέρχονταν από τη Γαλλική Επανάσταση. Από εδώ μπορεί προφανώς να γεννηθεί η υποψία ότι όλη αυτή η πολιτική ανθρωπολογία της εργασίας αποδεικνύεται εντελώς ξεπερασμένη, από τη στιγμή που μεταγενέστερες φάσεις της ιστορίας των συγχρόνων κοινωνιών ανέδειξαν αυτό που μοιάζει σαν κάποια μαζική διανοητικότητα, είτε με την προοδευτική άνοδο του επιπέδου «ειδίκευσης» της βιομηχανικής εργασίας, είτε με τον πολλαπλασιασμό των «μη χειρωνακτικών» καθηκόντων στην παραγωγή, τη διοίκηση, τις κοινωνικές υπηρεσίες κλπ (τα άσπρα κολάρα του «τριτογενούς»...).
Είναι άξιο προσοχής το ότι η κριτική που κατηύθυνε ο Μαρξ στο ιδεολογικό υπόβαθρο του «ουτοπικού σοσιαλισμού, κριτική που επέμενε στην αναγκαιότητα μιας επιστημονικής θεωρίας της εκμετάλλευσης (εξ ου και η προσφυγή σορισμένες κατάλληλα μετασχηματισμένες έννοιες της πολιτικής οικονομίας) παράγει τελικά η ίδια ένα πολύ επαμφοτερίζον αποτέλεσμα. Από τη μια πλευρά, απομακρυνόμενη όλο και περισσότερο από τις διατυπώσεις της Γερμανικής Ιδεολογίας απορρίπτει την έννοια του «καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ» σαν έσχατο θεμέλιο των ταξικών ανταγωνισμών και την αντικαθιστά με αυτή, του τρόπου παραγωγής και των σχέσεων παραγωγής. Από την άλλη όμως προσδίδει μια «επιστημονική θεμελίωση» στην ιδέα ότι οι «θανάσιμες» αντιθέσεις του καπιταλισμού συνδέονται με την διαιώνιση του «καταμερισμού εργασίας στη μανουφακτούρα» στα νέα πλαίσια της μεγάλης βιομηχανίας, σε σύγκρουση με τον «πολυτεχνισμό» που απαιτεί η ανάπτυξη της τεχνολογίας. Αυτές οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις θα συνδέονται λοιπόν επίσης με τη διαιώνιση των προνομίων της μόρφωσης για την αστική τάξη. Με την ευκαιρία αυτή ο Μαρξ ξαναβρίσκει αναφορικά με την «αταξική κοινωνία» τις ίδιες τις θέσεις του ουτοπικού σοσιαλισμού, κάνοντας τες όμως να έπονται μιας «επιστημονικής απόδειξης» της αναγκαιότητας τους.
Πραγματικά, πρέπει να είναι σαφές ότι το ζήτημα της «χειρωνακτικής» και «πνευματικής» εργασίας δεν μπορεί ποτέ να αναλυθεί στα πλαίσια μιας απατηλής επιστημονικής καθαρότητας, έξω από κάθε φιλοσοφική ανθρωπολογία. Όπως και κάποιες άλλες ανάλογες διϊστορικές «μεγάλες διαιρέσεις» (φύση/κουλτούρα, άντρες/γυναίκες, πόλεις/ύπαιθρος, κλπ.), έτσι κι αυτή, είναι συστατική κάθε ανθρωπολογίας, δηλ. κάθε απόπειρας ορισμού μιας έννοιας του «ανθρώπου» ή της ανθρώπινης ιστορίας: Αυτό δεν ισχύει μόνο για τον περίγυρο του ΧVΙΙΙου και του ΧΙΧου αιώνα αλλά και για το δικό μας εξ ίσου, όπως μπορούμε να το διαπιστώσουμε για παράδειγμα στο αξιοσημείωτο έργο του Leroi-Gourhan, που είναι στο σύνολο του μια επανεκτίμηση της παραδοσιακής προσέγγισης των σχέσεων μεταξύ «homo faber» και «homo sapiens». Αντίστροφα, αν αληθεύει ότι κάθε ιστορική (επιστημονική) ανάλυση των σύγχρονων μορφών του καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ και των τάσεων τους, συνδέεται αναγκαστικά με μια θέση στην πάλη των τάξεων, και επομένως με μια τοποθέτηση σ' ένα πεδίο εν εξελίξει ιδεολογικών συγκρούσεων, με παρεμβάσεις που θα προλαβαίνουν την επίλυση των συγκρούσεων αυτών, μπορούμε να φανταστούμε ότι, απλά και καθαρά, ξεπερνά τις ανθρωπολογικές έννοιες.
Να προσβλέπουμε λοιπόν στη διόρθωση των κλασικών διακηρύξεων του μαρξισμού, στην προσαρμογή τους στην εξέλιξη του σημερινού καπιταλισμού και σοσιαλισμού, όχι μέσα σ' ένα απατηλό ιδεολογικό κενό, αλλά έχοντας καθαρά αναγνωρίσει τα πολιτικά επίδικα αντικείμενα του ανθρωπολογικού λόγου.
Ένας διπλός καταμερισμός: «Εργοστάσιο» και «Σχολείο»
Ας επιχειρήσουμε λοιπόν, για να ολοκληρώσουμε, να σκιαγραφήσουμε αυτό που θα μπορούσε να είναι μια συνολική μαρξιστική προβληματική του «καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ», όχι με όρους «αποτελεσμάτων» ή θέσεων, αλλά με όρους ζητημάτων ανοιχτών στην έρευνα, λαμβάνοντας συγχρόνως υπ' όψη μας όσα η συλλογική εργασία των 10 ή 15 τελευταίων χρόνων επέτρεψε να αποσαφηνιστούν.
Όπως είδαμε και παραπάνω, η μαρξιστική θεωρία κατά τη συγκρότηση της βρέθηκε μπλεγμένη σ' ένα δίλημμα αναφορικά με τις σχέσεις μεταξύ «καταμερισμού της εργασίας» και «ταξικής διαίρεσης», δίλημμα το οποίο δεν μπόρεσε να προσπελάσει παρά μόνο παρακάμπτοντας εν μέρει το πρόβλημα που είχε αρχικά τεθεί. Και αυτό γιατί αποδεικνυόταν εξ ίσου αδύνατο να διαχωρίζεις την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής από τον καταμερισμό ΧΕ/ΠΕ και να τα ταυτίζεις (κατά μείζονα λόγο να ανάγεις την εκμετάλλευση στον καταμερισμό ΧΕ/ΠΕ).
Ας παρατηρηθεί κατ' αρχή ότι οι ίδιες οι έννοιες της «χειρωνακτικής εργασίας» και της «πνευματικής εργασίας» δεν μπορούν να έχουν σταθερό ή «φυσικό» περιεχόμενο. Μια απλή ένδειξη για το παραπάνω αποτελεί το γεγονός ότι ο όρος «πνευματική εργασία» (αδιανόητος για ένα αρχαίο Έλληνα ή Ρωμαίο, αν όχι και για ένα κληρικό ή μοναχό του Μεσαίωνα) δεν στάθηκε δυνατό να γενικευτεί πριν τον καπιταλισμό. Πραγματικά, η χρήση του όρου αυτού δεν έχει σαν αφετηρία της κάποια ανάλυση της εργασίας ως κοινωνικής διαδικασίας ή ως ατομικής δραστηριότητας: Αρκείται στην εκ των υστέρων καταγραφή - θα δούμε στη συνέχεια το γιατί - μιας εφαρμογής της αφηρημένης κατηγορίας «εργασία» στη δραστηριότητα των «διανοουμένων». Το πιο σημαντικό είναι ότι κάθε ορισμός μιας φυσικής «όασης» για τις χειρωνακτικές και τις πνευματικές δραστηριότητες (για παράδειγμα μια διάκριση μεταξύ δαπάνης ενέργειας και επεξεργασίας πληροφοριών με σκοπό την πρόβλεψη και τον έλεγχο) οδηγεί αναγκαστικά στη θέση ότι η εργασία εν γένει σαν κοινωνική, συλλογική δραστηριότητα, είναι ταυτόχρονα «χειρωνακτική» και «πνευματική» μ' αυτή την έννοια (συμπεριλαμβάνοντας στο «χειρωνακτική» κάθε δαπάνη ανθρώπινης ενέργειας). Με την αυστηρή έννοια του όρου, δεν υπάρχει εργασία χωρίς γνώση του αντικειμένου της και των συνθηκών της γνώσης που μπορεί να παίρνει διαφορετικές ιδιαίτερες μορφές, άμεσες ή έμμεσες. Η επιστημονική γνώση είναι απλά μια από αυτές.
Ακόμα, δεν υπάρχει ποτέ αυστηρά «ατομική» εργασία (αντίθετα με τον μύθο του Ροβινσώνα). Αντίστροφα, από τη στιγμή που η κοινωνική εργασία αποτελεί το αντικείμενο ενός καταμερισμού εργασίας που μετασχηματίζεται ιστορικά, εμφανίζεται μεν μια διάκριση μεταξύ των ιδιαίτερων δραστηριοτήτων, που όμως δεν μπορεί να καταστεί απόλυτη (αντίθετα με κάποιον άλλο μύθο που μας έρχεται από την αρχαιότητα: τον μύθο των ανθρώπων μηχανών «εμψύχων οργάνων», σε αντιδιαστολή με τους ανθρώπους σκέψη). Στην αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχε ούτε μετασχηματισμός της ύλης, ούτε ενδεχόμενη οργάνωση της εργασίας στο χρόνο και στο χώρο. Ακόμα και οι περισσότερο απειδικευμένες, οι περισσότερο «αποβλακωτικές» εργασίες μεταξύ αυτών που δημιούργησε η αστική βιομηχανική επανάσταση εμπεριέχουν λοιπόν πάντα μια απαραίτητη «διανοητική» όψη. Το κεφάλαιο ενώ αξιώνει και τείνει σταθερά να πραγματοποιεί το αντίστροφο (βλέπε τις περίφημες δηλώσεις του Ταίηλορ και της παρέας του για τον «άνθρωπο βόδι» των καταναγκαστικών έργων), στην πραγματικότητα δεν βγαίνει ποτέ από την ανάγκη να λαβαίνει υπ" όψη του, με αντιφατικό τρόπο, αυτό ακριβώς το γεγονός.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ταξικές κοινωνίες δεν οδήγησαν σ' ένα, ολοένα και οξύτερο ανταγωνισμό μεταξύ των δύο αυτών πλευρών της κοινωνικής εργασίας. Σημαίνει όμως ότι ο αντίστοιχος τομέας τους μετασχηματίζεται αδιάκοπα και μπορεί να οριστεί μόνο αναδρομικά.
Έτσι λοιπόν είδαμε κατ' αρχή τον καπιταλισμό να κατατείνει στη μέγιστη «μηχανοποίηση» της «χειρωνακτικής» εργασίας που κληροδότησε η χειροτεχνία. Η τάση αυτή φυσικά, δεν έχει παύσει σήμερα να λειτουργεί συμπεριλαμβάνοντας και τα καινούργια «επαγγέλματα» που προήλθαν από την εκβιομηχάνιση. Η μηχανοποίηση προκάλεσε', σαν αντίκτυπο, την εμφάνιση «γενικών λειτουργιών» προγραμματισμού, συντονισμού και ελέγχου που ασκήθηκαν από τους άμεσους εκπροσώπους του κεφαλαίου. Στις συνθήκες όμως του καπιταλισμού, η επέκταση αυτού του καταμερισμού προκάλεσε την ανάδυση, σε μια δεύτερη φάση, μιας νέας τάσης, φαινομενικά αντίστροφης προς την προηγούμενη: μιας τάσης κατάτμησης και στη συνέχεια μηχανοποίησης (μέσω της πληροφορικής) της ίδιας της «διανοητικής εργασίας» (εξ ου και η πιθανότητα εν δυνάμει περάσματος ενός μεγάλου μέρους δραστηριοτήτων που κάποτε υπήρξαν αδιαχώριστες από την οργάνωση της εκμετάλλευσης, στην πλευρά της «υποκείμενης σε εκμετάλλευση εργασίας»). Αυτή ακριβώς η τάση όταν επεκτείνεται έξω από την καθεαυτή «παραγωγική» σφαίρα τροφοδοτεί τις αντιθετικές αναπαραστάσεις της διανοητικοποίησης της εργασίας και της μηχανοποίησης της διανοητικότητας. Το όριο μεταξύ των εν δυνάμει εναλλάξιμων εργαζομένων και των «εξατομικευμένων» και «επαγγελματοποιημένων» λειτουργιών μετατοπίζεται ριζικά. Με τον όρο λοιπόν «καταμερισμός ΧΕ/ΠΕ» πρέπει αυστηρά να εννοήσουμε αυτή την (δια αντιφατική κίνηση.
Εν πάσει περιπτώσει η παρατήρηση αυτή είναι ανεπαρκής για να διαφωτίσει τη σχέση του καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ και της πάλης των τάξεων αν δεν διευκρινιστεί ότι επιβάλλεται η θεώρηση ενός διπλού καταμερισμού του οποίου η καταγωγή και τα ιστορικά αποτελέσματα είναι ριζικά διαφορετικά.
1) Υπάρχει κατ' αρχή μια διάκριση της οποίας η καταγωγή είναι προκαπιταλιστική, και μάλιστα ανάγεται σε εποχές που προηγήθηκαν κατά πολύ του καπιταλισμού. Η διαίρεση αυτή δεν διαπερνά τις ίδιες τις παραγωγικές εργασίες αλλά οριοθετεί την παραγωγή και τις μη παραγωγικές δραστηριότητες που εν δυνάμει συγκεντρώνονται στον κρατικό μηχανισμό και στους ειδικευμένους «ιδεολογικούς μηχανισμούς» που ανέπτυξαν οι διαδοχικές κυρίαρχες τάξεις. Αυτή ακριβώς η διάκριση δημιουργεί αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε «επαγγελματίες ιδεολόγους»: Ιερείς, δικαστές, καθηγητές, διανοούμενους, καλλιτέχνες...
Είναι γνωστό ότι στην ιστορία κάθε νέα κυρίαρχη τάξη τείνει να τροποποιήσει τη μορφή των δραστηριοτήτων αυτών δημιουργώντας τους δικούς της «οργανικούς» (Γκράμσι) διανοούμενους, τους οποίους αντλεί συγχρόνως από τις δικές της δυνάμεις και από τις δυνάμεις των εκμεταλλευόμενων τάξεων (γι’ αυτό ακριβώς θα έπρεπε να λεχθεί ότι συγκροτείται σαν κυρίαρχη τάξη με τις διαστρωματώσεις της, τις εσωτερικές της ιεραρχίες, αναπτύσσοντας μια νέα διαμόρφωση της «διανοούμενης» δραστηριότητας ταυτόχρονα με την ανακατανομή των μέσων παραγωγής).
Βασικότερης όμως σημασίας είναι το γεγονός ότι παρ' όλους τους μετασχηματισμούς κάθε νέα κυρίαρχη τάξη. «κληρονομεί» τη γενική μορφή του καταμερισμού και την διατηρεί. Απ' αυτή την άποψη, δεν υπάρχει ποτέ απόλυτη ρήξη, όπως εξ ίσου δεν υπάρχει απόλυτη ρήξη στην ιστορία του εν γένει κρατικού μηχανισμού. Αντίθετα έχουμε μια υλική σύζευξη συνεχείας/μετασχηματισμού που αναδεικνύει το κράτος σ' ένα «μοναδικό» ιστορικό αντικείμενο - σε αντίθεση με τους τρόπους παραγωγής - όχι διιστορικό, ωστόσο αλληλένδετο με την ιστορία περισσότερων από ένα τρόπων παραγωγής.
Στη Γέννηση της κλινικής (το διαφωτιστικότερο ίσως για το θέμα μας βιβλίο του) ο Μισέλ Φουκώ παρακολούθησε την ιστορία των πολιτικών και ιδεολογικών αγώνων που επέτρεψαν, στην εποχή της Γαλλικής επανάστασης τόσο την «καταστροφή» του παλαιού ιατρικού μηχανισμού του παλαιού καθεστώτος όσο και την ανασυγκρότηση ενός ιεραρχημένου «ιατρικού σώματος». Στην Εθνική Γαλλική γλώσσα (Hachette Littérature, 1974) οι Renée Balibar και Dominique Laporte έδειξαν πως η «γραμματικοποίηση» της εκπαίδευσης, απαραίτητη για τη συγκρότηση του αστικού σχολικού μηχανισμού πραγματοποιήθηκε με τη σύνδεση των παιδαγωγικών προτύπων του παλαιού καθεστώτος με μια μαζική πρακτική της γλώσσας πού προήλθε από την ίδια την πολιτική επανάσταση. Οι περιγραφές αυτές έρχονται να υπενθυμίσουν το, γνωστό εξάλλου, «αμάλγαμα» που πραγματοποίησαν οι Carnot και Bonaparte με τους στρατιωτικούς τεχνικούς της απόλυτης μοναρχίας και τους νεοσύλλεκτους του επαναστατικού ξεσηκωμού, θα μπορούσε να λεχθεί ότι το αμάλγαμα είναι η γενική μορφή συνέχειας/ μετασχηματισμού του κράτους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα ξεχνούμε ότι αυτό το αμάλγαμα παριστά συγκεκριμένα μια διαδοχή σκληρών ταξικών αγώνων μεταξύ παλιάς και νέας κυρίαρχης τάξης όπως και μεταξύ της τελευταίας αυτής και των εκμεταλλευόμενων τάξεων που έχει στον έλεγχο της.
Μήπως λοιπόν η διάκριση ΧΕ/ΠΕ αναπαράγεται γιατί το κράτος συνεχίζεται μέσα από τις ίδιες της αναδομήσεις του; Για να είμαστε ακριβείς θα έπρεπε να το πούμε αντίστροφα: Το κράτος δεν θα μπορούσε ούτε να συνεχίζεται ούτε να αναδομείται αν κατά βάση, δεν αναπαράγονταν ο καταμερισμός ΧΕ/ΠΕ. Γιατί ο ίδιος ο σχηματισμός μιας «κυρίαρχης» τάξης δεν είναι ποτέ μια άμεση συνέπεια της ανάπτυξης ενός νέου τρόπου παραγωγής. Είναι πάντοτε ένα ιστορικό πρόβλημα «προς επίλυση» μέσα στην πάλη των τάξεων και τις διαδικασίες μαζικής κοινωνικοποίησης. Εξ ου και η βασική σημασία των ιδεολογικών σχέσεων και της ιδιαίτερης ταξικής πάλης που εκτυλίσσεται εκεί.
Ο Μαρξ είχε τουλάχιστον παραγνωρίσει την ιδιαιτερότητα αυτών των κοινωνικών σχέσεων (ακόμα και αν δεν τις είχε αγνοήσει στην πρακτική) εξ αιτίας ακριβώς της περιοριστικής φιλοσοφικής του αντίληψης για την «υλικότητα», αντίληψης που τον οδηγούσε συνεχώς να ταυτίζει το ιδεολογικό με κάποιες μορφές «συνείδησης» που απλά αντανακλούν το «κοινωνικό είναι» χωρίς όμως να το συνιστούν. Εδώ ακριβώς φαίνεται όλη η ανακρίβεια της περίφημης - πλην βαριάς σε συνέπειες στην ιστορία των εργατικών κομμάτων - διατύπωσης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου σύμφωνα με την οποία όταν τίθεται σε κρίση η αστική κυριαρχία οι διανοούμενοι «που υψώνονται σε σημείο κατανόησης της ιστορικής διαδικασίας» προσχωρούν στο στρατόπεδο της εργατικής τάξης... Στην πραγματικότητα, η προσχώρηση αυτή είναι πάντοτε ένα πρόβλημα. Αποτελεί ακόμα εντονότερο πρόβλημα στην περίπτωση μιας σοσιαλιστικής επανάστασης όπου προϋποτίθενται όχι μόνο κάποιες ιδιαίτερες ιδεολογικές μορφές αγώνα (που δεν μπορούν ούτε να ψηφιστούν ούτε να νοθευτούν...) αλλά μια πραγματική αναστροφή τάσης στις σχέσεις της χειρωνακτικής και της πνευματικής εργασίας, τουλάχιστον, εάν το ταξικό κράτος οφείλει να παραχωρήσει τη θέση του σε μορφές «δημοκρατίας των μαζών» και «κυβέρνησης των παραγωγών».
2) Παρ' όλα αυτά ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής εισήγαγε επίσης μια δεύτερη μορφή καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ ριζικά διαφορετική, που αντεπιδρά άμεσα πάνω στην προηγούμενη: ένα καταμερισμό ΧΕ/ΠΕ μέσα στην παραγωγή ενυπάρχουσα στις σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής. Ο καταμερισμός αυτός δεν έχει κανένα πραγματικό ιστορικό προηγούμενο (ακόμα κι αν, για παράδειγμα η δουλεία είχε κάποτε επιμερίσει τη διεύθυνση και την εκτέλεση σε τεράστια κλίμακα, μεταξύ διαφορετικών τύπων ανθρώπων, απ' όπου και οι συχνές αναφορές του Μαρξ στη «μισθωτή δουλεία») γιατί ακριβώς βασίζεται στην ανάπτυξη της τεχνολογίας.
Εδώ θα ήθελα να υπογραμμίσω μόνο ορισμένα σημεία ευρέως αποδεκτά από όλους εκείνους τους μαρξιστές αναλυτές της διαδικασίας της εργασίας που δεν ανάγουν την έννοια των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής ούτε στην απλή νομική «ατομική» ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ούτε στο απλό υπολογίσιμο αποτέλεσμα της αξιοποίησης του κεφαλαίου, αλλά την ορίζουν λαμβάνοντας υπ' όψη το σύνολο των μορφών της ταξικής πάλης στην παραγωγή ή το σύνολο των μορφών οργάνωσης της υπερεργασίας.
Ας υπενθυμίσουμε αρχικά ότι δεν υπάρχει «τεχνολογία» με την κυριολεξία του όρου πριν τον καπιταλισμό και ότι οι μορφές μιας μη καπιταλιστικής τεχνολογίας είναι ακόμα, κάτι περισσότερο από προβληματικές... Η ανάπτυξη της τεχνολογίας στον καπιταλισμό δεν είναι εξωτερική προς την ιστορία της κοινωνικής σχέσης παραγωγής. Η ειδικά καπιταλιστική μορφή εκμετάλλευσης της εργασίας είναι αυτό που ο Μαρξ ονομάζει παραγωγή «σχετικής υπεραξίας». Η προσαρμογή της εργασιακής δύναμης στις τεχνικές εκείνες που βασίζονται στην εφαρμογή των φυσικών επιστημών παράγει κεφαλαιοποιήσιμη υπερεργασία μόνον εφ' όσον τείνει ταυτόχρονα στην άνοδο της κοινωνικής παραγωγικότητας της εργασίας και την ατομική της εντατικοποίηση. Το γεγονός ακριβώς αυτό απονέμει, παρά τις περισσότερο ή λιγότερο οργανωμένες εργατικές αντιστάσεις, μια ιδιαίτερη «ποιότητα» στην εργασιακή δύναμη και προσανατολίζει σε συνάρτηση προς την εκμετάλλευση την ίδια τη σχεδίαση των μηχανών και των τεχνολογικών συστημάτων (αφού κάθε τεχνολογικό σύστημα είναι ένα «σύστημα ανθρώπων μηχανών» εξαρτώμενο όχι μόνο από κάποια επιστημονική θεωρία αλλά ,και από τις κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξης τους).
Ωστόσο η ίδια η «ποιότητα» της εργασιακής δύναμης δεν εξελίσσεται με κάποιο ομοιόμορφο τρόπο στην πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης (αντίθετα με ότι πίστευε ο Μαρξ που υπέθετε μια αυξανόμενη «απλοποίηση» και «ομογενοποίηση» επιφυλάσσοντας τις σύνθετες τεχνικές λειτουργίες της παραγωγής για μια μικρή μειοψηφία τοποθετημένη εκτάκτου προλεταριάτου). Η «ποιότητα» της εργασιακής δύναμης χαρακτηρίζεται μάλλον από αυτό που πρόσφατα ο Michle Freyssenet μπόρεσε να ονομάσει διπλή κίνηση «απειδίκενσης/υπερειδίκευσης της εργασιακής δύναμης» (βλ. Μ. Freyssenet, Ο καπιταλιστικός καταμερισμός εργασίας, Παρίσι, Savelli, 1977). Η κίνηση αυτή πρέπει να νοηθεί βεβαίως, όχι σε σχέση με κάποια φανταστική «φυσική» νόρμα, αλλά σε σχέση με τις υπάρχουσες ιστορικές μορφές, σε μια δεδομένη στιγμή, σε μια δεδομένη διαδικασία.
Η εμπειρία δείχνει, νομίζω καθαρά, ότι η υπερειδίκευση δεν είναι λιγότερο αλλοτριωτική με τον τρόπο της, ακόμα κι αν συνοδεύεται από προφανώς πιο πλεονεκτικέ; συνθήκες ζωής και εργασίας. Το σημαντικό όμως εδώ είναι να μετρηθούν σ1 όλη τους την έκταση τα φαινόμενα ανταγωνισμού που η υπερειδίκευση αυτή συνεπάγεται και που θα συνεπάγονταν πάντοτε, από τη στιγμή, που καθορίζονταν σαν πολιτικός στόχος η εισαγωγή μορφών αυτοδιαχείρησης στην παραγωγή, θα ήταν μια καθαρή χίμαιρα το να φανταστούμε ότι η υπερειδίκευση αυτή δε θα προσέκρουε ολοκληρωτικά σε αντιστάσεις και προστριβές μεταξύ των «παραγωγών» ριζωμένες όχι μόνο στις μισθολογικές ιεραρχίες αλλά και στην υλικότητα των παραγωγικών σχέσεων που στην περίστάση αυτή παίρνουν την μορφή «τεχνικών» εμποδίων. Και πάλι ο επαναστατικός μετασχηματισμός είναι αδιανόητος χωρίς το τίμημα μιας πραγματικής αναστροφής τη: τάσης της οποίας οι μορφές είναι προς αναζήτηση στη διάρκεια ενός μακρόχρονου συλλογικού πειραματισμού κάτω από ευνοϊκές πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες.
Τελικά, η ειδικά καπιταλιστική μορφή καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ υλοποιείται λοιπόν στο ρόλο που προσάπτει ο καπιταλισμό; στα ίδια τα μέσα παραγωγής. Ο Μαρξ είχε ήδη υπογραμμίσει αυτά τα «πρωτεία των μέσων παραγωγής» (και της χαρακτηριστικής στον ιστορικό ρόλο του καπιταλισμού «παραγωγής των μέσων παραγωγής»). Πρέπει να προσθέσουμε ότι η ουσιαστική μορφή με την οποία εμφανίζεται η «διανοητική εργασία» σε μια δεδομένη εργασιακή διαδικασία είναι αυτή των εργαλείων, μηχανών και οργάνων, που βέβαια έχουν παραχθεί στη διάρκεια μιας άλλης εργασιακής διαδικασίας και που μ' αυτό τον τρόπο παρουσιάζονται συγχρόνως σαν μέσα «άντλησης» υπερεργασίας και σαν «αποκρυσταλλωμένη διανοητική εργασία» (επιστημονικές και τεχνολογικές γνώσεις ενσωματωμένες στο μέσο παραγωγής).
Ας σημειωθεί εξ άλλου ότι ανατρέχοντας την αλυσίδα της παραγωγής δεν θα φθάσουμε ωστόσο ποτέ σε μια «καθαρά διανοητική» διαδικασία γιατί ακόμα και τα εργαστήρια μελετών και επιστημονικής έρευνας είναι τόποι καταμερισμού της εργασίας, που προϋποθέτουν ένα ολόκληρο σύνολο από υλικά μέσα που προμηθεύονται απ' έξω. Πρόκειται λοιπόν περισσότερο για ένα μόνιμο κύκλο. Αυτό όμως σημαίνει ότι ο καπιταλιστικός χωρισμός του εργαζομένου από τα μέσα παραγωγής σε κάθε εργασιακή διαδικασία παίρνει άμεσα τη μορφή μιας σχεδόν πλήρους έλλειψης επικοινωνίας μεταξύ των εργαζομένων που χρησιμοποιούν τις μηχανές και αυτών που ,τις παράγουν ή τις μετασχηματίζουν, παρά τις όποιες πρόχειρες λύσεις στις οποίες αναγκάζονται να καταφύγουν μηχανικοί, ερευνητές και γραφεία μελετών για να καταγράψουν την πρακτική εμπειρία της παραγωγής.
Αλλά με το χωρισμό αυτό συσχετίζεται ένας άλλος, εξ ίσου βαθύς, ο σχολικός χωρισμός, που αναπτύχθηκε ταυτόχρονα με την γενίκευση της σχολικής εκπαίδευσης: Χωρισμός μεταξύ της στιγμής της «αναπαραγωγής» ή της επαγγελματικής εκπαίδευσης της εργασιακής δύναμης (παρ' όλες τις απόπειρες «μόνιμης επαγγελματικής εκπαίδευσης») και της στιγμής της χρήσης της. Χωρισμός μεταξύ του γενικού ή επαγγελματικού σχολείου και της παραγωγής (παρά τα «τετράμηνα άσκησης» στο εργοστάσιο). Χωρισμός τέλος στο ίδιο το εσωτερικό του σχολείου μεταξύ των «καναλιών» ή «δικτύων» που αναπαράγουν και υποβιβάζουν τον καταμερισμό ΧΕ/ΠΕ λόγω του ότι η ιεραρχία τους γίνεται πάντοτε αντιληπτή σαν μια ιεραρχία αυξανόμενης διανοητικότητας (βλ. τις εργασίες των Baudelot και Establet).
Σημαίνει όμως επίσης ότι κάθε σχέση συνεργασίας μεταξύ των ίδιων των «χειρωνακτών» που χρησιμοποιούν μηχανές (στην πραγματικότητα, που χρησιμοποιούνται απ' αυτές) πραγματοποιείται με τη διαμεσολάβηση του μέσου παραγωγής που ενσωματώνει τη «διανοητική εργασία». Το μέσο παραγωγής καθίσταται έτσι μόνιμο μέσο ελέγχου ασκούμενου πάνω στη «χειρωνακτική» εργασία. Έτσι εξηγείται επίσης γιατί το ζήτημα του ιδεολογικού ελέγχου της ίδιας αυτής της διανοητικής εργασίας αποτελεί πάντα ένα βασικό πολιτικό στοίχημα για την κυρίαρχη τάξη.
Το σύνολο των σχέσεων παραγωγής και αναπαραγωγής αποτελεί μια σύνθετη ταξική δομή, που προκειμένου να την κάνουμε να κλυδωνιστεί και να αρχίσουμε να την μετασχηματίζουμε, στη βάση των ίδιων της των εσωτερικών αντιθέσεων, θα πρέπει να την προσβάλλουμε και από τις δύο πλευρές ταυτόχρονα: Αμφισβητώντας στην πράξη τη διάκριση τον σχολείου, τον τρόπο της επαγγελματικής επιμόρφωσης (και «ειδίκευσης») της εργασιακής δύναμης όχι μόνο με την επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και της μόνιμης επαγγελματικής επιμόρφωσης, αλλά με μια επανάσταση στην ίδια τη σχολική μορφή. Και αμφισβητώντας από την άλλη πλευρά την καπιταλιστική χρήση των μέσων παραγωγής, ιδίως με τη δημιουργία της δυνατότητας χρήσης τους από μέρους των εργαζομένων για σκοπούς που ο καπιταλισμός αποκλείει σαν «μη παραγωγικούς» γι’ αυτόν, δηλ. μη κερδοφόρους, μη παραγωγούς αξίας και υπεραξίας. Είναι αυτό που για ένα σύντομο διάστημα, είχε αποπειραθεί η κινέζικη πολιτιστική επανάσταση, καταλήγοντας στην ιδέα μιας νέας Βιομηχανικής επανάστασης με το μετασχηματισμό του εργοστάσιου σε χώρο ταυτόχρονα επιστημονικού πειραματισμού, τεχνολογικής τελειοποίησης και επαγγελματικής επιμόρφωσης των ίδιων των εργαζομένων (βλ. ιδιαίτερα την «έρευνα» για το εργοστάσιο εργαλειομηχανών της Σαγκάης που παραμένει ένα από τα πλουσιότερα ντοκουμέντα της πολιτιστικής επανάστασης και απόδειξη του βαθιά προοδευτικού της περιεχόμενου, πέρα από τις υπερβολές του «μαοϊσμού»).
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού βρίσκεται στο ότι συνδυάζει σε μια ενιαία κοινωνική δομή τις δύο αυτές μορφές καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ τελείως διαφορετικής ιστορικής προέλευσης. Η γενίκευση της σχολικής εκπαίδευσης που υλοποιείται στον ΧΙΧο και τον ΧΧο αιώνα, είναι ακριβώς ο παράγοντας εκείνος που προκάλεσε τη συγχώνευση της μιας και της άλλης στο επίπεδο της αναπαραγωγής.
Ακριβώς γι’ αυτό, το ζήτημα των «διανοουμένου» όταν τίθεται αυτόνομα, είτε από μια κοινωνιολογική, είτε από μια ηθική σκοπιά, είναι παραπλανητικό. Οι «διανοούμενοι» (που ο καπιταλισμός κατανέμει σ' ένα ολοένα και περισσότερο πολύπλοκο και άνισο σύστημα «επαγγελμάτων» με τις ιδιαίτερες τους «ειδικότητες») δεν είναι ούτε τα θύματα ούτε οι υπεύθυνοι της εκμετάλλευσης και του κρατισμού. Μέσα στην ποικιλότητα τους αποτελούν βέβαια μια εν δυνάμει ενότητα. Όμως η μορφή του διανοούμενου δεν είναι, αντίθετα με ό,τι νόμιζαν οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού και οι θετικιστές, ο σκοπός ή το ιδανικό στο οποίο θα πρέπει να στοχεύει η σχολική εκπαίδευση και η πολιτιστική ζωή. Αντίθετα, είναι το αποτέλεσμα της διπλής αυτής λειτουργίας που επιτελεί η σχολική εκπαίδευση και μετασχηματίζεται ενόσω αυτή εξελίσσεται σαν κοινωνική διαδικασία μαζών, ακόμα και αν το αποτέλεσμα της σχολικής εκπαίδευσης δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι, ουσιαστικά η ανάδειξη «διανοουμένων». Επιφορτισμένοι εξ αρχής με τη λειτουργία του «τσιμέντου» της ταξικής κυριαρχίας μέσα στην παραγωγή και έξω απ' αυτή, βρίσκονται επίσης τοποθετημένοι στο νευραλγικό σημείο της μεταφοράς των αντιθέσεων και των κρίσεων έξω από τα «όρια» του τρόπου παραγωγής, από τη στιγμή που οι κρίσεις αυτές εξελίσσονται σε «κρίσεις της κοινωνίας» (ή, όπως έλεγε ο Γκράμσι, κρίσεις ηγεμονίας).
θέτοντας σε μια τέτοια βάση το ζήτημα του καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ, νομίζω ότι περιπλέκουμε την προβληματική που σκιαγράφησε ο Μαρξ αλλά και ταυτόχρονα την διορθώνουμε, ενσωματώνοντας της κάποιες ιδεολογικές και πολιτικές διαστάσεις που σ' ένα μεγάλο μέρος είχε αγνοήσει. Ακόμα, κατά κάποιο τρόπο παρουσιάζουμε την εικόνα μιας σοσιαλιστικής μετάβασης πιο δύσκολης, πιο μακρόχρονης και πιο ανταγωνιστικής αποποιούμενοι οριστικά το μύθο μιας ουσιαστικά ήδη πραγματοποιημένης από τον καπιταλισμό κοινωνικοποίησης, αρνούμενοι ότι το μόνο πού μένει είναι η απελευθέρωση του καπιταλισμού από τα εμπόδια του, ή η «γέννηση» με την κολεκτιβοποίηση των μέσων παραγωγής που θα φέρει το «κυνήγι των εργοδοτών» ή η εφαρμογή «κριτηρίων σοσιαλιστικής διαχείρισης». Ταυτόχρονα όμως ρίχνουμε φως σε μερικές από τις βαθύτερες αιτίες των οπισθοχωρήσεων και των αποκλίσεων που έχει να επιδείξει η ιστορία των σοσιαλιστικών επαναστάσεων και επομένως συμβάλλουμε στην αντιμετώπιση τους. Και τελικά, θεμελιώνουμε τους επαναστατικούς αγώνες σε μια κοινωνική κίνηση πολύ πιο πραγματική.
* Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στη συλλογή με τίτλο: Jean Belkhir el autres: L'intellectuel: L'intelligentsia et les manuels, που εκδόθηκε το 1983 από τις Editions Anthropos.
* Ο όρος liquider στη γαλλική γλώσσα έχει και τις έννοιες της εκκαθάρισης, της απαλλαγής από κάποιον ενοχλητικό, και της φυσικής εξόντωσης (σ.τ.μ.).
* Οι O.S. (ouvriers spesialisés) είναι οι βιομηχανικοί εργάτες με το χαμηλότερο βάθρο εξειδίκευσης, των οποίων οι τεχνικές γνώσεις περιορίζονται αυστηρά στο αντικείμενο της δουλειάς τους (σ.τ.μ.).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου