Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Claudio Katz: Ο ιμπεριαλισμός τον 21ο αιώνα



Claudio Katz: Ο ιμπεριαλισμός τον 21ο αιώνα



To ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει σε συνέχειες ολόκληρο το βιβλίο του Claudio Katz που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη.
Αθήνα 2003


Claudio Katz
Ο ιμπεριαλισμός τον 21ο αιώνα
Μετάφραση από τα γαλλικά
Τίτλος πρωτοτύπου: L'imperialisme du XXIe siθcle
Από το Inprecor, αρ.474, Σεπτέμβριος 2002
Εκδόσεις Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη
Εμμανουήλ Μπενάκη 71, 106 81 Αθήνα
τηλ.και fax 210-3301297
e-mail: spartakos@okde.org
Αθήνα 2003
Τιμή: 3 €


Περιεχόμενα
Εισαγωγή 5
Α. Ο ιμπεριαλισμός ως αναγκαία θεωρία για την κατανόηση του σύγχρονου κόσμου 6
Μια εξήγηση της παγκόσμιας πόλωσης 6
Οι αντιφάσεις των περιφερειακών οικονομιών 8
Πολιτικός επανεποικισμός 11
Ο στρατιωτικός παρεμβατισμός 13
Ο νεοφιλελεύθερος φαταλισμός 15
Αυτοκρατορική υπερεθνοποίηση 16
Τάξεις και Κράτη - Ι 18
Επιστροφή στον βιομηχανικό καπιταλισμό; 20
Β. Τρία μοντέλα για το σύγχρονο ιμπεριαλισμό 23
1. Οι αλλαγές του δι-ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού 25
2. Η υπερεθνική υπερβολή 29
Τάξεις και κράτη - ΙΙ 32
3. Τα λάθη του "υπεριμπεριαλισμού" 34
Ένας συνδυασμός των τριών μοντέλων 37
Γ. Για μια στρατηγική απέναντι στον ιμπεριαλισμό 40
Τέσσερις πολιτικές προκλήσεις 43
Σημειώσεις 48

Το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τη μελέτη του ιμπεριαλισμού άλλαξε το πλαίσιο της διαμάχης για την παγκοσμιοποίηση, η οποία εστιαζόταν, μέχρι σήμερα, αποκλειστικά στην κριτική του νεοφιλελευθερισμού και τα νέα χαρακτηριστικά της παγκοσμιοποίησης. Η αντίληψη που είχε αναπτυχθεί από τους κύριους θεωρητικούς του μαρξισμού του 20ου αιώνα -ευρέως διαδεδομένη κατά τη δεκαετία του ΄70- προσελκύει και πάλι το ενδιαφέρον των ερευνητών λόγω της επιδείνωσης της κοινωνικής κρίσης στον Τρίτο Κόσμο, της αύξησης των ένοπλων συρράξεων και του θανάσιμου ανταγωνισμού των εταιρειών.
Εννοιολογικά, η ιδέα του ιμπεριαλισμού εμπεριέχει δύο τύπους προβλημάτων: αφενός τις ισχύουσες σχέσεις κυριαρχίας μεταξύ των καπιταλιστών του κέντρου και των λαών της περιφέρειας και αφετέρου τις σχέσεις που επικρατούν μεταξύ των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε κάθε στάδιο του καπιταλισμού. Ποια είναι, όμως, η επικαιρότητα αυτής της θεωρίας; Σε τι μπορεί να συμβάλει στη διασαφήνιση της σημερινής πραγματικότητας;
Η πόλωση των εισοδημάτων επιβεβαιώνει τη σημασία της θεωρίας, με την αρχική της έννοια. Όταν η περιουσία 3 πολυεκατομμυριούχων ξεπερνάει το Α.Ε.Π. 48 κρατών και όταν κάθε τέσσερα δευτερόλεπτα ένας άνθρωπος της περιφέρειας πεθαίνει από πείνα, είναι πολύ δύσκολο να κρυφτεί το γεγονός ότι το χάσμα μεταξύ των αναπτυγμένων και των υπανάπτυκτων χωρών αυξάνεται υπακούοντας στις σχέσεις καταπίεσης. Σήμερα, είναι αναμφισβήτητο ότι αυτή η ασυμμετρία δεν είναι ένα "περαστικό" φαινόμενο, το οποίο θα διορθωθεί από την "κάθαρση" που θα επιφέρουν τα ευεργετήματα της παγκοσμιοποίησης. Τα κράτη της περιφέρειας όχι μόνο είναι οι "χαμένοι" της παγκοσμιοποίησης, αλλά υφίστανται και μια εντατικοποίηση της διαφυγής των εσόδων τους, η οποία ιστορικά είναι η αιτία του φρεναρίσματος της ανάπτυξής τους.
Αυτή η απομύζηση έχει προκαλέσει την αύξηση της μιζέριας στο έπακρο στα 49 φτωχότερα έθνη και μεγάλες στρεβλώσεις στη μερική συσσώρευση των εξαρτώμενων ημι-βιομηχανικών χωρών. Σε αυτήν τη δεύτερη περίπτωση, η ευημερία των κλάδων που εντάσσονται στη διεθνή κατανομή εργασίας εκμηδενίζεται από τον εκφυλισμό των οικονομικών δραστηριοτήτων που απευθύνονται στην εσωτερική αγορά.
Η ανάλυση του ιμπεριαλισμού δεν προσφέρει μια συνωμοσιολογική ερμηνεία της υπανάπτυξης ούτε απαλλάσσει τις τοπικές κυβερνήσεις από τις ευθύνες για αυτήν την κατάσταση. Απλώς, παρουσιάζει μια εξήγηση για την πόλωση της συσσώρευσης σε παγκόσμια κλίμακα και τη μείωση των πιθανοτήτων να απαλυνθεί αυτή η συσσώρευση μεταξύ ανόμοιων οικονομιών. Το περιθώριο της επιταχυνόμενης ανάπτυξης, το οποίο επέτρεψε κατά τον 19ο αιώνα στη Γερμανία και την Ιαπωνία να ενταχθούν στην ομάδα των ισχυρών -αποτελούμενη μέχρι τότε από τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία-, δεν υπάρχει πλέον σήμερα για τη Βραζιλία, την Ινδία ή την Κορέα. Ο παγκόσμιος χάρτης, όπως είναι διαμορφωμένος, χαρακτηρίζεται από μια "σταθερή αρχιτεκτονική" του κέντρου και μια "μεταβλητή γεωγραφία" των υπανάπτυκτων χωρών, ενώ οι μόνες επιτρεπτές τροποποιήσεις αφορούν στην περιφερειακή θέση κάθε εξαρτημένης χώρας1.
Η θεωρία του ιμπεριαλισμού αποδίδει αυτές τις ασυμμετρίες στη συστηματική μεταφορά της αξίας που δημιουργείται στην περιφέρεια προς τους καπιταλιστές του κέντρου. Αυτή η μεταφορά συγκεκριμενοποιείται μέσω της επιδείνωσης των όρων του εμπορίου, της απορρόφησης των οικονομικών εσόδων και της απόδοσης των βιομηχανικών κερδών. Οι πολιτικές επιπτώσεις αυτής της απομύζησης είναι η απώλεια της πολιτικής αυτονομίας των διοικούντων τάξεων της περιφέρειας και οι αυξανόμενες στρατιωτικές παρεμβάσεις του στρατού της Βορείου Αμερικής. Αυτές οι τρεις πλευρές του σύγχρονου ιμπεριαλισμού φαίνονται καθαρά στην λατινοαμερικάνικη πραγματικότητα.
Από τα μέσα της δεκαετίας του '90, η Λατινική Αμερική υφίσταται τις συνέπειες της κατάρρευσης των "αναπτυσσόμενων αγορών". Το μεγαλύτερο μέρος των εθνών υποφέρουν, εγκλωβισμένα σε βαθιά οικονομική κρίση, της οποίας είχε προηγηθεί μαζική διαφυγή κεφαλαίων, ενώ ακολούθησαν υποτιμήσεις που ενδυνάμωσαν τον πληθωρισμό και μείωσαν την αγοραστική δυνατότητα. Αυτή η κατάρρευση προκάλεσε χρεοκοπίες τραπεζών, ενώ η κρατική παρέμβαση για τη σωτηρία τους αύξησε το δημόσιο χρέος. Το γεγονός αυτό δυσκόλεψε κατά πολύ την καταφυγή σε πολιτικές που θα οδηγούσαν στην ανόρθωση της οικονομίας και αύξησαν την απώλεια της νομισματικής και οικονομικής κυριαρχίας.
Αυτές οι κρίσεις είναι αποτέλεσμα της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας και όχι μόνο της εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, οι οποίες εφαρμόστηκαν εξίσου και στις κεντρικές χώρες. Η οικονομική κατάρρευση των λατινοαμερικάνικων χωρών της περιφέρειας είναι σαφώς βαθύτερη από τα φαινόμενα αστάθειας που παρατηρήθηκαν στις Η.Π.Α., την Ευρώπη ή την Ιαπωνία, γιατί χαρακτηρίστηκε από την περιοδική πτώση των τιμών των εξαγόμενων πρώτων υλών, την περιοδική διακοπή πληρωμών του χρέους και την εξάρθρωση της τοπικής βιομηχανίας. Η περιφέρεια είναι πιο ευάλωτη απέναντι στις διεθνείς οικονομικές αναταραχές, γιατί ο οικονομικός της κύκλος εξαρτάται από το επίπεδο της δραστηριότητας των προηγμένων οικονομιών. Ωστόσο, η πορεία προς την παγκοσμιοποίηση φέρνει στην επιφάνεια αυτήν την ευθραυστότητα, διευρύνοντας τον τεμαχισμό της βιομηχανικής δραστηριότητας, συγκεντρώνοντας την εξειδικευμένη εργασία στις κεντρικές χώρες και μεγαλώνοντας τις διαφορές στο επίπεδο της κατανάλωσης.
Η ιμπεριαλιστική κυριαρχία επιτρέπει στις αναπτυγμένες οικονομίες να μεταφέρουν ένα μέρος της δικής τους αστάθειας προς τις εξαρτημένες χώρες. Αυτή η μεταφορά εξηγεί τον ασύμμετρο και μη γενικευμένο χαρακτήρα της εξελισσόμενης οικονομικής ύφεσης αυτή τη χρονική στιγμή. Αν και στην περιφέρεια καταγράφεται μια κρίση αντίστοιχη με αυτήν του 1930, αυτή η κατάσταση αποτελεί απλό ενδεχόμενο για τις χώρες του κέντρου. Οι ίδιες πολιτικές ιδιωτικοποίησης δεν παρήγαγαν τις ίδιες απώλειες σε όλες τις περιοχές. Ο θατσερισμός αύξησε τα επίπεδα της φτώχιας στη Μ.Βρετανία, αλλά στην Αργεντινή προκάλεσε υποσιτισμό και ανέχεια. Η αύξηση του χάσματος εισοδημάτων, μείωσε τους μισθούς στις Η.Π.Α., αλλά στο Μεξικό προκάλεσε μιζέρια και μαζική μετανάστευση. Το εμπορικό άνοιγμα αδυνάτισε την ιαπωνική οικονομία, αλλά εκμηδένισε τον Ισημερινό. Αυτές οι διαφορές οφείλονται στο δομικό χαρακτήρα κάθε χώρας, κεντρικό ή περιφερειακό, όπως αυτός διαμορφώνεται στην παγκόσμια τάξη.
Η εξάρτηση είναι ο κύριος λόγος της βαθιάς οικονομικής ύφεσης στη Λατινική Αμερική από το μέσο της δεκαετίας του '90, παρά τη σύντομη ανάπαυλα που προκάλεσε η βραχυπρόθεσμη εισροή και επένδυση κεφαλαίων. Η περιοχή έπεσε εκ νέου στις δραματικές συνθήκες της "χαμένης δεκαετίας" του '80. Το Α.Ε.Π. της περιοχής καθηλώθηκε σε τιμές της τάξης του 0,3%, τον προηγούμενο χρόνο, και θα κυμανθεί γύρω στο 0,5% το 2002. Μετά από τέσσερα χρόνια καθαρής εξόδου κεφαλαίων, οι ξένες επενδύσεις εξαντλήθηκαν και η παραγωγική ειδίκευση, σε ό,τι αφορά σε βασικές δραστηριότητες, εξασφάλισε την επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου (τα ποσά που αποστέλλονται από τους μετανάστες στις Η.Π.Α. ξεπερνούν ήδη σε πολλές χώρες την εισροή κεφαλαίων από εξαγωγές). Το αποτέλεσμα αυτής της κρίσης: μόνο 20 από τις 120 μετοχές λατινοαμερικάνικων εταιρειών που ήταν εισαγμένες στα χρηματιστήρια ανά τον κόσμο, εδώ και δέκα χρόνια, παραμένουν σήμερα εμπορεύσιμες.
Η αιτία των μεγάλων οικονομικώμ ανισορροπιών, που προκάλεσαν εμπορικό έλλειμμα (Μεξικό), απώλεια δημοσιονομικού ελέγχου (Βραζιλία) ή συρρίκνωση της παραγωγής (Αργεντινή), είναι η ιμπεριαλιστική κυριαρχία. Στην πραγματικότητα, αυτές οι αναταραχές προκάλεσαν μια διαδοχή κρίσεων, οι οποίες εξαπλώθηκαν σε όλη τη νότια Αμερική, αποσταθεροποίησαν την ουρουγουανή οικονομία και απείλησαν το Περού και τη Βραζιλία. Οι οικονομολόγοι, οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού, που αναγκάζονται να αναλύσουν τις ιδιαιτερότητες αυτής της κρίσης, δεν καταλαβαίνουν το γενικό κανόνα αυτών των ανισορροπιών. Αγνοώντας το καθεστώς καταπίεσης που ασκεί ο ιμπεριαλισμός, έχουν την τάση να αλλάζουν συχνά γνώμη και να απαξιώνουν με πρωτοφανή ταχύτητα τα ίδια τα δικά τους οικονομικά μοντέλα που εκθείαζαν προηγουμένως.
Αλλά, από τη στιγμή που άρχισε να προωθείται η Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου της Αμερικής (ALCA2), έγινε πρακτικά αδύνατο να αποφευχθεί η ανάλυση του ιμπεριαλισμού. Αυτό το στρατηγικό σχέδιο της βορειοαμερικανικής κυριαρχίας έχει ως στόχο την επέκταση των εξαγωγών των Η.Π.Α., για να μπλοκάρει τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό και να ενισχύσει τον έλεγχο όλων των επικερδών επιχειρήσεων της περιοχής (τις εναπομένουσες ιδιωτικοποιήσεις, τα προνομιακά συμβόλαια του δημόσιου τομέα, την πληρωμή των αδειών χρήσης) από την κεντρική δύναμη.
Η ALCA είναι μια νεοαποικιακή συνθήκη, η οποία επιβάλει το εμπορικό άνοιγμα των αγορών της Λατινικής Αμερικής χωρίς κανένα αντάλλαγμα από πλευράς των Η.Π.Α.. Για να κερδίσει την ψήφο για το "fast track" (άδεια του Κογκρέσου για γρήγορη διαπραγμάτευση των συμφωνιών με κάθε χώρα που αναφέρεται στη συνθήκη), ο πρόεδρος Μπους πρόσθεσε πρόσφατα νέους όρους, οι οποίοι εμποδίζουν τη μεταφορά υψηλής τεχνολογίας προς τη Λατινική Αμερική και εμποδίζουν την είσοδο 293 τοπικών προϊόντων στην αγορά των Η.Π.Α.. Οι τελωνειακοί φραγμοί επηρεάζουν, σε πρώτο χρόνο, προϊόντα σιδηρουργίας, υφάσματα και αγροτικά προϊόντα. Επιπλέον, ο πρόεδρος Μπους δρομολογεί ένα πρόγραμμα μεγάλων ενισχύσεων του αγροτικού τομέα, το οποίο, κατά την επόμενη δεκαετία, θα ισοδυναμεί με τη χαριστική βολή στις λατινοαμερικάνικες εξαγωγές σόγιας, σιταριού και καλαμποκιού 3.
Η ALCA αποκαλύπτει τη διπλή γλώσσα των ιμπεριαλιστών, οι οποίοι από τη μια εκθειάζουν το άνοιγμα των αγορών προς το εξωτερικό και από την άλλη βρίσκουν καταφύγιο στον προστατευτισμό σε ό,τι αφορά τη δική τους αγορά. Η υπογραφή της συμφωνίας θα προκαλέσει την κατάρρευση των ημι-βιομηχανικών χωρών, όπως η Βραζιλία, και των περιφερειακών συνεργασιών, όπως το Mercosur, μην επιτρέποντας παρά μια ελάχιστη προσαρμογή των μικρών ή συμπληρωματικών οικονομιών, σε πολύ ειδικούς τομείς που σχετίζονται με την οικονομία των Η.Π.Α..
Μετά από μια δεκαετία νεοφιλελευθερισμού, το ιμπεριαλιστικό μήνυμα για εμπορικό άνοιγμα των αγορών δεν πείθει πλέον κανέναν. Είναι προφανές ότι η ευημερία ενός κράτους δεν εξαρτάται καθόλου από την "παγκόσμια παρουσία" του, αλλά από τους όρους της εισαγωγής του σε αυτήν. Για παράδειγμα, η Αφρική έχει ένα ποσοστό εξωτερικού εμπορίου (45,6% του Α.Ε.Π.) πολύ μεγαλύτερο από αυτό της Ευρώπης (13,8% του Α.Ε.Π.) ή των Η.Π.Α. (13,2% του Α.Ε.Π.), ενώ είναι η φτωχότερη περιοχή του πλανήτη4. Αυτή η ακραία περίπτωση δυσμενούς υποτέλειας απέναντι στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας απεικονίζει την κατάσταση γενικής εξάρτησης που υφίστανται οι οικονομίες της περιφέρειας.

Ο επανεποικισμός της περιφέρειας αποτελεί την πολιτική όψη της ιμπεριαλιστικής οικονομικής κυριαρχίας. Βασίζεται στην αυξανόμενη συνεργασία των τοπικών κυρίαρχων τάξεων με τις αντίστοιχες τάξεις του βορά. Αυτή η διαπλοκή είναι η συνέπεια της οικονομικής εξάρτησης, της παράδοσης των φυσικών πόρων και της ιδιωτικοποίησης των στρατηγικών τομέων της τοπικής οικονομίας. Η απώλεια της οικονομικής κυριαρχίας παραχώρησε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Δ.Ν.Τ.) το δικαίωμα άμεσης πρόσβασης στη μακροοικονομική διαχείριση και στο Υπουργείο Εξωτερικών των Η.Π.Α. αντίστοιχη επιρροή στις πολιτικές αποφάσεις. Σήμερα, κανένας πρόεδρος λατινοαμερικάνικου κράτους δεν μπορεί να λάβει σημαντικές πολιτικές αποφάσεις, χωρίς πρώτα να συμβουλευτεί την πρεσβεία των Η.Π.Α.. Η στάση των μέσων ενημέρωσης και οι "αμερικανόφιλοι" διανοούμενοι συμβάλουν στη νομιμοποίηση αυτής της υποτέλειας.
Σε αντίθεση με την περίοδο 1940-1970, οι λατινοαμερικάνοι καπιταλιστές δεν προσβλέπουν πλέον στην ενδυνάμωση των εσωτερικών αγορών μέσω της υποκατάστασης των εισαγωγών. Προτεραιότητά τους είναι η σύνδεσή τους με τις ξένες εταιρείες, γιατί και η τοπική κυρίαρχη τάξη είναι, εν μέρει, πιστωτής στο εξωτερικό χρέος και επωφελήθηκε από την οικονομική αποσταθεροποίηση, τις ιδιωτικοποιήσεις και την ελαστικοποίηση της εργασίας. Επίσης, υπάρχει ένα στρώμα αξιωματούχων, οι οποίοι είναι πιο πιστοί στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς από ό,τι στα εθνικά τους κράτη. Έχοντας κάνει σπουδές στα αμερικάνικα πανεπιστήμια και εκπαιδευμένοι σε διεθνείς οργανισμούς και μεγάλες εταιρείες, οι καριέρες τους εξαρτώνται περισσότερο από αυτούς τους οργανισμούς παρά από την αγορά των κρατών που κυβερνούν.
Αλλά, αυτός ο γενικευμένος επανεποικισμός επίσης ενισχύει την κρίση των πολιτικών συστημάτων της περιοχής. Η απώλεια νομιμότητας των κυβερνήσεων κάτω από τις επιταγές του Δ.Ν.Τ. έχει προκαλέσει κατά τα δύο τελευταία χρόνια μια κρίση καθεστώτος σε τέσσερις χώρες (Παραγουάη, Ισημερινός, Περού, Αργεντινή). Ως αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας διαφθοράς της εξουσίας των παραδοσιακών κομμάτων, οι κυβερνήσεις ευθραυστοποιούνται, τα καθεστώτα αποσυντίθενται και ορισμένα κράτη κλονίζονται. Αυτή η αλληλουχία έρχεται να στεφανώσει το στείρο καλούπωμα των θεσμών, οι οποίοι δεν είναι πλέον ευαίσθητοι στις λαϊκές απαιτήσεις και συμπεριφέρονται ως πράκτορες του ιμπεριαλισμού. Στο μέτρο που το συνταγματικό προσωπείο αποσυντίθεται, το Υπουργείο Εξωτερικών των Η.Π.Α. ενθαρρύνει την επιστροφή στις παλιές πρακτικές των δικτατοριών, αν και ο παλιός αυταρχισμός παρουσιάζεται καλυμμένος με νέα "συνταγματικά" τεχνάσματα.
Αυτή η γραμμή φαίνεται καθαρά στην πρόσφατη απόπειρα πραξικοπήματος στη Βενεζουέλα. Η αντικατάσταση της εθνικιστικής κυβέρνησης αυτού του κράτους είναι μια προτεραιότητα στα μάτια της κυβέρνησης των Η.Π.Α. για να μπορέσει να ενισχύσει το εμπάργκο της Κούβας, να εξαρθρώσει το ζαπατισμό, να προετοιμαστεί για την εκλογική νίκη του Εργατικού Κόμματος στη Βραζιλία και να δώσει ένα μάθημα στη λαϊκή εξέγερση στην Αργεντινή. Η διπλωματία των Η.Π.Α. άρχισε ήδη να αξιολογεί την πιθανότητα αναστύλωσης των παλιών προτεκτοράτων, τα οποία θεωρεί ότι ήταν εντελώς κατεστραμμένα. Η Κολομβία και η Αϊτή είναι οι δύο κύριοι υποψήφιοι για αυτήν την προσπάθεια νεοαποικισμού, η οποία θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στη Γιουγκοσλαβία, τη Ρουάντα, το Αφγανιστάν, τη Σομαλία και τη Σιέρα Λεόνε. Πρόσφατα, η Αργεντινή άρχισε να εμφανίζεται ανάμεσα στα κράτη που συμπεριλαμβάνονται σε αυτό το σχέδιο διοίκησης με αντιβασιλεία5. Τέτοιες εναλλακτικές λύσεις προϋποθέτουν την άμεση παρέμβαση των βορειοαμερικανικών στρατευμάτων.

Το "Σχέδιο Κολομβία" είναι η κύρια δοκιμή αυτής της παρέμβασης των πολεμοκάπηλων στη Λατινική Αμερική. Το Πεντάγωνο έχει ήδη παρατήσει την πρόφαση της διακίνησης ναρκωτικών και, εξαναγκάζοντας σε αποτυχία τις διαπραγματεύσεις για συμφωνία ειρήνης, άρχισε μια στρατιωτική επιχείρηση εναντίον των ανταρτών. Η φροντίδα για ελαχιστοποίηση της άμεσης παρουσίας βορειοαμερικανικών στρατευμάτων, προκειμένου να μειωθούν οι απώλειες αμερικάνων στρατιωτών (το "σύνδρομο Βιετνάμ"), οδηγεί σε μεγαλύτερες ανθρώπινες απώλειες από πλευράς "ιθαγενών".
Ο πόλεμος της Κολομβίας αφορά την αποκατάσταση της εξουσίας ενός διαμελισμένου κράτους και την αναβίωση των συνθηκών ιδιοποίησης στρατηγικών οικονομικών πόρων από τους ιμπεριαλιστές. Όπως αποδεικνύει η συνωμοσία της Βενεζουέλας, αυτές οι ενέργειες έχουν ως στόχο να εγγυηθούν τον εφοδιασμό των Η.Π.Α. με πετρέλαιο. Για να εξασφαλίσει αυτόν τον εφοδιασμό η CIA έχει εγκαταστήσει ένα στρατηγικό κέντρο στον Ισημερινό και έχει θέσει υπό παρακολούθηση από τα γειτονικά σύνορα όλη την περιοχή του Μεξικού.
Ο ιμπεριαλισμός είναι υποχρεωμένος να εκσυγχρονίζει τις στρατιωτικές του βάσεις με δυνάμεις με δυνατότητα γρήγορης μετακίνησης και παρέμβασης. Στα πλαίσια αυτού του σκοπού αποκέντρωσε την παλιά παναμερικανική διοίκηση, εγκαθιστώντας στρατεύματα στο Βιέκες, το Μάντας, την Αρούμπα και το Ελ Σαλβαδόρ. Μέσω ενός δικτύου 51 βάσεων σε ολόκληρο τον πλανήτη, τα αμερικάνικα στρατεύματα πραγματοποιούν ασκήσεις, οι οποίες αποσκοπούν στην ταυτόχρονη μετακίνηση, εντός λίγων ημερών, στρατεύματος 60.000 ανδρών σε 100 χώρες6. Η επίθεση ενάντια στην Κούβα μέσω τρομοκρατικού χτυπήματος ή άλλου ανανεωμένου σχεδίου επέμβασης παραμένει πάντα ένας επίκαιρος στόχος.
Η τάση της πολεμοκαπηλίας εντάθηκε μετά από τις 11 Σεπτεμβρίου 2001, γιατί οι Η.Π.Α. ποντάρουν στην επανενεργοποίηση της οικονομίας τους, δίνοντας μια νέα ώθηση στους εξοπλισμούς, και κρατάνε στο χέρι τους τα σχέδια πολέμου με το Ιράκ, το Ιράν, τη Νότια Κορέα, τη Συρία και τη Λιβύη. Εκπροσωπώντας το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού, η κεντρική δύναμη απορροφά το 40% των συνολικών στρατιωτικών δαπανών και μόλις ξεκίνησε τη διαδικασία εκσυγχρονισμού των υποβρυχίων, κατασκευής νέων αεροσκαφών και εφαρμογής, μέσω του προγράμματος «πόλεμος των άστρων», των νέων εφαρμογών της τεχνολογίας της πληροφορίας.
Η νέα αυτή στρατιωτική ενεργοποίηση αποτελεί την απάντηση του ιμπεριαλισμού στην αποσύνθεση των περιφερειακών κρατών, οικονομιών και κοινωνιών, η οποία προκαλείται από την αυξανόμενη κυριαρχία των Η.Π.Α. σε αυτήν την περιφέρεια. Είναι ακριβώς για αυτόν το λόγο που ο σημερινός «γενικός πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία» παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τις παλιές αποικιακές εκστρατείες. Εκ νέου, ο εχθρός «διαβολοποιείται», για να δικαιολογηθούν οι σφαγές του άμαχου πληθυσμού στις γραμμές του μετώπου και η κατάργηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων στα μετόπισθεν. Αλλά, όσο περισσότερο προχωράει η καταστροφή του «εχθρού-τρομοκράτη» τόσο παρατηρείται μια πολιτική και κοινωνική αποδιάρθρωση. Το καθεστώς γενικευμένου πολέμου διαιωνίζει την αστάθεια που προκαλείται από την οικονομική λεηλασία, την πολιτική βαλκανιοποίηση και την κοινωνικό ερήμωση της περιφέρειας7 .
Αυτά τα φαινόμενα είναι πιο ορατά στη Λατινική Αμερική και τη Μέση Ανατολή, δύο ζώνες στρατηγικής σημασίας στα μάτια του Πενταγώνου, γιατί κατέχουν τις πηγές πετρελαίου και αντιπροσωπεύουν σημαντικές αγορές που αποτελούν πεδίο ανταγωνισμού με την Ευρώπη και την Ιαπωνία. Λόγω αυτής της στρατηγικής σημασίας, βρίσκονται στο κέντρο της ιμπεριαλιστικής επιβολής και υπόκεινται σε διαδικασίες που προσομοιάζουν με ενέργειες κρατικής αποδιάρθρωσης, οικονομικής αποδυνάμωσης της τοπικής κυρίαρχης τάξης και απώλειας του κύρους των παραδοσιακών πολιτικών αντιπροσωπεύσεων.
Η οικονομική εκμετάλλευση, ο πολιτικός επανεποικισμός και ο στρατιωτικός παρεμβατισμός είναι τα τρία στηρίγματα του σημερινού ιμπεριαλισμού. Μεγάλος αριθμός αναλυτών περιορίζονται στο να περιγράφουν αυτήν την καταπίεση με μοιρολατρικό τρόπο, θεωρώντας την ένα ανηλεές πεπρωμένο. Ορισμένοι παρουσιάζουν τη διάσταση μεταξύ «κερδισμένων και χαμένων» της παγκοσμιοποίησης ως το «κόστος της ανάπτυξης», χωρίς να εξηγούν γιατί αυτό το τίμημα διαιωνίζεται ανά τους αιώνες και πάντα βαραίνει τα έθνη που το έχουν ήδη πληρώσει και στο παρελθόν.
Οι οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού τείνουν να προβλέψουν ότι το τέλος της υπανάπτυξης θα πραγματοποιηθεί στις χώρες που θα ποντάρουν στην «προσέλκυση» ξένων κεφαλαίων και τη «σαγήνευση» εταιρειών. Αλλά, τα εξαρτώμενα κράτη τα οποία δεσμεύτηκαν σε αυτήν την πορεία κατά την τελευταία δεκαετία ανοίγοντας τις οικονομίες τους, πληρώνουν σήμερα το βαρύτερο τίμημα των «αναδυόμενων κρίσεων». Αυτές που στράφηκαν περισσότερο προς τις ιδιωτικοποιήσεις είναι και οι περισσότερο χαμένες στην παγκόσμια αγορά. Παρέχοντας μεγάλες διευκολύνσεις στο ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο κατάργησαν τα εμπόδια που περιόριζαν τη λεηλασία του φυσικού τους πλούτου και το πληρώνουν σήμερα με ακόμη πιο ασύμμετρες εμπορικές συναλλαγές, εντονότερη οικονομική αστάθεια και αυξημένη εξάρθρωση της βιομηχανίας.
Μερικοί οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού αποδίδουν αυτά τα φαινόμενα στην περιορισμένη εφαρμογή των προτάσεών τους, σαν να μην είναι αρκετή μια δεκαετία ζημιογόνων πειραματισμών, για να εξαχθούν αρκετά μαθήματα σχετικά με τα αποτελέσματα των συνταγών τους. Άλλοι υποστηρίζουν ότι η υπανάπτυξη είναι η μοίρα που προκαλείται από την ιδιοσυγκρασία του «χαμένου» που έχουν οι λαοί της περιφέρειας, από το βάρος της διαφθοράς ή την πολιτιστική ανωριμότητα των λαών του Τρίτου Κόσμου. Γενικά, η επιχειρηματολογία των αποικιοκρατών άλλαξε ύφος, αλλά το περιεχόμενό της παρέμεινε αναλλοίωτο. Σήμερα, δεν δικαιολογούν την ανωτερότητα του κατακτητή με τη φυλετική καθαρότητα, αλλά με τη γνωστική υπεροχή και την ποιότητα συμπεριφορά.
Εκτιμώντας ότι η παγκοσμιοποίηση διαχέει τα όρια μεταξύ του Πρώτου και του Τρίτου κόσμου, οι T.Nέγκρι και M.Χαρντ8 θέτουν πολύ σοβαρά σε αμφισβήτηση τη θεωρία του ιμπεριαλισμού. Θεωρούν ότι ένα καινούργιο παγκόσμιο κεφάλαιο, το οποίο λειτουργεί μέσω του Ο.Η.Ε., του G8, του Δ.Ν.Τ. και του Π.Ο.Ε. (Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου) έχει δημιουργήσει μια παντοκρατορική κυριαρχία, μια «αυτοκρατορία», η οποία συνδέει τα κυρίαρχα τμήματα του κέντρου και της περιφέρειας σε ένα και μόνο σύστημα παγκόσμιας καταπίεσης.
Αυτός ο χαρακτηρισμός προϋποθέτει την ύπαρξη μιας ορισμένης ομογενοποίησης της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η οποία είναι πολύ δύσκολο να επαληθευτεί. Όλα τα δεδομένα που αφορούν τις επενδύσεις, την αποταμίευση ή την κατανάλωση επιβεβαιώνουν, αντίθετα, την ύπαρξη διαφορών μεταξύ κεντρικών και περιφερειακών οικονομιών και καταδείχνουν ότι οι διαδικασίες συσσώρευσης και κρίσης επίσης πολώνονται. Όχι μόνο η ευημερία της Βόρειας Αμερικής κατά την τελευταία δεκαετία έρχεται σε αντίθεση με την γενικευμένη κατάρρευση των υπανάπτυκτων χωρών, αλλά και η κοινωνική κρίση της περιφέρειας δεν έχει, προς το παρόν, αντίστοιχα φαινόμενα στην Ευρώπη. Ομοίως, δεν παρατηρούμε καμία ένδειξη σύγκλισης της κατάστασης ανάμεσα στις αστικές τάξεις της Βενεζουέλας και των Η.Π.Α., ούτε ομοιότητες μεταξύ της κρίσης στην Αργεντινή και την Ιαπωνία. Απέχοντας πολύ από την ομογενοποίηση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου γύρω από έναν κοινό ορίζοντα, η παγκοσμιοποίηση εμβαθύνει το δυϊσμό αυτής της διαδικασίας σε πλανητική κλίμακα.
Είναι σαφές ότι η συνεργασία μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων της περιφέρειας και των μεγάλων εταιρειών είναι πιο στενή, όπως είναι επίσης σαφές ότι η φτώχια εξαπλώνεται στην καρδιά του εξελιγμένου καπιταλισμού. Αλλά, αυτές οι διαδικασίες δεν έχουν προκαλέσει ούτε τη μετατροπή κάποιου εξαρτώμενου κράτους σε κράτος κεντρικής δύναμη, ούτε την έκπτωση ενός κράτους κεντρικής δύναμης σε τριτοκοσμικό. Η διαπλοκή, ισχυρότερη μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων, συνυπάρχει με την ενίσχυση του ιστορικού χάσματος που χωρίζει τις αναπτυγμένες και τις υπανάπτυκτες χώρες. Ο καπιταλισμός δεν εξομοιώνεται, ούτε τέμνεται γύρω από ένα νέο υπερεθνικό άξονα, αλλά ενισχύει την πόλωση που εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα.
Η εξουσία που ασκούν οι καπιταλιστές καμιά εικοσαριά εθνών στα υπόλοιπα περίπου 200 είναι η κύρια ένδειξη για την επιμονή της ιεραρχικής οργάνωσης της παγκόσμιας αγοράς. Μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. ασκούν την στρατιωτική κυριαρχία, χρησιμοποιώντας ως μέσο τον Π.Ο.Ε. επιβάλλουν την εμπορική ηγεμονία και με το Δ.Ν.Τ. εξασφαλίζουν τον οικονομικό έλεγχο του πλανήτη.
Αναλύοντας τις σχέσεις που επικρατούν μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων, η θέση της «υπερεθνικότητας» συγχέει «συνεργασία» και «συμμετοχή στην εξουσία». Το ότι ένα μέρος των καπιταλιστικών ομάδων της περιφέρειας αυξάνει το βαθμό ενσωμάτωσής του με τους συμμάχους του κέντρου, δεν σημαίνει ότι καλείται να συμμετάσχει μέσα στην παγκόσμια κυριαρχία και ούτε καταργείται η δομική του αδυναμία. Αν και οι βορειοαμερικανικές εταιρείες εκμεταλλεύονται τους λατινοαμερικάνους εργάτες, η αστική τάξη του Ισημερινού ή της Βραζιλίας δεν συμμετέχει στην εκμετάλλευση του προλεταριάτου των Η.Π.Α.. Αν και το καταγραμμένο άλμα προς τη διεθνοποίηση της οικονομίας είναι πολύ σημαντικό, το κεφάλαιο εξακολουθεί να λειτουργεί στα πλαίσια της ιμπεριαλιστικής τάξης, η οποία δημιουργεί σχίσμα μεταξύ κέντρου και περιφέρειας.
Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η υπερεθνοποίηση του κεφαλαίου εξαπλώνεται στις τάξεις και τα κράτη, δημιουργώντας έτσι μια νέα εγκάρσια τομή στη συνολική κυριαρχία, η οποία θα διαπερνούσε όλα τα κράτη και τα κοινωνικά στρώματα9 .
Αυτή η θέση ταυτίζει τις διαδικασίες τοπικής ενσωμάτωσης με την κοινωνική και κρατική «υπερεθνοποίηση», χωρίς να αντιλαμβάνεται την ποιοτική διαφορά η οποία ξεχωρίζει τη συνεργασία των καπιταλιστικών ομάδων από τον περιφερειακό επανεποικισμό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ALCA, για παράδειγμα, δεν αποτελούν μέρος της ίδιας τάσης προς την υπερεθνικοποίηση, αλλά είναι εκφράσεις δύο πολύ διαφορετικών διαδικασιών. Δεν πρέπει να συγχέουμε μια συμμαχία μεταξύ κυρίαρχων τομέων στην παγκόσμια αγορά και το νεοαποικιακό σχέδιο μιας δεδομένης δύναμης.
Στην πραγματικότητα, μόνο το τμήμα της ανώτερης γραφειοκρατίας των περιφερειακών κρατών που συμμετέχει σε διεθνείς οργανισμούς αποτελεί μια κοινωνική ομάδα πλήρως «υπερεθνοποιημένη». Η πιστότητα αυτού του κομματιού απέναντι στο Δ.Ν.Τ. ή τον Π.Ο.Ε. είναι μεγαλύτερη από ό,τι απέναντι στα εθνικά κράτη που διευθύνει και θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι η συμπεριφορά και οι προοπτικές αυτών των δημόσιων υπαλλήλων προτρέχουν της μελλοντικής πορείας των κυρίαρχων τάξεων του Τρίτου Κόσμου. Αλλά, μια τέτοια εξέλιξη αποτελεί, το πολύ-πολύ, μια δυνατότητα και δεν αντιπροσωπεύει, σήμερα, μια πιστοποιήσιμη πραγματικότητα, ιδιαίτερα σε κράτη της ανώτερης περιφέρειας (όπως η Βραζιλία ή η Νότια Κορέα), των οποίων η κυρίαρχη τάξη είναι περισσότερο συνδεδεμένη με τη διαδικασία της συσσώρευσης που εξαρτάται από τις εσωτερικές αγορές. Η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική σε μικρά κράτη (για παράδειγμα στην Κεντρική Αμερική), που είναι ενσωματωμένα σε μεγάλο βαθμό στην αγορά μιας υπερδύναμης. Αυτές οι διαφορές διαψεύδουν την ύπαρξη μιας γενικής ή ομογενούς διαδικασίας υπερεθνοποίησης.
Ορισμένοι υποστηρικτές της «αυτοκρατορικής» θέσης βεβαιώνουν ότι ο βαθμός αποτελεσματικής συνένωσης μεταξύ κεντρικών και περιφερειακών τάξεων είναι ανώτερος από αυτόν που δηλώνουν οι απαρχαιωμένοι παράμετροι των εθνικών λογιστικών. Είναι αλήθεια ότι αυτές οι κατηγορίες είναι ήδη ανεπαρκείς για την αξιολόγηση της τρέχουσας πορείας της παγκοσμιοποίησης, αλλά συμπληρώνουν άλλες αδιαφιλονίκητες ενδείξεις της διάστασης μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Η εμβάθυνση αυτών των ανισοτήτων επαληθεύεται σε όλα τα σχέδια παραγωγικότητας, εισοδημάτων, κατανάλωσης και συσσώρευσης.
Από την άλλη πλευρά, είναι λάθος να υποθέσουμε ότι το «νέο παγκόσμιο κράτος» διέγραψε τη διάκριση μεταξύ κυρίαρχων και επανεποικισμένων κρατών. Αυτή η διάκριση «χτυπάει στο μάτι», όταν βλέπουμε την επιρροή των αστικών τάξεων του Τρίτου Κόσμου σε όλες τις αποφάσεις του Ο.Η.Ε., του Δ.Ν.Τ., του Π.Ο.Ε. και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Οι κυρίαρχες τάξεις της περιφέρειας δεν αποτελούν θύματα της υπανάπτυξης και κερδίζουν αρκετά εκμεταλλευόμενες τους εργαζομένους της χώρας τους. Αλλά, αυτό δεν τις κάνει, με κανένα τρόπο, να προσεγγίζουν την παγκόσμια κυριαρχία.
Η θεωρία της «αυτοκρατορίας» αγνοεί αυτόν τον περιθωριακό ρόλο και παραγνωρίζει την εμμονή της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας στους στρατηγικούς τομείς της περιφέρειας. Δεν καταλαβαίνει ότι αυτή η υποταγή δεν είναι, στην παρούσα φάση, απλώς αποικιακή, ούτε είναι επικεντρωμένη αποκλειστικά στην ιδιοποίηση πρώτων υλών ή στην άμεση διοίκηση μιας περιοχής, αλλά αναπαράγεται ως μηχανισμός μητροπολιτικού ελέγχου των στρατηγικών τομέων της οικονομίας των υπανάπτυκτων κρατών10 .
Αυτή η κυριαρχία δεν ασκείται από μια μυστηριώδη «παγκόσμια δύναμη», αλλά μέσω στρατιωτικών και διπλωματικών ενεργειών της κάθε κυρίαρχης δύναμης στις κύριες ζώνες επιρροής της. Ο ρόλος των Η.Π.Α. είναι πιο προφανής στο «Σχέδιο Κολομβία» από ότι στις συρράξεις της Βαλκανικής και το καθήκον της Ευρώπης είναι σαφέστερα καθορισμένο στη μεσογειακή κρίση από ότι στην ανάπτυξη της ALCA. Αυτή η ιδιαιτερότητα πηγάζει από τα συμφέροντα που προωθεί κάθε ιμπεριαλιστική ομάδα μέσω γεωπολιτικών ενεργειών που διεξάγουν τα κράτη της, κάτι που οι θεωρητικοί της αυτοκρατορίας δεν μπορούν να το αντιληφθούν.
Η πλειοψηφία των κριτικών του νεοφιλελευθερισμού της περιφέρειας γνωρίζουν ότι η εξάρτηση παραμένει ο κεντρικός λόγος της υπανάπτυξης. Αλλά, προτείνουν το ξεπέρασμα αυτής της υποτέλειας με την οικοδόμηση ενός «διαφορετικού καπιταλισμού». Σήμερα, δεν τίθεται ζήτημα ενός αυστηρά εθνικού προγράμματος, αυτόνομου και επικεντρωμένου στην «υποκατάσταση των εισαγωγών» -όπως το φαντάστηκαν οι προγενέστεροί τους της Οικονομικής Επιτροπής του ΟΗΕ για τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική (CEPAL)-, αλλά μόνο για ένα περιφερειακό μοντέλο, ρυθμισμένο και δομημένο επάνω στις εγχώριες αγορές. Στηρίζονται σε κεϊνσιανά σχήματα για να οικοδομήσουν «κράτη–πρόνοιας στην περιφέρεια», τα οποία θα στηρίζονται σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις (ξερίζωμα της διαφθοράς, επαναφορά της νομιμότητας) και σε μεγάλες αλλαγές στο εμπόριο (περιορισμός του ανοίγματος των αγορών), τις πιστώσεις (περιορισμός της πληρωμής του χρέους) και τη βιομηχανία (αναπροσανατολισμός της παραγωγής με κατεύθυνση την τοπική δραστηριότητα)11 .
Αλλά, πώς να δομηθεί ένας «αποτελεσματικός καπιταλισμός» σε κράτη που υφίστανται συστηματική απομύζηση των πόρων τους; Πώς να υλοποιηθεί σήμερα ένας στόχος που εγκαταλείφθηκε από την κυρίαρχη τάξη από τα μέσα του 19ου αιώνα; Ποιες ομάδες είναι αυτές που θα οργανώσουν αυτό το σύστημα κοινωνικών μέτρων και μεγιστοποίησης κέρδους;
Οι θιασώτες του νέου περιφερειακού καπιταλισμού δεν έχουν απαντήσεις σε όλα αυτά τα κρίσιμα ερωτήματα. Αγνοούν ότι τα περιθώρια υλοποίησης του προγράμματός τους μειώνονται ακόμη περισσότερο με την αυξανόμενη συνεργασία των περιφερειακών κυρίαρχων τάξεων και του μητροπολιτικού καπιταλισμού. Αυτή η σχέση αποτελεί κώλυμα για την εσωτερική συσσώρευση, πολλαπλασιάζει τη φυγή κεφαλαίων και δυσχεραίνει κατά πολύ την εφαρμογή πολιτικών που προσβλέπουν στην επανενεργοποίηση της εσωτερικής ζήτησης. Οι αστικές τάξεις, οι οποίες δεν επιχείρησαν στο παρελθόν να θεμελιώσουν έναν αυτόνομο καπιταλισμό, έχουν ακόμη λιγότερες δυνατότητες για να προσεγγίσουν έναν τέτοιον στόχο σήμερα.
Η φιλο-ιμπεριαλιστική τους στάση περιορίζει ακόμα και τη βιωσιμότητα των σχεδίων που αφορούν την ευρύτερη περιοχή, όπως το «Μercosur». Αυτή η συνεργασία κλονίζεται μετά από μία δεκαετία αποτυχιών κάθε απόπειρας που πρόσβλεπε στην προικοδότηση του σχεδίου με κοινούς οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς. Όλες οι προτάσεις για συντονισμένη δράση (νομίσματα, οργανισμοί, διαιτησίες) έμπαιναν στο αρχείο στο βαθμό που η κρίση επεκτεινόταν σε όλη τη ζώνη. Αυτή η αποτυχία εντάθηκε από τις πολιτικές «διαφοροποίησης» που επιχειρήθηκαν από όλες τις κυβερνήσεις, για να δείξουν στο Δ.Ν.Τ. ότι «αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους». Έτσι, ο τεμαχισμός της περιοχής επαναλαμβάνει την ιστορία της βαλκανιοποίησης της Λατινικής Αμερικής και επιβεβαιώνει την ανικανότητα των τοπικών αστικών τάξεων να εξοπλιστούν με πολιτικές αυτόκεντρης συσσώρευσης.
Ένας μεγάλος αριθμός αναλυτών εξηγεί αυτό το αποτέλεσμα λόγω του παραδοσιακά «εισοδηματικού» χαρακτήρα της τοπικής αστικής τάξης και, κατά συνέπεια, της απουσίας επιχειρηματιών πρόθυμων να επενδύσουν ή να διακινδυνεύσουν. Αλλά σε αυτήν τη περίπτωση, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι αυτή η απουσία κινήτρων για μια στηρίξιμη συσσώρευση έχει ενισχυθεί. Γιατί λοιπόν να ποντάρουμε σε ένα σχέδιο που στερείται αντικειμένου; Ποιο νόημα έχει η οικοδόμηση ενός καπιταλισμού με καπιταλιστές που αδιαφορούν για τον ανταγωνισμό και τις καινοτομίες;
Όταν προτείνουμε στους εργαζόμενους να υποκαταστήσουν την κυρίαρχη τάξη σε αυτό το καθήκον, ισοδυναμεί με το να τους προτρέπουμε να κατασκευάσουν τις αλυσίδες της εκμετάλλευσής τους. Η άποψη ότι κάποιοι άλλοι κοινωνικοί τομείς θα αντικαταστήσουν τους επιχειρηματίες σε ό,τι αφορά την επίτευξη ενός ακμάζοντος καπιταλισμού (γραφειοκρατία, μέση τάξη) στερείται θεμελίωσης και προηγούμενων ιστορικών εμπειριών.
Αυτοί που εύχονται την ανέγερση ενός «άλλου καπιταλισμού» θα πρέπει να θυμούνται ότι το μοντέλο που επικρατεί σε κάθε χώρα είναι το προϊόν ορισμένων ιστορικών συνθηκών και όχι της ελεύθερης επιλογής των διαχειριστών της. Υπάρχει μια αντικειμενική δυναμική σε αυτή τη διαδικασία, που εξηγεί γιατί η ανάπτυξη του κέντρου σημαίνει επιδείνωση της υπανάπτυξης στην περιφέρεια. Είναι εμφανές ότι όλα τα μέλη των εθνών της περιφέρειας θα ήθελαν να ακολουθήσουν τη μοίρα μιας αναπτυγμένης δύναμης, αλλά στην παγκόσμια αγορά υπάρχει ελάχιστος χώρος για τις κυρίαρχες ομάδες και πολύς για τις εξαρτημένες χώρες. Για αυτόν το λόγο, οι «οικονομίες της αγοράς που επιτυγχάνουν» στην περιφέρεια είναι φαινόμενα εξαιρετικά ή πρόσκαιρα. Για να βγει κανείς από την υπανάπτυξη δεν αρκούν οι αντι-φιλελεύθερες πολιτικές. Πρέπει, επιπλέον να ενστερνιστεί μια αντι-ιμπεριαλιστική δράση οικοδομώντας μια σοσιαλιστική κοινωνία.
Η ορθότητα της κλασικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού σε ό,τι αφορά την εξήγηση των σχέσεων της κυριαρχίας μεταξύ κέντρου και περιφέρειας είναι αναμφισβήτητη. Αλλά, η επικαιρότητά της σε ό,τι αφορά τη διασαφήνιση των σύγχρονων σχέσεων μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων είναι πιο συζητήσιμη. Με αυτήν τη δεύτερη έννοια, η αντίληψη περί ιμπεριαλισμού δεν προσβλέπει πλέον στην εξήγηση των αιτιών της καθυστέρησης στην ανάπτυξη των δομών των υπανάπτυκτων χωρών, αλλά θέλει να διασαφηνίσει τον τύπο των συμμαχιών και των ανταγωνισμών που επικρατούν στο στρατόπεδο του ιμπεριαλισμού. Ορισμένοι αναλυτές12 έχουν εντοπίσει τη σημασία της διάκρισης μεταξύ των δύο εννοιών, επισημαίνοντας ότι οι μορφές της περιφερειακής κυριαρχίας και οι μορφές των σχέσεων μεταξύ των κυρίαρχων δυνάμεων ακολουθούν διαφορετικές ιστορικές πορείες.
Η διάκριση μεταξύ της φάσης του ιμπεριαλισμού και της φάσης των ελεύθερων συναλλαγών στον καπιταλισμό, την οποία πρότειναν οι θεωρητικοί του μαρξισμού στην αρχή του 20ου αιώνα, είναι το παραδοσιακό σημείο εκκίνησης για την ανάλυση αυτής της δεύτερης πλευράς. Με αυτήν τη διάκριση προσπάθησαν να χαρακτηρίσουν μια νέα πορεία του συστήματος, η οποία χαρακτηριζόταν από το μοίρασμα των αγορών μεταξύ των κυρίαρχων δυνάμεων μέσα από πόλεμο.
Ο Λένιν είχε αποδώσει αυτήν την τάση προς ανοιχτή ενδο-ιμπεριαλιστική διαμάχη στην κεντρική θέση των μονοπωλίων και στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ την είχε αποδώσει στην ανάγκη αναζήτησης εξωτερικών διεξόδων στον περιορισμό της ζήτησης, ο Μπουχάριν στη σύγκρουση μεταξύ προστατευτικών και επεκτατικών συμφερόντων των μεγάλων εταιρειών και ο Τρότσκι στην επιδείνωση των οικονομικών ανισοτήτων που προκαλεί η ίδια η συσσώρευση. Αυτές οι ερμηνείες προσπάθησαν να εξηγήσουν γιατί ο ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων μονοπωλίων, ο οποίος άρχισε με την εμπορική αντιπαράθεση και τη θέσπιση των νομισματικών ζωνών, κατέληξε σε μια αιματηρή σύγκρουση.
Αυτός ο χαρακτηρισμός φάνηκε ανεπίκαιρος μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όταν η προοπτική μιας ένοπλης σύρραξης μεταξύ των κυρίαρχων δυνάμεων έτεινε να εκλείψει. Η πιθανότητα μιας τέτοιας σύγκρουσης απομακρύνθηκε, ή τουλάχιστον φαινόταν απίθανη, στο μέτρο που ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ των διαφόρων εταιρειών και των κρατών τους πήρε πιο δι-ηπειρωτικές διαστάσεις. Αυτές οι αλλαγές τροποποίησαν τους όρους ανάλυσης της δεύτερης αυτής πλευράς στη θεωρία του ιμπεριαλισμού.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, ο Έρνεστ Μαντέλ 13 συνέθεσε την νέα κατάσταση μέσω μιας ανάλυσης τριών πιθανών μοντέλων εξέλιξης του ιμπεριαλισμού: τον δι-ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, τον υπερεθνισμό (αρχικά ονομάστηκε «υπεριμπεριαλισμός» [ultra-imperialisme]) και τον υπεριμπεριαλισμό 14 . Εκτιμώντας ότι η κυρίαρχη πορεία της συσσώρευσης οδηγεί σε αυξανόμενη αντιπαλότητα, έδινε στο πρώτο μοντέλο εξέλιξης μεγαλύτερη πιθανότητα. Προέβλεπε, επίσης, την εμβάθυνση του διηπειρωτικού ανταγωνισμού με το σχηματισμό συμμαχιών σε περιφερειακό επίπεδο.
Ο βέλγος οικονομολόγος έθεσε σε αμφισβήτηση τη δεύτερη πιθανότητα, η οποία είχε προβλεφτεί από τον Κάουτσκυ και είχε βρει υπερασπιστές στους αναλυτές που έβλεπαν να δημιουργούνται διεθνείς συνεργασίες, απελευθερωμένες από τις γεωγραφικές καταγωγές των συμμετεχόντων 15 . Ο Μαντέλ θεωρούσε ότι, αν και η διεθνοποίηση των πολυεθνικών εταιρειών εξασθενούσε τις εθνικές τους ρίζες, μια μεγάλη διαδοχή συγχωνεύσεων μεταξύ ιδιοκτητών εταιρειών διαφορετικών εθνικών προελεύσεων δεν ήταν πιθανή. Λαμβάνοντας υπόψη τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, εκτιμούσε ότι ήταν ακόμα λιγότερο εφικτή η υποστήριξη μιας τέτοιας διαδικασίας από μια δημιουργία «παγκόσμιων κρατών». Επιπλέον, θεωρούσε πολύ απίθανο ότι οι εταιρείες θα έστεκαν αδιάφορες απέναντι στις οικονομικές συγκυρίες του κράτους καταγωγής τους και ότι, συνεπώς, θα μπορούσαν να αδιαφορήσουν για τις εθνικές αντι-κυκλικές πολιτικές, πράγμα που θα αποτελούσε προϋπόθεση για αυτού του είδους την ενσωμάτωση. Απέρριψε, λοιπόν, αυτό το σενάριο με το επιχείρημα ότι η άνιση ανάπτυξη του καπιταλισμού και οι κρίσεις του δημιουργούν τάσεις ασυμβίβαστες με τη μακρόχρονη επιβίωση τέτοιων υπερεθνικών συμμαχιών.
Το τρίτο εναλλακτικό μοντέλο, ο υπεριμπεριαλισμός, προϋπέθετε την ενδυνάμωση της κυριαρχίας μιας κυρίαρχης δύναμης επάνω στις άλλες και την υποβολή των χαμένων σε σχέσεις παρόμοιες με αυτές που ισχύουν με τις περιφερειακές χώρες. Ο Μαντέλ θεωρούσε σε αυτήν την περίπτωση ότι η υπεροχή που είχαν πετύχει οι Η.Π.Α. δεν έθετε, πάντως, την Ευρώπη και την Ιαπωνία στο ίδιο επίπεδο εξάρτησης με τις άλλα υπανάπτυκτες χώρες. Υπογράμμιζε ότι η πολιτική και στρατιωτική βορειοαμερικανική ηγεμονία δεν θα παρέσερνε μακροπρόθεσμα και τη δομική ανωτερότητα της οικονομίας της.
Πώς μπορούν αυτές οι τρεις προοπτικές να αναλυθούν σήμερα; Ποιες είναι οι τάσεις που επικρατούν στις αρχές του 21 ου αιώνα: δι-ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός, υπερεθνισμός ή υπεριμπεριαλισμός;
Η αρχική εξήγηση της θεωρίας του ιμπεριαλισμού ως σταδίου της ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ των δυνάμεων δεν έχει πρακτικά πλέον υποστηρικτές. Αντίθετα, υπάρχει μια αποδυναμωμένη εκδοχή αυτής της άποψης που επικεντρώνεται σήμερα, όχι στην κατάληξη μιας στρατιωτικής σύγκρουσης, αλλά στην ανάλυση του οικονομικού ανταγωνισμού.
Ορισμένοι αναλυτές υπογραμμίζουν την ενεργή παρέμβαση των ιμπεριαλιστικών κρατών, για να τεκμηριώσουν αυτόν τον ανταγωνισμό και αναδεικνύουν την ισχύ των πολιτικών του νεο-μερκαντιλισμού που εφαρμόζονται για την αποδυνάμωση των αντίπαλων εταιρειών 16 . Άλλοι παρατηρούν την ομογένεια καταγωγής των ιδιοκτητών των εταιρειών και του προνομιακού χαρακτήρα των εσωτερικών αγορών στα πλαίσια των δραστηριοτήτων τους 17 . Αυτή η προσκόλληση των εταιρειών στην εθνική τους βάση επιτρέπει να εξηγήσουμε γιατί, κατά την άποψη ορισμένων μελετητών, η τάσης διαμόρφωσης περιφερειακών μπλοκ είναι σημαντικότερη από την παγκοσμιοποίηση σε επίπεδο εμπορίου, οικονομίας και παραγωγής 18 . Το γεγονός ότι η ανάπτυξη της Βόρειας Αμερικής την τελευταία δεκαετία πραγματοποιήθηκε με έξοδα των ανταγωνιστών της μεταφράζεται ως η έκφραση της επιστροφής του δι-ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Αυτοί οι τρόποι ανάλυσης συμπίπτουν στην παρουσίαση της παγκοσμιοποίησης σαν μιας κυκλικής διαδικασίας φάσεων διαστολής και συστολής του επιπέδου διεθνοποίησης της οικονομίας 19 .
Αυτή η ποικιλία επιχειρημάτων συμβάλει στην ανασκευή της νεοφιλελεύθερης μυθολογίας σε ό,τι αφορά το «τέλος των εθνών», την «κατάργηση των συνόρων» και την «ανεμπόδιστη μετακίνηση της εργασίας». Η θεωρία του δι-ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού αποδεικνύει πως αυτή η αντιπαλότητα περιορίζει την βιομηχανική μετοίκιση, την χρηματοπιστωτική απελευθέρωση και το εμπορικό άνοιγμα αναδεικνύοντας το γεγονός ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των μπλοκ απαιτεί μια ορισμένη γεωγραφική σταθερότητα στις επενδύσεις, συμπιέζοντας τις κινήσεις του κεφαλαίου και των εμπορικών πολιτικών κάθε έθνους.
Αλλά, ενώ αντικρούουν με πειστικό τρόπο τις απλοποιήσεις της παγκοσμιοποίησης, αυτές οι συνεισφορές δεν καταφέρνουν να καταδείξουν τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ του σημερινού πλαισίου και αυτού στην αρχή του 20 ου αιώνα. Είναι βέβαιο ότι ο δι-ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός συνεχίζει να καθορίζει την πορεία της συσσώρευσης. Αλλά γιατί ο ανταγωνισμός μεταξύ των κυρίαρχων δυνάμεων δεν οδηγεί σήμερα σε άμεσες πολεμικές αναμετρήσεις; Ο ίδιος ανταγωνισμός εκτυλίσσεται σήμερα στο πλαίσιο μιας ισχυρής καπιταλιστικής αλληλεγγύης, δεδομένου ότι οι Η.Π.Α., η Ευρώπη και η Ιαπωνία έχουν τους ίδιους στόχους του ΝΑΤΟ και ενεργούν μέσα σε ένα κοινό μπλοκ κυρίαρχων κρατών απέναντι στις διάφορες στρατιωτικές συρράξεις.
Θα μπορούσαμε να δώσουμε μια εξήγηση, λέγοντας ότι η αμοιβαίας καταστροφικότητας εμβέλεια των πυρηνικών όπλων έχει αλλάξει το χαρακτήρα των πολέμων αδρανοποιώντας το ενδεχόμενο ανοιχτών συρράξεων. Αλλά, μια τέτοια αιτιολόγηση εξηγεί μόνο την αποτροπή της σύγκρουσης μεταξύ των Η.Π.Α. και της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., χωρίς να ξεκαθαρίζει το γεγονός ότι οι τρεις αντίπαλοι ιμπεριαλιστές αποφεύγουν εξίσου μια τέτοια αναμέτρηση. Ομοίως, αν είναι βέβαιο ότι η «μάχη ενάντια στον κομμουνισμό» εξασθένησε τον ανταγωνισμό μεταξύ των καπιταλιστικών δυνάμεων, η φύση αυτής της διαμάχης δεν άλλαξε από το τέλος του «ψυχρού πολέμου».
Στην πραγματικότητα, η σύγκρουση μεταξύ των δυνάμεων διαμεσολαβείται πλέον από το άλμα προς την παγκοσμιοποίηση. Η διεθνής καπιταλιστική δραστηριότητα τείνει να διαπλακεί με την εμπορική ανάπτυξη, η οποία υπερβαίνει αυτήν της παραγωγής, τη διαμόρφωση μιας πλανητικής χρηματοπιστωτικής αγοράς και τη παγκοσμιοποιημένη διαχείριση των υποθέσεων από τις 51 εταιρείες που δίνουν τον τόνο μεταξύ των 100 μεγαλύτερων παγκόσμιων επιχειρήσεων.
Η παραγωγική στρατηγική αυτών των εταιρειών θεμελιώνεται στο συνδυασμό τριών επιλογών: προμήθεια παραγωγικών συντελεστών, ολοκληρωμένη παραγωγή για την τοπική αγορά και κατακερματισμός της συναρμολόγησης των μερών που κατασκευάζονται σε διαφορετικές χώρες. Αυτό το μίγμα οριζόντιας παραγωγής (αναπαραγόμενη σε κάθε περιοχή σύμφωνα με το μοντέλο της χώρας καταγωγής) και κάθετης παραγωγής (καταμερισμός της διαδικασίας παραγωγής σύμφωνα με ένα παγκόσμιο σχέδιο εξειδίκευσης) συνεπάγεται ένα σημαντικότερο επίπεδο συνεργασίας μεταξύ των διεθνοποιημένων κεφαλαίων 20 . Οι εταιρείες που καθορίζουν τη στρατηγική τους σε παγκόσμια κλίμακα τείνουν, εξάλλου, να επικρατήσουν στις λιγότερο διεθνοποιημένες, όπως αποδεικνύει, για παράδειγμα, η βαρύτητα των εταιρειών του πρώτου τύπου στις συγχωνεύσεις της τελευταίας δεκαετίας 21 .
Αυτή η προώθηση της παγκοσμιοποίησης εξηγεί επίσης γιατί οι προστατευτικές τάσεις δεν φτάνουν σήμερα στις διαστάσεις της δεκαετίας του ’30 και δεν καταλήγουν στη διαμόρφωση ερμητικά κλειστών μπλοκ. Ο νέο-μερκαντιλισμός συνυπάρχει με την αντίστροφη πίεση για εμπορική φιλελευθεροποίηση, γιατί η εσωτερική συναλλαγή μεταξύ των επιχειρήσεων που βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες αναπτύσσεται σημαντικά. Αυτό δεν φαίνεται καθαρά στις τρέχουσες στατιστικές, γιατί οι συναλλαγές μεταξύ διεθνοποιημένων εταιρειών που πραγματοποιούνται σε μια εθνική αγορά υπολογίζονται γενικώς ως εσωτερικές συναλλαγές της συγκεκριμένης χώρας 22 .
Αυτή η προώθηση της παγκοσμιοποίησης, η οποία εξασθενεί τον παραδοσιακό ανταγωνισμό μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, εκφράζει μια κυρίαρχη τάση και όχι μόνο μια κυκλική διακύμανση του καπιταλισμού. Οι περίοδοι εθνικής ή περιφερειακής υποχώρησης είναι κινήσεις που αντιτίθενται σε αυτήν την κεντρική τάση μεγιστοποίησης της γεωγραφικής ακτίνας δράσης του κεφαλαίου. Το φρένο σε αυτήν την τάση προέρχεται από τις ανισορροπίες που προκαλούνται από την παγκόσμια επέκταση και όχι από μια δομική ταλάντωση αυτής της διαδικασίας.
Σε τελική ανάλυση, η πίεση της παγκοσμιοποίησης είναι η κυρίαρχη δύναμη, γιατί αντανακλά την αυξανόμενη επίδραση του νόμου της αξίας σε διεθνή κλίμακα. Όσο περισσότερες διεθνείς εταιρείες αποκτούν σημαντική θέση τόσο μεγαλώνει το πεδίο αξιοποίησης του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα, εις βάρος των αποκλειστικά εθνικών περιοχών. Αυτή η επήρεια εξηγεί την τάση διαμόρφωσης παγκόσμιων τιμών, οι οποίες αντιπροσωπεύουν νέα μέτρα του χρόνου εργασίας που είναι κοινωνικά απαραίτητος για την παραγωγή των εμπορευμάτων 23 .
Η διεθνοποιημένη διαχείριση των οικονομικών υποθέσεων διαβρώνει την ισχύ του κλασικού μοντέλου του δι-ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Αλλά, αυτή η μεταμόρφωση δεν γίνεται αντιληπτή, αν θεωρήσουμε τη σημερινή παγκοσμιοποίηση σαν «μια διαδικασία τόσο παλιά όσο και ο ίδιος ο καπιταλισμός». Αυτή η στάση τείνει να αγνοήσει τις ποιοτικές διαφορές που διαχωρίζουν κάθε στάδιο αυτής της διαδικασίας και αυτή η διάκριση είναι ζωτικής σημασίας, αν θέλουμε να καταλάβουμε γιατί η διεθνοποίηση της Εταιρείας των Ινδιών του 16 ου αιώνα, για παράδειγμα, έχει ελάχιστα κοινά με την ανά τον κόσμο κατανεμημένη μηχανή παραγωγής της General Motors.
Η σύγχρονη αντιπαλότητα μεταξύ των εταιρειών εκτυλίσσεται σε ένα πλαίσιο δραστηριότητας περισσότερο οργανωμένο. Είναι μέσα στα πλαίσια των παγκόσμιων οργανισμών, πολιτικών (Ο.Η.Ε., G8), οικονομικών (Δ.Ν.Τ., Π.Τ., Π.Ο.Ε.), στρατιωτικών (ΝΑΤΟ), όπου γίνεται η διαπραγμάτευση αυτής της κοινής δραστηριότητας. Αντίθετα από ό,τι στο παρελθόν, η παραδοσιακή δραστηριότητα των ανταγωνιζόμενων μπλοκ συνυπάρχει με την αυξανόμενη επιρροή αυτών των οργανισμών, οι όποιοι ενεργούν ως ηχώ των συμφερόντων των διεθνοποιημένων εταιρειών.
Είναι για αυτόν το λόγο που η σύγχρονη ανάπλαση των περιοχών, νομοθεσιών και αγορών εκπονείται από αυτές τις υψηλά ιστάμενες αρχές και όχι μέσω πολέμου μεταξύ των κυρίαρχων δυνάμεων. Είναι βέβαια εμφανές ότι η νέα ιμπεριαλιστική μορφοποίηση τρέφεται με συστηματικές αιματηρές συγκρούσεις, των οποίων όμως το σκηνικό είναι στην περιφέρεια. Ο πολλαπλασιασμός αυτών των συγκρούσεων δεν οδηγεί σε δι-ιμπεριαλιστικούς πολέμους και αυτή η αλλαγή οφείλεται στο ποιοτικό άλμα της παγκοσμιοποίησης, που το παλιό μοντέλο του δι-ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού δεν επιτρέπει ούτε να ειδωθεί ούτε να εξηγηθεί.
Ορισμένοι υποστηρικτές της υπόθεσης του υπερεθνισμού εκτιμούν ότι οι σημερινές εταιρείες επιχειρούν ήδη με κάποιον τρόπο να αποκοπούν από τη χώρα καταγωγής τους 24 . Άλλοι 25 αποδίδουν την εμφάνιση του «παγκόσμιου κεφαλαίου» στην πληροφοριοποίηση της οικονομίας, την υποκατάσταση της βιομηχανικής δραστηριότητας από τη δράση των δικτύων και την επέκταση της άυλης εργασίας. Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι αυτή η συνύπαρξη αποδυναμώνει την κεντρική θέση της διαδικασίας παραγωγής, ενισχύει την κύηση μιας πλανητικής αγοράς και ενδυναμώνει την «υπερεδαφικότητα της αυτοκρατορίας».
Αυτή η άποψη τείνει να μεταφράσει τις εμβρυακές τάσεις σαν τετελεσμένα γεγονότα και να συμπεράνει από την αυξανόμενη συνεργασία μεταξύ των διεθνών κεφαλαίων ένα βαθμό ενσωμάτωσης, ο οποίος δεν επαληθεύεται με κανέναν τρόπο. Η διεθνοποίηση των κεφαλαίων δεν αποτελεί σήμερα παρά την αρχή μιας διαδικασίας δομικής μετάλλαξης, η οποία στο παρελθόν είχε απαιτήσει αιώνες. Καμία πραγματικότητα της περασμένης δεκαετίας δεν υπονοεί την παρουσία μιας τόσο ριζικής βράχυνσης του ιστορικού ρυθμού του καπιταλισμού 26 .
Ο υπερεθνισμός υπερβάλει σε ό,τι αφορά την αύξηση του παγκόσμιου κεφαλαίου, αντικατοπτρίζοντας μια ορισμένη πίεση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, που δημιουργούν θεωρητικές καινοτομίες για δημοσιογραφική κατανάλωση. Αρκεί να παρατηρήσουμε την παράμετρο που υποδεικνύει ο Μαντέλ -την ευαισθησία των παγκοσμιοποιημένων εταιρειών στην κάθε εθνική οικονομική συγκυρία- για να αναιρέσουμε τη θεωρία του υπερεθνισμού. Τα τέσσερα κύρια χαρακτηριστικά της οικονομικής πορείας της δεκαετίας του ’90 -ανάπτυξη της Βόρειας Αμερικής, στασιμότητα της Ευρώπης, ύφεση στην Ιαπωνία και κατάρρευση των χωρών της περιφέρειας- απεικονίζουν την ανυπαρξία μιας κοινής ανάπτυξης του «παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου». Τα κέρδη και οι ζημιές κάθε ομάδας εταιρειών εξαρτήθηκαν από την κατάστασή τους σε κάθε περιοχή. Το ότι η αμερικάνικη ανάπτυξη στηρίχτηκε στην πτώση των ανταγωνιστών της, επιβεβαιώνει την ύπαρξη ενός νικητήριου μπλοκ που διαφοροποιεί τις ευρωπαϊκές και τις ιαπωνέζικες εταιρείες.
Ορισμένες μορφές παγκόσμιων συνεργασιών αρχίζουν να ξεπροβάλουν και για πρώτη φορά εμφανίστηκαν δομικές, υπερατλαντικές και υπερειρηνικές συμμαχίες μεταξύ ευρωπαϊκών, βορειοαμερικανικών και ιαπωνέζικων εταιρειών. Αυτός ο τύπος διασυνδέσεων αδυνατίζει τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωση, υποχρεώνει τις Η.Π.Α. να ρυθμίσουν την οικονομική πολιτική τους σύμφωνα με την εξωτερική χρηματοδότηση και ωθεί την Ιαπωνία να ακολουθήσει απρόθυμα το εμπορικό άνοιγμα των αγορών της. Αλλά, αυτές οι διασυνδέσεις δεν καταργούν την ύπαρξη ανταγωνιστικών μπλοκ που έχουν δομηθεί γύρω από παλιούς εθνικούς πυρήνες.
Ο υπερεθνισμός, στις περιορισμένες παραλλαγές του, αγνοεί ότι η Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών της Βόρειας Αμερικής (γνωστή με τα αρχικά της ως NAFTA ή ALENA), η Ευρωπαϊκή Ένωση ή η Σύνδεση των Εθνών της Νοτιο-ανατολικής Ασίας (ASEAN) εκφράζουν αυτούς τους ανταγωνιστικούς πόλους. Αλλά στην ακραία παραλλαγή του Νέγκρι, η σύλληψη του ζητήματος επιπλέον διασπείρει κάθε είδους φαντασιοπληξίες για γεωγραφική «αποκέντρωση», παραβλέποντας ότι η στρατηγική δραστηριότητα των εταιρειών συνεχίζει να βασίζεται στις Η.Π.Α., την Ευρώπη και την Ιαπωνία. Η παγκόσμια διασύνδεση δημιούργησε ένα νέο κοινό πλαίσιο για τον ανταγωνισμό, χωρίς να εξαλείψει το περιφερειακό υπόβαθρο αυτού του ανταγωνισμού.
Από την άλλη πλευρά είναι σίγουρο ότι οι αλλαγές της πληροφορικής ευνοεί την παγκόσμια διαπλοκή του κεφαλαίου, γιατί τείνει να συμπλέξει τις χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, να επιταχύνει τις εμπορικές συναλλαγές και να εντείνει την αναδιοργάνωση της διαδικασίας της εργασίας. Αλλά, η τεχνολογική επανάσταση ενδυναμώνει εξίσου τον ανταγωνισμό και την αναγκαιότητα των συμμαχιών ανά περιοχή, μεταξύ των εταιρειών που ανταγωνίζονται για τις αγορές. «Η οικονομία των δικτύων» όχι μόνο ενοποιεί, αλλά και ενισχύει τον εθνικό ανταγωνισμό. Η εφαρμογή των νέων τεχνολογιών πληροφόρησης καθοδηγείται από τις καπιταλιστικές παραμέτρους του κέρδους, του ανταγωνισμού και της εκμετάλλευσης, οι οποίες εμποδίζουν την αμερόληπτη ροή επενδύσεων σε παγκόσμια κλίμακα ή μια απεριόριστη κινητικότητα του εργατικού δυναμικού. Η τοποθέτησή τους εξαρτάται από τις συνθήκες συσσώρευσης και αξιοποίησης του κεφαλαίου, οι οποίες υποχρεώνουν τις 200 παγκοσμιοποιημένες εταιρείες να συγκεντρώσουν τα επιχειρησιακά τους κέντρα σε μια χούφτα κεντρικών κρατών.
Ορισμένοι θεωρούν ότι η υπερεθνοποίηση του κεφαλαίου έχει ανοίξει χώρο για μια αντίστοιχη διαδικασία στο επίπεδο των κυρίαρχων τάξεων και των κρατών, υποδεικνύοντας ως ενδείξεις αυτής της αλλαγής την άνοδο των ξένων επενδύσεων, τη διεθνοποίηση της εργασίας και τη βαρύτητα των παγκόσμιων οργανισμών 27 . Ο Nέγκρι 28 θεωρεί ήδη δεδομένο το σχηματισμό μιας νέας νομικής τάξης -εμπνευσμένης από το αμερικάνικο σύνταγμα- η οποία έχει αναδυθεί με μεταφορά επικυριαρχίας στο αυτοκρατορικό κέντρο του Ο.Η.Ε..
Ένα τέτοιο σχήμα είναι απολύτως βεβιασμένο, γιατί δεν υπάρχει καμία ένδειξη πλήρους παγκοσμιοποίησης της κυρίαρχης τάξης. Όποιες και αν είναι οι εσωτερικές διαιρέσεις της, η βορειοαμερικανική αστική τάξη αποτελεί μια ομάδα καθαρά διαφοροποιημένη από τους ομολόγους της στην Ιαπωνία και την Ευρώπη. Αυτές οι τάξεις ενεργούν μέσω διαφορετικών κυβερνήσεων, οργανισμών και κρατών, υπερασπίζοντας τις δικές τους τελωνιακές, φορολογικές, χρηματοπιστωτικές και νομισματικές πολιτικές, σύμφωνες με τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους. Ακόμη και η ενσωμάτωση ορισμένων αστικών τάξεων γύρω από ένα υπερεθνικό κράτος -όπως στην περίπτωση της Ευρώπης- δεν μετατρέπει τα μέλη της σε «παγκόσμιους καπιταλιστές», γιατί δεν σχετίζονται με τον ίδιο τρόπο με τους εξω-ηπειρωτικούς ανταγωνιστές τους μέσα από ένα ίδιο κράτος.
Η ενδεχόμενη υπερεθνοποίηση του διαχειριστικού στρώματος ορισμένων εταιρειών και των ηγετικών στρωμάτων των διεθνών οργανισμών δεν μαρτυρά την εμφάνιση μιας κυρίαρχης παγκόσμιας τάξης. Αυτό το προσωπικό κοσμοπολίτικων διοικητικών υπαλλήλων και αξιωματούχων σχηματίζει μια γραφειοκρατία με υψηλές ευθύνες, αλλά δεν αποτελεί τάξη 29 . Η κύρια παράμετρος για την αξιολόγηση της ύπαρξης ενός τέτοιου κοινωνικού σχήματος -η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής- δείχνει καθαρά ένα γεωγραφικό κατακερματισμό της αστικής τάξης, ο οποίος ακολουθεί την παλιά εθνική δομή. Οι ιδιοκτήτες της κάθε υπερεθνικής επιχείρησης είναι αμερικάνοι, ευρωπαίοι ή ιάπωνες και όχι «πολίτες του κόσμου». Οι πράξεις κυριότητας των σπουδαιότερων 500 εταιρειών επιβεβαιώνουν αυτήν την εθνική σύνδεση: 48% ανήκουν σε αμερικάνους, το 30% σε ευρωπαίους και το 10% σε Ιάπωνες 30 καπιταλιστές.
Επιπλέον, το Δ.Ν.Τ., ο Π.Ο.Ε. και το Π.Ο.Φ. (World Economic Forum – Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ) δεν είναι ομοιογενείς κρατικές δομές, αλλά κέντρα διαπραγμάτευσης των διάφορων εταιρειών, που υπερασπίζουν μέσω των εθνικών αντιπροσώπων τους διάφορα σχήματα εμπορικών και επενδυτικών συμφωνιών. Οι εταιρείες στηρίζονται σε αυτές τις δομές για τη μάχη ενάντια στους ανταγωνιστές τους. Όταν, για παράδειγμα, η Boeing και η Airbus φιλονικούν για την παγκόσμια αγορά της αεροναυπηγικής, καταφεύγουν περισσότερο στα μέλη των λόμπι των Η.Π.Α. και της Ευρώπης παρά στους υπαλλήλους του Π.Ο.Ε.. Στον δι-ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό είναι τα κράτη ή τα μπλοκ κάθε περιοχής τα οποία συγκρούονται και όχι δι-εταιρικοί εναγκαλισμοί του τύπου Toyota-General Motors εναντίων Chrysler-Daimpler Benz.
Ο προνομιούχος ρόλος που διατηρούν τα κράτη αποδεικνύει ότι οι κύριες καπιταλιστικές λειτουργίες αυτού του θεσμού (εγγύηση του δικαίου της ιδιοκτησίας, προετοιμασία των συνθηκών εκμετάλλευσης και πραγματοποίησης της υπεραξίας, εξασφάλιση καταναγκασμού και συναίνεσης) δεν μπορούν να παγκοσμιοποιηθούν τόσο γρήγορα όσο οι επιχειρηματικές δραστηριότητες 31 . Ακόμη και αν ένα υπερεθνικό κράτος μπορούσε να βρει τώρα αρκετούς πόρους, εμπειρία και προσωπικό για την πλήρη κάλυψη, για παράδειγμα, των λειτουργιών καταστολής, θα του έλειπε ωστόσο το κύρος που έχει κατακτήσει η κάθε αστική τάξη μέσα στα πλαίσια του εθνικού της χώρου, δια μέσου των αιώνων, για την εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος.
Ο Nέγκρι αγνοεί αυτές τις αντιφάσεις αξιώνοντας την ύπαρξη μιας νέας αυτοκρατορικής επικυριαρχίας του Ο.Η.Ε.. Συμπεραίνει αυτήν τη δυνατότητα από μια αυστηρή νομική ανάλυση, εντελώς αποκομμένη από τη λογική της λειτουργίας του κεφαλαίου. Αλλά, αυτό που είναι το πιο εκπληκτικό είναι η απλοϊκή παρουσίαση των Ηνωμένων Εθνών ως ένα σύστημα καταπιεστικό στην κορυφή (Συμβούλιο Ασφαλείας) και δημοκρατικό στη βάση (Γενική Συνέλευση), ξεχνώντας ότι αυτός ο οργανισμός -σε όλα του τα επίπεδα- ενεργεί ως στήριγμα της σημερινής ιμπεριαλιστικής τάξης. Αυτή η καλή διάθεση πηγάζει, με τη σειρά της, από μια απολογητική ματιά του βορειοαμερικανικού συντάγματος, που παραβλέπει πώς η ελίτ αυτής της χώρας έχει χτίσει ένα πολιτικό σύστημα καταπίεσης, εφοδιασμένο με αναιρετικούς μηχανισμούς προορισμένους να ακυρώνουν τη λαϊκή εντολή 32 . Αυτή η θεώρηση της αυτοκρατορικής εξουσίας μεγιστοποιεί το λάθος από την άποψη του υπερεθνισμού, γιατί υπερβάλει την κύρια αδυναμία του: την παρερμηνεία του γεγονότος ότι η μεγαλύτερη παγκόσμια ενσωμάτωση κεφαλαίου πραγματοποιείται μέσα από τα πλαίσια των, ήδη υπαρκτών και περιφερειοποιημένων, κυρίαρχων κρατών και τάξεων.
Ο χαρακτηρισμός της απόλυτης κυριαρχίας των Η.Π.Α. είναι μερικώς συνεπαγόμενος από τη θέση της αυτοκρατορίας. Αν και ο Νέγκρι 33 υπογραμμίζει ότι η αυτοκρατορία «στερείται εδαφικού κέντρου», εξηγεί ωστόσο ότι όλοι οι οργανισμοί του νέου σταδίου προέρχονται από προηγούμενα αμερικάνικα πρότυπα και αναπτύσσονται σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή παρακμή.
Αυτή η ερμηνεία συγκλίνει με όλους τους χαρακτηρισμούς που ταυτίζουν τη σημερινή αρχηγία της Βόρειας Αμερικής με την «επικράτηση μιας μόνο υπερδύναμης», το «μονοδιάστατο κόσμο» ή την ισχυροποίηση της «εποχής των Ηνωμένων Πολιτειών». Αυτές οι οπτικές καθιστούν επίκαιρη τη θεωρία του υπεριμπεριαλισμού, η οποία θέτει ως αρχή την απόλυτη ηγεμονία ενός εκ των αντιπάλων απέναντι στους ανταγωνιστές του.
Η εμπειρική υποστήριξη αυτής της θέσης φαίνεται από την παταγώδη ανάπτυξη της Βόρειας Αμερικής κατά την τελευταία δεκαετία, ιδιαίτερα στον πολιτικό και στρατιωτικό τομέα. Ενώ οι δράσεις των Ηνωμένων Εθνών ευθυγραμμίζονται με τις προτεραιότητες των Η.Π.Α., η παρουσία του βορειοαμερικανικού στρατού γίνεται εντονότερη σε όλα τα σημεία του πλανήτη, μέσω των συμφωνιών με τη Ρωσία και τις παρεμβάσεις σε άλλες περιοχές – όπως η Κεντρική Ασία ή η Ανατολική Ευρώπη – οι οποίες μέχρι τώρα ήταν έξω από τον έλεγχό τους.
Οι Η.Π.Α. κατέχουν μια σαφή ανωτερότητα σε ό,τι αφορά την τεχνολογία και την παραγωγικότητα έναντι των ανταγωνιστών της. Αυτή η υπεροχή επαληθεύεται κατά την σημερινή παγκόσμια οικονομική ύφεση, γιατί το παρόν παγκόσμιο οικονομικό επίπεδο δραστηριότητας παρουσιάζει έναν εξαιρετικό βαθμό εξάρτησης από το βορειοαμερικανικό κύκλο.
Οι Η.Π.Α. πήραν εκ νέου, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90, την πρωτοκαθεδρία την οποία κατείχε η Ευρώπη κατά τη δεκαετία του ’70 και η Ιαπωνία κατά τη δεκαετία του ’80. Από την εποχή της κυβέρνησης Ρέιγκαν, η πρώτη δύναμη εκμεταλλεύτηκε τα πλεονεκτήματα που της έδινε η στρατιωτική ανωτερότητα, για να χρηματοδοτήσει την οικονομική της αναδιάρθρωση με πόρους που αντλούσε από άλλα μέρη του κόσμου. Σε ορισμένες περιόδους, αφήνει να πέσει η τιμή του δολαρίου (για να ευνοηθούν οι εξαγωγές) και σε άλλες ευνοεί την υπερτίμησή του (για να απορροφήσει τα ξένα κεφάλαια). Ομοίως, προωθεί εναλλακτικά την εμπορική απελευθέρωση και τον προστατευτισμό, στους τομείς όπου διαθέτει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ή μειονέκτημα, αντίστοιχα. Αυτή η ανάκτηση της ηγεμονίας εξηγείται τόσο από τη διεθνή εγκατάσταση των βορειοαμερικανικών εταιρειών όσο και από το ότι ο αμερικάνικος καπιταλισμός είναι προσανατολισμένος, από τους προηγούμενους αιώνες, στη διείσδυση στις εσωτερικές αγορές των ανταγωνιστών του.
Εντούτοις, κανένα από αυτά τα γεγονότα δεν αποδεικνύει την ύπαρξη υπεριμπεριαλισμού, όσο η αμερικάνικη υπεροχή δεν οδηγεί σε υποταγή της Ευρώπης και της Ιαπωνίας. Οι διενέξεις που φέρνουν αντιμέτωπες τις μεγάλες δυνάμεις έχουν διαστάσεις δι-ιμπεριαλιστικών διενέξεων και δεν είναι συγκρίσιμες με τις συγκρούσεις μεταξύ κεντρικών και περιφερειακών χωρών. Κατά τις εμπορικές διαφορές με τις Η.Π.Α., η Γαλλία δεν συμπεριφέρεται όπως η Αργεντινή, η Ιαπωνία, μέσα στο Δ.Ν.Τ., δεν ζητιανεύει πιστώσεις, αλλά συμπεριφέρεται ως πιστωτής και η Γερμανία είναι ο συνεργός και όχι το θύμα των αποφάσεων του G8.
Οι σχέσεις μεταξύ των Η.Π.Α. και των ανταγωνιστών της δεν παρουσιάζουν τα σημάδια μιας αυτοκρατορικής κυριαρχίας. Η πρωτιά των αμερικάνων στα πλαίσια των γεωπολιτικών σχέσεων είναι αναμφισβήτητη, αλλά η «υπερατλαντική σχέση» δεν σημαίνει την υποτέλεια της Ευρώπης και ο «άξονας του Ειρηνικού» δεν χαρακτηρίζεται από την υποταγή των Ιαπώνων σε κάθε αξίωση των Η.Π.Α. 34 .
Η υπεριμπεριαλιστική θέση υπερβάλει όσον αφορά την αμερικάνικη πρωτοκαθεδρία και αρνείται τις αντιφάσεις αυτής της πρωτοκαθεδρίας. Ο Γκόουαν 35 διαπιστώνει ότι ακριβώς η μορφή της ανωτερότητας των Η.Π.Α. -«υπερέχουσα» (σε βάρος των ανταγωνιστών της) και όχι «ηγεμονική»- (μοιραζόμενη τους καρπούς της εξουσίας) υπονομεύει την πρωτοκαθεδρία της. Η δύναμη των Η.Π.Α. χτίζεται, επιπλέον, μέσω των διαπλοκών και όχι -όπως στο παρελθόν- μέσω της ένοπλης συντριβής των αντιπάλων της. Αυτή η συνάρθρωση υποχρεώνει τη σύναψη συμμαχιών, οι οποίες, αφού δεν προκύπτουν από στρατιωτική λύση, είναι πιο εύθραυστες. Ο ελιτίστικος χαρακτήρας του σημερινού ιμπεριαλισμού, δηλαδή στερημένος από τη μαζική, σοβινιστική και πατριωτική του στήριξη των αρχών του 20 ου αιώνα, διαβρώνει εξίσου την ανωτερότητα της πρώτης δύναμης.
Η υπεροχή των Η.Π.Α. ασκείται, πρακτικά, μέσω των πολέμων στις «θερμότερες» ζώνες της περιφέρειας στον πλανήτη. Ωστόσο, αυτή η πολεμοκαπηλεία αποδυναμώνει και την υπεριμπεριαλιστική πορεία, γιατί αυτές οι συστηματικές επιθέσεις ενδυναμώνουν την αποσταθεροποίηση. Το νέο δόγμα του «πολέμου χωρίς τέλος» που εφαρμόζεται από την κυβέρνηση Μπους εμβαθύνει αυτήν την απώλεια ελέγχου, γιατί αποκόπτεται από την παράδοση των περιορισμένων συγκρούσεων και μιας ορισμένης αναλογικότητας μεταξύ μέσων που εφαρμόζονται και στόχων που επιδιώκονται. Στις εκστρατείες ενάντια στο Ιράκ, στην «διακίνηση των ναρκωτικών» ή στην «τρομοκρατία», οι Η.Π.Α. αναζητούν να δημιουργήσουν ένα κλίμα μόνιμου φόβου με επιθέσεις που δεν έχουν ούτε συγκεκριμένη διάρκεια ούτε συγκεκριμένους στόχους 36 .
Αυτός ο τύπος ιμπεριαλιστικής δράσης όχι μόνο διαμελίζει τα έθνη, αποσυνθέτει τα κράτη και καταστρέφει τις κοινωνίες, αλλά, επιπλέον, δημιουργεί μια «επίπτωση μπούμερανγκ», την οποία οι Η.Π.Α. έχουν δοκιμάσει ήδη στο πετσί τους με τους ταλιμπάν. Ο «ολοκληρωτικός πόλεμος», χωρίς ενδοιασμούς δικαίου, αποσταθεροποιεί την «παγκόσμια τάξη» και υπονομεύει το κύρος των δημιουργών του. Για αυτόν το λόγο η προοπτική του υπεριμπεριαλισμού δεν πραγματοποιήθηκε και μάλιστα απειλείται από τις ίδιες τις πράξεις κυριαρχίας των Η.Π.Α..
Κανένα από τα τρία εναλλακτικά μοντέλα, απέναντι στον κλασικό ιμπεριαλισμό, δεν επιτρέπει την αποσαφήνιση των σημερινών σχέσεων που επικρατούν μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Η θέση του δι-ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού δεν εξηγεί τους λόγους που καθιστούν την ένοπλη σύγκρουση απαγορευτική και αγνοεί την ανάπτυξη της ενσωμάτωσης των κεφαλαίων που καταγράφεται. Ο υπερεθνικός προσανατολισμός παραβλέπει ότι οι ανταγωνισμοί μεταξύ των εταιρειών συνεχίζονται να μεσολαβούνται από τη δράση των εθνικών ή περιφερειακών τάξεων και κρατών. Η υπεριμπεριαλιστική οπτική δεν λαμβάνει υπόψη την απουσία σχέσεων υποταγής μεταξύ αναπτυγμένων οικονομιών, συγκρίσιμων με αυτές που ισχύουν με την περιφέρεια.
Αυτές οι ανεπάρκειες οδηγούν στην σκέψη ότι ο ανταγωνισμός, η ενσωμάτωση και η ηγεμονία, όπως ισχύουν σήμερα, τεινούν να συνδυαστούν σε ένα νέο τύπο σχέσεων, πολυπλοκότερων από αυτές που φανταστήκαμε στη δεκαετία του ’70. Η μελέτη αυτής της πολύπλοκης κατάστασης είναι χρησιμότερη από το να αναρωτιόμαστε ποιο από τα τρία αναλυμένα μοντέλα υπερισχύει σήμερα. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών η πρόοδος της παγκοσμιοποίησης ενθάρρυνε την υπερεθνική συνεργασία των κεφαλαίων και οδήγησε, επίσης, μια δύναμη στο να αναλάβει την αρχηγία, προκειμένου να διατηρηθεί η συνοχή του συστήματος 37 .
H γνώση αυτού του συνδυασμού επιτρέπει την κατανόηση του ενδιάμεσου χαρακτήρα της σημερινής κατάστασης. Προς το παρόν, ούτε ο ανταγωνισμός, ούτε η ενσωμάτωση, ούτε η ηγεμονία υπερισχύουν απολύτως, αλλά παρατηρούμε μια αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό κάθε υπερδύναμης, η οποία ευνοεί τους υπερεθνικούς τομείς σε βάρος των εθνικών, στους κόλπους των υπαρκτών κρατών και τάξεων 38 . Αυτή η αβεβαιότητα των θέσεων διαφέρει από χώρα σε χώρα (στον Καναδά ή στις Κάτω Χώρες το παγκοσμιοποιημένο τμήμα είναι αναμφίβολα ισχυρότερο από ό,τι στις Η.Π.Α. ή στη Γερμανία) και από τομέα σε τομέα (στην αυτοκινητοβιομηχανία, η υπερεθνοποίηση είναι μεγαλύτερη από ό,τι στη σιδηρουργία). Το κεφάλαιο διεθνοποιείται, λοιπόν, ενώ τα παλιά εθνικά κράτη συνεχίζουν να εγγυώνται τη γενική αναπαραγωγή του συστήματος.
Ο νέος συνδυασμός ανταγωνισμού, ενσωμάτωσης και ιμπεριαλιστικής υπεροχής αποτελεί τμήμα των μεγάλων πρόσφατων μεταμορφώσεων του καπιταλισμού. Εγγράφεται στο πλαίσιο ενός σταδίου που χαρακτηρίζεται από την επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία (αύξηση της ανεργίας, της φτώχιας και της ελαστικότητας της εργασίας), από την επέκτασή του κλαδικά (ιδιωτικοποιήσεις) και γεωγραφικά (προς τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες), από την επανάσταση της πληροφορικής και τη χρηματοπιστωτική απορρύθμιση.
Αυτές οι διαδικασίες παραμόρφωσαν τη λειτουργία του καπιταλισμού και πολλαπλασίασαν τις ανισορροπίες του συστήματος αποδυναμώνοντας την κρατική ρύθμιση των οικονομικών κύκλων και ενθαρρύνοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ των εταιρειών. Οι παλιοί πολιτικοί θεσμοί χάνουν το κύρος τους στο μέτρο που ένα μέρος της πραγματικής εξουσίας μετατοπίζεται προς τους νέους παγκοσμιοποιημένους οργανισμούς, οι οποίοι στερούνται και νομιμότητας και λαϊκής υποστήριξης. Επιπρόσθετα, η ιμπεριαλιστική στρατιωτική κλιμάκωση προκαλεί καταρρεύσεις στις περιοχές της περιφέρειας, βαθαίνοντας την παγκόσμια αποσταθεροποίηση 39 .
Αυτές οι αντιφάσεις είναι χαρακτηριστικά του καπιταλισμού και δεν παρουσιάζεται καμία ομοιότητα με τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπως υποστηρίζεται από πολλούς αναλυτές. Τέτοιου είδους αναλογίες υπογραμμίζουν απλώς την ομοιότητα των μηχανισμών ένταξης ή αποκλεισμού των κυριάρχων ομάδων από στο κέντρο της αυτοκρατορίας 40 , την ομοιότητα των θεσμών 41 (μοναρχία-Πεντάγωνο, αριστοκρατία-εταιρείες, δημοκρατία-Συνέλευση του Ο.Η.Ε.) ή την κοινή παρακμή των δύο συστημάτων (πτώση της Ρώμης -«εκφυλισμός» του παρόντος καθεστώτος) 42 .
Αλλά, ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν αποσαθρώνεται από μια υπερβολική εδαφική επέκταση, δεν διαβρώνεται από την αγροτική επιβράδυνση, την υποπαραγωγικότητα της εργασίας ή την σπατάλη της κυρίαρχης κάστας. Σε αντίθεση με το δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής, ο καπιταλισμός δεν δημιουργεί παράλυση των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά ανεξέλεγκτη ανάπτυξή τους που υπόκειται σε κυκλικές κρίσεις.
Οι αντιφάσεις που απορρέουν από τη συσσώρευση, την εξαγωγή της υπεραξίας, την αξιοποίηση του κεφαλαίου ή την πραγματοποίηση της αξίας οδηγούν σε κρίσεις, αλλά όχι στην επιθανάτια αγωνία της αρχαιότητας. Αλλά, η κρίσιμη διαφορά βρίσκεται στο ρόλο που παίζουν τα κοινωνικά υποκείμενα απέναντι στις δυνατότητες ιστορικού μετασχηματισμού που δεν υπήρχε κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής παρακμής.
Οι εργαζόμενοι, τα θύματα της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης σε ολόκληρο τον πλανήτη, είναι οι εχθροί του ιμπεριαλισμού τον 21 ου αιώνα. Η δράση τους τροποποίησε κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών το κλίμα της νεοφιλελεύθερης θριαμβολογίας που επικρατούσε στην ελίτ της κυρίαρχης τάξης από την αρχή της δεκαετίας του ’90. Ένα αίσθημα αποπροσανατολισμού άρχισε να εγκαθίσταται μεταξύ του «κατεστημένου» της παγκοσμιοποίησης, όπως αποδεικνύουν οι κριτικές ενάντια στη σημερινή οικονομική πορεία που διατυπώνουν οι πάπες του νεοφιλελευθερισμού.
Ο Σόρος, ο Στίγκλιτς ή ο Σακς γράφουν σήμερα βιβλία για να καταγγείλουν την απουσία ελέγχου των αγορών, την υπερβολική λιτότητα ή τις δυσχέρειες των ακραίων προσαρμογών. Οι χαρακτηρισμοί τους είναι τόσο επιφανειακοί όσο και τα υπερβολικά εγκώμια που έπλεκαν χθές για τον καπιταλισμό. Δεν φέρνουν κανένα αξιόπιστο συλλογισμό, αλλά μαρτυρούν την αμηχανία που εμφανίζεται στην κορυφή του ιμπεριαλισμού, μπροστά στην κοινωνική καταστροφή που προκλήθηκε κατά τη διάρκεια των ετών της ευφορίας των ιδιωτικοποιήσεων.
Αυτές οι αμφισβητήσεις του «βάρβαρου καπιταλισμού» αντανακλούν την πρόοδο της λαϊκής αντίστασης, γιατί οι κυρίαρχοι του κόσμου δεν μπορούν πλέον να συνεδριάσουν εν ειρήνη. Οι συναντήσεις τους σε απόμακρα μέρη, κατά τη διάρκεια περιχαρακωμένων συσκέψεων, πρέπει πάντα να έρχονται αντιμέτωπες με διαδηλώσεις του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης (κίνημα για μια άλλη παγκοσμιοποίηση, η οποία καλείται επίσης και κίνημα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης). Δεν μπορούν να απομονωθούν στο Νταβός, να αποφύγουν την σκανδαλώδη καταστολή της Γένοβας, ούτε να αγνοήσουν τις προκλήσεις του Πόρτο Αλέγκρε. Δεν υπάρχει πλέον «μοναδική σκέψη» ούτε «μια μόνη εναλλακτική δυνατότητα» και με την ανάπτυξη των λαϊκών ερωτημάτων φθίνει η εικόνα της ιμπεριαλιστικής παντοδυναμίας.
Οι συμμετέχοντες στο κίνημα για μια άλλη παγκοσμιοποίηση είναι οι κύριοι πυροδότες αυτής της αλλαγής. Αυτή η αντίσταση ήδη ξεπέρασε το δημοσιογραφικό αντίκτυπο από το μποϊκοτάρισμα των συναντήσεων κορυφής προέδρων, επιχειρηματιών και τραπεζιτών. Το Σιάτλ σηματοδότησε το «πριν» και το «μετά» αυτής της αγωνιστικής πορείας, η οποία δεν αποθαρρύνθηκε μετά τις 11 Σεπτεμβρίου 2001. Οι προβλέψεις για ένα μεγάλο ξεφούσκωμα διαψεύσθηκαν γρήγορα και ο «αντιτρομοκρατικός» εκφοβισμός δεν κατάφερε να κλονίσει τις γραμμές των διαδηλωτών. Μεταξύ του Οκτωβρίου και του Δεκεμβρίου του περασμένου έτους 250.000 νέοι κινητοποιήθηκαν στην Περούτζια, 100.000 στη Ρώμη, 75.000 στο Λονδίνο και 350.000 στη Μαδρίτη. Το Φεβρουάριο, η δεύτερη συνάντηση του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ στο Πόρτο Αλέγκρε ξεπέρασε την αντιπροσώπευση των προηγούμενων συναντήσεων και λίγο αργότερα μια πορεία στη Βαρκελώνη συγκέντρωσε 300.000 διαδηλωτές. Η πιο πρόσφατη κινητοποίηση στη Σεβίλλη ενάντια στην «Ευρώπη του κεφαλαίου», συγκέντρωσε 100.000 άτομα. Αυτά τα γεγονότα επιβεβαιώνουν τη ζωντάνια ενός κινήματος που τείνει να ενσωματώσει στη δράση του τη μάχη ενάντια στο μιλιταρισμό. Ένα αντι-πολεμικό κίνημα αρχίζει να εμφανίζεται, στα βήματα των μαχών ενάντια στα εγκλήματα πολέμου στην Αλγερία της δεκαετίας του ’60 και στο Βιετνάμ της δεκαετίας του ‘70 43 .
Η εργατική τάξη εμφανίζεται ως ο άλλος εχθρός του ιμπεριαλισμού, τόσο με τη σύγκλισή της με το κίνημα για μια άλλη παγκοσμιοποίηση (πολύ σημαντική στο Σιάτλ) όσο και με την ανανέωση των διεκδικητικών αγώνων. Το κλίμα της σοβαρής υποχώρησης, ενισχυμένο από τις ήττες της δεκαετίας του ’80 (Fiat,Ιταλία 1980, ανθρακωρύχοι στην Αγγλία 1984-1985) τείνει να αναστραφεί από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 παίρνοντας ρυθμό από τις σημαντικές κινητοποιήσεις στην Ευρώπη (απεργίες στη Γαλλία και τη Γερμανία) και στην περιφέρεια, στην πιο βιομηχανοποιημένη περιφέρεια (Κορέα, Νότια Αφρική, Βραζιλία). Η εξαιρετική κινητοποίηση εκατομμυρίων ιταλών εργαζομένων τον τελευταίο Μάιο και η επιτυχημένη γενική απεργία στην Ισπανία επιβεβαιώνουν την αφύπνιση της εργατικής τάξης.
Οι λαϊκοί ξεσηκωμοί στον Τρίτο Κόσμο είναι η τρίτη πρόκληση για τον ιμπεριαλισμό. Τα παραδείγματα αυτής της αντίστασης στην Νότια Αμερική είναι αδιαφιλονίκητα, αρχίζοντας από τη σημαντική εξάπλωση της αργεντίνικης εξέγερσης. Στο μέτρο που η «οικονομική επιδημία» φτάνει στα γειτονικά κράτη (διαφυγή κεφαλαίων, τραπεζικές χρεοκοπίες και πτώση των επενδύσεων) θα εξαπλώνεται και η «πολιτική επιδημία» με διαδηλώσεις και συναυλίες με κατσαρόλες στην Ουρουγουάη, μεγάλες κινητοποιήσεις αγροτών στην Παραγουάη και μαζικούς ξεσηκωμούς ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις στο Περού.
Από την άλλη πλευρά η λαϊκή παρέμβαση ενάντια στο πραξικόπημα στη Βενεζουέλα σηματοδοτεί την αρχή μιας μαζικής αντίδρασης ενάντια στην φιλο-δικτατορική πολιτική που προάγεται από τον βορειοαμερικανικό ιμπεριαλισμό. Αυτή η επιτυχία των καταπιεσμένων δεν είναι παρά μόνο ο πρώτος γύρος μιας αναμέτρησης, η οποία θα διαδραματιστεί σε πολλά επεισόδια γιατί το Υπουργείο Εξωτερικών των Η.Π.Α. έχει εγκαινιάσει μια κλιμάκωση προκλήσεων ενάντια σε κάθε κυβέρνηση, σε κάθε λαό, σε κάθε πολιτική δεν υποκλίνεται δουλικά μπροστά στις αξιώσεις του.

Στην παγκόσμια κλίμακα η δραματικότερη περίπτωση μεταξύ αυτών των επιθέσεων είναι η σφαγή των Παλαιστινίων. Ο βαθμός της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας στη Μέση Ανατολή θυμίζει τις μεγάλες βαρβαρότητες της ιστορίας της αποικιοκρατίας και είναι για αυτόν το λόγο που η λαϊκή αντίσταση σε αυτήν την περιοχή έχει γίνει σύμβολο και έχει αφυπνίσει την αλληλεγγύη όλων των λαών του πλανήτη.

Το κίνημα για μια άλλη παγκοσμιοποίηση, η ανάκαμψη της εργατική τάξης και οι εξεγέρσεις στην περιφέρεια αναδεικνύουν τα όρια στην επίθεση του κεφαλαίου. Στο τέλος μιας δεκαετίας κοινωνικής βαρβαρότητας, ο συσχετισμός δυνάμεων άρχισε να αλλάζει και αυτή η μεταστροφή ανοίγει νέο ιδεολογικό χώρο για την κριτική σκέψη που θα καταστήσει ελκυστικές τις ιδέες του σοσιαλισμού. Στο μέτρο που ο φιλελευθερισμός χάνει το κύρος του, ο σοσιαλισμός παύει να είναι μια απαγορευμένη λέξη και ο μαρξισμός δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως απαρχαιωμένη σκέψη. Αυτή η πολιτική αναγέννηση θέτει εκ νέου στην ημερησία διάταξη διάφορα ερωτήματα σχετικά με την σοσιαλιστική στρατηγική.

 

Ένας νέος διεθνισμός αναδύθηκε με τις κοσμοπολίτικες πορείες υπέρ μιας «άλλης παγκοσμιοποίησης». Αυτές οι κινητοποιήσεις σημαδεύτηκαν από μια έντονη αμφισβήτηση των αρχών του ανταγωνισμού, του ατομισμού και του κέρδους κι έχουν ήδη προκαλέσει μια πρόοδο στην αντικαπιταλιστική συνείδηση, η οποία αντανακλάται σε ορισμένα συνθήματα αυτών των πορειών («ο κόσμος δεν είναι εμπόρευμα»). Η συνεισφορά στη μεταμόρφωση αυτής της εμβρυακής κριτικής σε μια απελευθερωτική πρόταση είναι το πρώτο καθήκον που επωμίζονται οι σοσιαλιστές.

Αυτή η εναλλακτική λύση ήδη αποτελεί αντικείμενο συζήτησης στα παγκόσμια φόρουμ, κατά την ανάλυση των κοινωνικών προοπτικών του αυθόρμητου διεθνισμού του κινήματος. Μέσα στο κίνημα αυτό κυριαρχεί μια συνεπής αντίθεση στις φονταμενταλιστικές αντιδράσεις απέναντι στις ωμότητες του ιμπεριαλισμού και μια ανάλογη απόρριψη των εθνικών και θρησκευτικών αντιπαραθέσεων μεταξύ των εκμεταλλευόμενων λαών, τις οποίες προκαλεί η δεξιά. Αυτή η διεθνής αλληλεγγύη είναι ασύμβατη με οποιοδήποτε καπιταλιστικό σχέδιο, γιατί ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν μπορεί παρά να προάγει την εκμετάλλευση και με αυτόν τον τρόπο να ενθαρρύνει τις εθνικές αντιπαραθέσεις. Μόνο ο σοσιαλισμός προσφέρει μια προοπτική πραγματικής κοινότητας μεταξύ των εργαζομένων αυτού του κόσμου.

Η γενικευμένη αφύπνιση του αντι-ιμπεριαλιστικού αγώνα στην περιφέρεια αντιπροσωπεύει τη δεύτερη πρόκληση για τους σοσιαλιστές. Ορισμένοι θεωρητικοί αγνοούν αυτήν την ορμητική κίνηση, γιατί έχουν διακηρύξει το τέλος του εθνικισμού και γιορτάζουν αυτήν την εξαφάνιση χωρίς να μπορούν να κάνουν διάκριση μεταξύ των αντιδραστικών και των προοδευτικών ρευμάτων αυτής της κίνησης. Αυτοί οι αναλυτές δηλώνουν, επιπλέον, την αναποτελεσματικότητα κάθε τακτικής, στρατηγικής ή πολιτικής προτεραιότητας απέναντι στις νέες «οριζόντιες μάχες» γιατί, σύμφωνα πάντα με αυτούς, πρόκειται για μάχες μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας χωρίς καμιά μορφή μεσολάβησης 44 .

Αυτή η άποψη αποτελεί μια χονδροειδή απλοποίηση του εθνικού αγώνα, γιατί βάζει στο ίδιο σακί τους ταλιμπάν και τους Παλαιστίνιους, τους εκτελεστές των εθνικών σφαγών στην Αφρική ή στα Βαλκάνια και τους αντάρτες των απελευθερωτικών πολέμων των τελευταίων δεκαετιών (Κούβα, Βιετνάμ, Αλγερία). Δεν επιτρέπει να διαχωριστεί το πού βρίσκεται η πρόοδος και πού η αντίδραση. Για αυτόν το λόγο, δεν κατανοεί γιατί οι λαοί του Τρίτου Κόσμου παλεύουν για την κατάργηση του εξωτερικού χρέους, για την εθνικοποίηση των ενεργειακών τους πόρων ή για τη δασμολογική προστασία της τοπικής τους παραγωγής.

Ο καθορισμός τακτικών και η σύλληψη συγκεκριμένων στρατηγικών είναι ιδιαιτέρως σημαντικά, καθώς οι εθνικές διεκδικήσεις των εκμεταλλευομένων της περιφέρειας δεν έχουν πολύ νόημα για τους εργαζομένους των κεντρικών εθνών. Η υπερεθνική άποψη επαναλαμβάνει την παλιά «φιλελεύθερη» εχθρότητα απέναντι στις υπαρκτές μορφές λαϊκής αντίστασης στις υπανάπτυκτες χώρες, χρησιμοποιώντας ένα ριζοσπαστικότερο λεξιλόγιο. Οι ασάφειές της διαχέουν ένα αίσθημα αδυναμίας απέναντι στην ιμπεριαλιστική κυριαρχία, γιατί στον κόσμο που περιγράφουν -χωρίς σύνορα, χωρίς κέντρα, χωρίς εδάφη- είναι αδύνατο να τοποθετηθεί ο καταπιεστής ούτε και να επιλεγεί μια μέθοδος για την αντιμετώπισή του.

Η τρίτη πρόκληση για την σοσιαλιστική πολιτική είναι να συλληφθούν οι στρατηγικές κατάληψης και ριζικού μετασχηματισμού του κράτους, προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για τη χειραφέτηση. Αυτός ο στόχος απαιτεί να απομυθοποιηθεί η νεοφιλελεύθερη αμφισβήτηση της χρησιμότητας του κρατικού παρεμβατισμού όπως και η ουδετερότητα του συνταγματισμού που κρύβει τον έλεγχο που ασκεί η άρχουσα τάξη σε αυτόν το θεσμό. Ιδιαίτερα, η αντίθεση που διαδίδεται μεταξύ των νεοφιλελεύθερων απορρυθμιστών και των αντι-φιλελεύθερων ρυθμιστών δεν είναι παρά η συγκάλυψη μιας κοινής καπιταλιστικής διαχείρισης του κράτους. Αυτός ο χειρισμός είναι η αιτία της αυξανόμενης απόστασης μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Όσο περισσότερος δημόσιος χώρος εξαρτάται από τα επιχειρηματικά κέρδη τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που έχουν οι απόμακροι μηχανισμοί και γραφειοκρατίες απέναντι από τις ανάγκες της πλειοψηφίας του πληθυσμού.

Αλλά η υπερπήδηση αυτού του κρατικού διαχωρισμού απαιτεί τα εγκαίνια μιας συλλογικής διαχείρισης, η οποία θα επιτρέψει να προχωρήσουμε μέχρι τη βαθμιαία εξάλειψη του ελιτίστικου και τυραννικού χαρακτήρα του κράτους. Αυτός ο στόχος δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω μιας μαγικής πράξης διάλυσης θεσμών που έχουν ρίζες χιλιετιών, αλλά ούτε και μπορεί να πραγματοποιηθεί με τον αινιγματικά απελευθερωτικό δρόμο που προτείνουν αυτοί που αξιώνουν αλλαγή της κοινωνίας εγκαταλείποντας την άλωση του Κράτους και την άσκηση της εξουσίας 45 .

Ορισμένοι θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι στη σημερινή «κοινωνία ελέγχου» οι μορφές κυριαρχίας είναι τόσο παρεισφρητικές που εμποδίζουν κάθε κοινωνικό μετασχηματισμό που θεμελιώνεται στη λαϊκή διαχείριση του κράτους 46 . Αλλά αυτή η υπόδειξη μιας εξουσίας πανταχού παρούσας («που είναι παντού και πουθενά») μετατρέπει κάθε συγκεκριμένη συζήτηση για την πάλη ενάντια στην εκμετάλλευση σε μια μεταφυσική συλλογιστική σχετικά με την ανυπομονησία του ατόμου απέναντι στο τυραννικό περιβάλλον του. Αποφεύγοντας την ανάλυση του αντικειμενικού ριζώματος και των κοινωνικών θεμελίων αυτής της υποταγής καθίσταται αδύνατο να καθοριστούν συγκεκριμένοι δρόμοι υπέρβασης της καπιταλιστικής κυριαρχίας 47 .

Η συγκεκριμενοποίηση των υποκειμένων αυτού του αντικαπιταλιστικού προγράμματος μετασχηματισμού είναι η τέταρτη πρόκληση που πρέπει να αντιμετωπίσουν οι σοσιαλιστές. Εάν παρατηρήσουμε τους εργαζόμενους που κατεβαίνουν σε μια απεργία, τους νέους του κινήματος για μια άλλη παγκοσμιοποίηση και τις μάζες που κινητοποιούνται στην περιφέρεια, δεν είναι δύσκολο να καθορίσουμε τους πρωτεργάτες μιας απελευθερωτικής αλλαγής. Αυτός ο νέος λαϊκός πρωταγωνιστικός ρόλος υπονομεύει το ατομικιστικό νεοφιλελεύθερο κήρυγμα για τέλος της συλλογικής δράσης, αλλά δεν επιφέρει ακόμη την αναγνώριση του κεντρικού ρόλου των καταπιεσμένων τάξεων (και ειδικά των μισθωτών εργαζομένων) στην κοινωνική αλλαγή.

Αυτή η παράλειψη οφείλεται, από τη μία μεριά, στην βαρύτητα που έχει η «υπηκοότητα» μέσα στις πολιτικές αλλαγές, ξεχνώντας ότι αυτή η κατηγοριοποίηση ομογενοποιεί καταπιεστές και καταπιεσμένους τοποθετώντας τους στην ίδια θέση και αποκρύπτει το γεγονός ότι ο «πολίτης-εργάτης» δεν έχει καμία πρόσβαση σε λειτουργίες που ασκεί καθημερινά ο «πολίτης-καπιταλιστής» (απολύσεις, προσλήψεις, συσσώρευση, σπατάλη, κυριαρχία). Ακόμα και στους ριζοσπαστικότερους χαρακτηρισμούς που μιλούν για «επαναστατημένους πολίτες» ή «πολίτες του κόσμου», αυτό το ταξικό σύνορο διαλύεται και ο κοινωνικός ανταγωνισμός μεταφέρεται σε δεύτερο πλάνο.

Ένας άλλος τρόπος διάλυσης της ταξικής ανάλυσης έγκειται στην υποκατάσταση της έννοιας του εργαζόμενου ή του εργάτη από την έννοια του «πλήθους». Αυτή η ομαδοποίηση παρουσιάζεται ως το έμβρυο μιας «αντι-αυτοκρατορίας» που γεννιέται από την ικανότητά της να συνενώνει τη «λαχτάρα για απελευθέρωση» των ατόμων, «κοσμοπολιτών, νομάδων και μεταναστών» 48 .

Αν και οι υποστηρικτές αυτής της κατηγοριοποίησης γνωρίζουν ότι η έννοια είναι ουσιαστικά ποιητική, ωστόσο εννοούν να την εφαρμόσουν στην πολιτική δράση 49 . Αυτή η μεταφορά δημιουργεί αμέτρητες συγχύσεις, γιατί το ίδιο πλήθος μπορεί να σημαίνει μια άμορφη συνάθροιση ατόμων (νομάδες) και, σε άλλες περιπτώσεις, να αναφέρεται στη δράση ιδιαίτερων δυνάμεων (μετανάστες). Σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν εξηγείται γιατί αυτή η κατηγορία κατέχει μια τόσο σημαντική θέση σε μια κοινωνική πάλη της αυτοκρατορίας που δεν είναι εντοπίσιμη και δεν αντιμετωπίζει σαφώς καθορισμένους ανταγωνιστές. Αλλά αυτό που είναι το δυσκολότερο σε αυτήν τη σπαζοκεφαλιά είναι να εξηγηθεί σε τι θα μπορούσε πραγματικά να εξυπηρετήσει.

Εγκαταλείποντας τους λεκτικούς ακροβατισμούς και αναλύοντας περισσότερο το απελευθερωτικό δυναμικό της εργαζόμενης τάξης για τον προσανατολισμό ενός σοσιαλιστικού σχεδίου, μπορούμε να φτάσουμε σε πιο χρήσιμα συμπεράσματα. Η σκέψη αυτή μπορεί να ξεκινήσει από την αυξανόμενη «προλεταριοποίηση του κόσμου», δηλαδή του στρατηγικού κοινωνικού βάρους που έχουν αποκτήσει οι εργαζόμενοι, ορισμένοι με την ευρύτερη έννοια ως η συνολική μάζα των μισθωτών 50 . Αυτή η εντυπωσιακή δύναμη μπορεί να μετατραπεί σε μια αποτελεσματική αντικαπιταλιστική εξουσία, υπό την προϋπόθεση να πραγματοποιηθεί ένα σημαντικό άλμα στη σοσιαλιστική συνείδηση των εκμεταλλευόμενων.

Οι προϋποθέσεις για μια τέτοια πολιτική πρόοδο συντρέχουν ήδη, όπως το μαρτυρούν οι συζητήσεις γύρω από το διεθνισμό, το κράτος και το υποκείμενο του κοινωνικού μετασχηματισμού. Επαναλαμβάνοντας αυτό που έγινε το 1890-1920, η συζήτηση γύρω από τον ιμπεριαλισμό τοποθετείται εκ νέου στο κέντρο αυτής της πολιτικής ωρίμανσης. Αυτή η ιστορική ομοιότητα θα επεκταθεί άραγε και έως την ανάπτυξη του σοσιαλιστικού κινήματος; Ίσως η ανάδυση κομμάτων, ηγετών και στοχαστών, συγκρίσιμων με τους κλασικούς μαρξιστές του περασμένου αιώνα να είναι η έκπληξη της νέας δεκαετίας.

Μπουένος Άιρες, Ιούνιος 2002

 

* Ο Claudio Katz, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες και ερευνητής του CONICET, είναι από τους εμπνευστές του αργεντίνικου επιστημονικού δικτύου Economistas de Izquierda (EDI, Oικονoμολόγοι της Αριστεράς).

1 Έχω αναλύσει αυτήν τη διαδικασία στο άρθρο: Claudio Katz, “Les nouvelles turbulences d’une ιconomie malmenιe par l’impιrialisme”, Inprecor αρ. 457, Απρίλιος 2001, “Las crisis recientes en la periferia”, Realidad Econσnomica αρ. 183, Οκτώβριος-Νοέμβριος 2001, Μπουένος Άιρες, “Une rιcession globale entre guerres et rιbellions”, Inprecor αρ. 470/471, Μάιος-Ιούνιος 2002. Η πόλωση μεταξύ του κέντρου και της περιφέρειας αναγνωρίζεται, επίσης, και από τους θεωρητικούς που ταξινομούν τα έθνη σε τέσσερις ιεραρχικές κατηγορίες (δυνάμεις του κέντρου, αποδέκτες ξένων επενδύσεων, δυνητικοί αποδέκτες ροής αυτών των κεφαλαίων και περιφερειακές οικονομίες) και οι οποίοι εκτιμούν ότι η μόνη πιθανή αλλαγή σε αυτήν την ιεραρχία είναι η «προαγωγή» κρατών από την τρίτη στη δεύτερη κατηγορία (ή αντιστρόφως). Οποιαδήποτε άλλη αλλαγή θεωρείται ως απίθανη (από τη δεύτερη κατηγορία στην πρώτη ή από την τέταρτη στη δεύτερη). Cf. Charles Albert Michalet, La s ι duction des nations , Ι conomica, Paris 1999 ( κεφ .2).

2 Το σχέδιο για μια ενιαία ζώνη ελεύθερου εμπορίου σε όλη την Αμερική συνήθως αναφέρεται με τα αρχικά στα αγγλικά, FTAA (Free Trade Area for the Americas), ή στα ισπανικά, ALCA (Area de Libre Comercio de las Americas). Στη συνέχεια θα χρησιμοποιήσουμε τα ισπανικά αρχικά [Σημ.του εκδότη].

3 Carlos Montero, “Efecto en Am ι rica Latina de nuevos subsidios al agro en EEUU”, (ATTAC, 29-05-02).

4 Samir Amin, “Africa: living on the fringe”, Monthly Review τομ . 53, αρ . 10, Μάρτιος 2002.

5 “El fantasma del protectado”, Clarin, 9 Ιουνίου 2002.

6 “US military bases and empire” ( κύριο άρθρο ), Mounthly Review τομ . 53, αρ . 10, Μάρτιος 2002.

7 Phil Hearse, “Guerre ΰ la terreur, un premier bilan” Inprecor αρ . 466/467, Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2002, Yvan Lemaitre, “La paix et la justice impossibles” και Christian Piquet, “Nouvelle donne, nouveaux d ι fis”, Critique Communiste αρ . 165, χειμώνας 2002, Janette Habel, “ Ι tats Unis-Am ι rique Latine”, Contretemps αρ . 3, Φεβρουάριος 2002.

8 Antonio Negri & Michael Hardt, Empire, Exils Ι diteurs, Παρίσι 2000 ( εισαγωγή , κεφ . I-2 και ΙΙ -1), Tony Negri “El imperio, supremo estadio del imperialismo”, Desde los cuatro puntos αρ . 31, Μάιος 2001, Tony Negri “Imperio: el nuevo lugar de nuestras conquistas”, Guadernos del sur, αρ . 32, Νοέμβριος 2001.

9 William Robinson, “Global capitalism and nation-state-centric”, Science and Society, τομ . 65, αρ . 4, χειμώνας 2001-2002.

10 Joh Bellamy Foster, “Imperialism and empire”, Monthly Review, τομ .53, αρ . 7, Δεκέμβριος 2001, Daniel Bensaid, “ Ώ El imperio estado terminal?”, Desde los cuatro puntos, αρ . 31, Μάιος 2001, Daniel Bensaid, “Le nouveau d ι sordre mondial”, Contretemps αρ .2, Σεπτέμβριος 2001.

11 Αυτές οι θέσεις συχνά εκθέτονται από το κίνημα κατά του φιλελευθερισμού στα φόρουμ του «κινήματος για μια άλλη παγκοσμιοποίηση» (καλούμενο επίσης «κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης»).

12 Bob Sutcliffe, “Conclusiσn”, Robert Owen “Introducciσn” και Tom Kemp “La theorμa marxista del imperialismo” στο “Estudios sombre la theorμa del imperialismo” των Robert Owen και Bob Sutcliffe, Era, Μεξικό 1978.

13 Ernest Mandel, “Le troisiθme βge du capitalisme”, Ιditions de la Passion, Παρίσι 1997 (νέα έκδοση, πρώτη έκδοση στα γερμανικά με τον τίτλο Der Spδtkapitalismus, Suhrkampf Verlag, Φραγκφούρτη 1972) κεφ. 10, Ernest Mandel, “Las leyes del desarollo desigual”, Ensayos sobre el neocapitalismo, Era, Μεξικό 1969. Μια παρόμοια ανάλυση έχει εκπονηθεί από τον Bob Rowthorn, “El imperialismo en la dιcada de 1970”, Capital monopolista y capital monopolista europeo, Granica, Μπουένος Άιρες 1971.

14 Για λόγους σαφήνειας και διάκρισης ειδών, κρατήσαμε στην ελληνική μετάφραση τους όρους, αντίστοιχα, «δι-ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός», «υπερεθνισμός», και «υπεριμπεριαλισμός», καθώς η δεύτερη και τρίτη υπόθεση κινδύνευαν να συγχιστούν (ultra-imperialismo και super-imperialismo) [Σημ.του εκδότη].

15 Stephen Hymer, Empresas multinacionales e internacionalizaciσn del capital, Ediciones Periferia, Μπουένος Άιρες, 1972, Martνn Nicolaus, “La contradicciσn universal”. El imperialismo hoy, Editiones Periferia, Μπουένος Άιρες 1971.

16 James Petras, “Imperialismo versus imperio”, Laberinto αρ.8, Φεβρουάριος 2002.

17 Paolo Giussani, “ Ώ Hay evidencia empirica de una tendecia hacia la globalizaciσn?” στο “La nueva economνa politica de la globalizaciσn” των J. Arriola & D. Guerrero, Πανεπιστήμιο Βάσκων, Μπιλμπάο 2000.

18 Stavros Tombazos, “La mondialisation liberale et l’imp ι rialisme tardif”, Contretemps αρ .2, Σεπτέμβριος 2001.

19 Tony Smith, “Pour une th ι orie marxiste de la globalisation”. Contretemps αρ .2, Σεπτέμβριος 2001.

20 Wladimir Andreff, Interventions et d ι bats, Mondialisation, Espaces Marx, Παρίσι 1999, Philippe Zarifian, Interventions et d ι bats, Mondialisation, Espaces Marx, Παρίσι 1999.

21 Richard D. Boff & Edward Herman, “Merger, concentration and the erosion of democracy”, Monthly Review τομ .53, αρ .1, M άιος 2001.

22 Ορισμένες μελέτες, οι οποίες έχουν αρχίσει να λαμβάνουν υπόψη αυτήν την προβληματική, καταδεικνύουν, για παράδειγμα, ότι το εξωτερικό έλλειμμα της Βόρειας Αμερικής υπολογισμένο λαμβανομένου υπόψη του πού βρίσκονται οι εταιρείες, αποτελεί στην πραγματικότητα πλεόνασμα, από την άποψη των περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών. Cf. D.Bryan, “Global accumulation and accounting for national economic identity”, Review of Radical Political Economics, τομ .33, 1999.

23 Michel Husson, Interventions et d ι bats, Mondialisation, Espaces Marx, Παρίσι 1999.

24 Odile Castel, “La naissance de l’Ultra-imperialisme”, στο Le triangle infernal, των G ι rard Dumenil & Dominique Levy, PUF, Παρίσι 1999.

25 Antonio Negri & Michael Hardt, Empire, Exils Ι diteurs, Παρίσι 2000 ( πρόλογος ), Tony Negri, “Entrevista”, Pagina 12, 31, Μάρτιος 2002, Tony Negri, “El imperio, supremo estadio del imperialismo”, Desde los cuatro puntos, αρ .31, Μάιος 2001.

26 Πρόκειται για την ένσταση που εγείρει ο Giovanni Arrighi: “Global capitalism and the persistence of north-south divide”, Science and Society τομ .65, αρ .4, χειμώνας 2001-2002.

27 William Robinson, “Global capitalism and nation-state-centric”, Science and Society, τομ .65, αρ .4, χειμώνας 2001-2002.

28 Antonio Negri & Michael Hardt, Empire, Exils Ι diteurs, Παρίσι 2000 ( κεφ . Ι -1, ΙΙ -5, ΙΙΙ -5, ΙΙΙ -6).

29 Michael Man, “Globalisation is among other things, transnational, inernational and american” και Kees van der Pijl, “Globalisation or class society in transition?”, Science and Society, τομ .65, αρ .4, χειμώνας 2001-2002.

30 Financial Times, 10 Μαΐου 2002.

31 Wenn Robert, “Globalization: towards a transnational state?”, Science and Society, τομ .65, αρ .4, χειμώνας 2001-2002.

32 Atilio Boron, Imperio e imperialismo, Μπουένος Άιρες 2002 ( κεφ . 4 και 6).

33 Antonio Negri & Michael Hardt, Empire, Exils Ι diteurs, Παρίσι 2000 ( κεφ . Ι V-1).

34 Claude Serfati, “Une bourgeoisie mondiale pour un capitalisme mondialis ι ?”. Bourgeoisie: ι tats d’une classe dominante, Syllepse, Παρίσι 2001, Claude Serfati, “Violences de la mondialisation capitaliste”, Contretemps αρ .2, Σεπτέμβριος 2001.

35 Peter Gowan, “Cosmopolitisme lib ι ral et gouvernance globale”, Contretemps αρ .2, Σεπτέμβριος 2001.

36 Cf. Contretemps αρ .3, Φεβρουάριος 2002, Gilbert Achcar, “Le choc des barbaries”, Daniel Bensaid, “Dieu, que ces guerres sont saintes”, Ellen Meiksins Wood, “Guerre infinie”.

37 Michael Husson, “Le fantasme du march ι mondial”, Contretemps αρ .2, Σεπτέμβριος 2001.

38 Leo Panitch, “The state, globalisation and the new imperialisme”, Historical Materialism, τομ .9, χειμώνας 2001.

39 Alejandro Dabat, “La globalizaci σ n en perspectiva hist σ rica” (Mimeo), Μεξικό 1999, Christian Barrere, Interventions et d ι bats, Mondialisation, Espaces Marx, Παρίσι 1999.

40 Toni Negri, “Imperio: el nuevo lugar de nuestras conquistas”, Cuadernos del sur, αρ .32, N οέμβριος 2001.

41 Antonio Negri & Michael Hardt, “La multitude contre l’empire”, Contretemps αρ .2, Σεπτέμβριος 2001.

42 Antonio Negri & Michael Hardt, Empire, Exils Ι diteurs, Παρίσι 2000 ( κεφ . Ι V-1), G ι rard de Bernis, Interventions et d ι bats, Mondialisation, Espaces Marx, Παρίσι 1999, Marcos Del Roio, “Las contradicciones del imperio” και Carlos Martins, “La nueva encrucijada”, Η erramienta αρ .18, καλοκαίρι 2001-2002.

43 Tariq Ali, ( συνέντευξη ), “Le choc des fondamentalismes”, Inprecor αρ .466/467, I ανουάριος - Φεβρουάριος 2002.

44 Antonio Negri & Michael Hardt, Empire, Exils Ι diteurs, Παρίσι 2000 ( πρόλογος , κεφ . Ι -3, ΙΙ -2, ΙΙ -3)

45 Αυτή είναι η θέση του John Holloway: “Entrevista”, Pagina 12, 3 Δεκεμβρίου 2001.

46 Antonio Negri & Michael Hardt, Empire, Exils Ι diteurs, Παρίσι 2000 ( κεφ . Ι -2).

47 Βλ . την εξαιρετική κριτική του Alex Callinikos, “Toni Negri in perspective”, International Socialism αρ .92, Φθινόπωρο 2001 ( το δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου δημοσιεύτηκε στα γαλλικά με τίτλο : “Alex Callinikos “Du pouvoir constituant ΰ l’Empire: Toni Negri en perspective”, Contretemps αρ .3, Φεβρουάριος 2002).

48 Antonio Negri & Michael Hardt, Empire, Exils Ι diteurs, Παρίσι 2000 ( κεφ . ΙΙΙ-6).

49 Toni Negri, “Entrevista”, Pagina 12, 31 Μαρτίου 2001.

50 Αυτή η δύναμη αυξήθηκε σημαντικά κατά τον 20 ο αιώνα, φτάνοντας από 50 εκατομμύρια το 1900 σε 2 δισεκατομμύρια το 2000 (ενώ στο ίδιο χρονικό διάστημα ο πληθυσμός παγκοσμίως πέρασε από 1 σε 6 δισεκατομμύρια). Cf. Daniel Bensaid, Les irr ι ductibles: th ι or θ mes de la r ι sistance ΰ l’air du temps, Textuel, Παρίσι 2001. 

18/07/2003

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου