Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

ΜΑΝΩΛΗΣ ΔΑΦΕΡΜΟΣ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ



ΜΑΝΩΛΗΣ ΔΑΦΕΡΜΟΣ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Ο κοινός νους αντιλαμβάνεται την αστική αντεπανάσταση και την διάλυση του πρώιμου σοσιαλισμού ως περίτρανη απόδειξη της έλλειψης προοπτικής και του ουτοπικού χαρακτήρα του κομμουνιστικού ιδανικού. Ο μικροαστός είναι πεπεισμένος ότι η οποιαδήποτε προσπάθεια υπέρβασης της εκμεταλλευτικής κοινωνίας και οικοδόμησης της νέας αταξικής κοινωνίας οδηγεί αναπόφευκτα στην αποτυχία. «Βγαίνουν οι παλιάνθρωποι και φωνάζουν: «Δεν γίνεται, - επαναλαμβάνει το έθνος. -Πράγματι είναι πασιφανές: δεν γίνεται. Μόνο θα χαθείς. Καλλίτερα να είμαστε υποτακτικοί, να εξακολουθήσουμε να ζούμε όπως και πρώτα, ακούγοντας τους ανθρώπους που μας δίνουν τις λογικές συμβουλές». Και αρπάζουν την εξουσία άνθρωποι χειρότεροι από τους προηγούμενους». 1 Ενα ακόμα θεωρητικό άρθρο στο ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ από τον ΜΑΝΩΛΗ ΔΑΦΕΡΜΟ.

Η πραγματική οικονομική επιστήμη ξεκινά εκεί όπου η σκέψη σταματά να περιορίζεται στον απλό εντοπισμό το)ν πασιφανών, την αποκλειστική περιγραφή αυτού που βρίσκεται στην επιφάνεια της κοινωνικής ζωής και στρέφεται στην διερεύνηση των οικονομικών διαδικασιών και των νομοτελειών ανάπτυξης της κοινωνίας. Η κυριαρχία των αποκλειστικά εγωιστικών συμφερόντων οδηγεί στην απόρριψη της έρευνας της ουσίας και των νομοτελειών της ανάπτυξης της οικονομικής ζωής και στην αναγωγή της οικονομικής επιστήμης σε μια περιγραφή και συστηματοποίηση των επιφανειακών, μικροαστικών αντιλήψεων που γεννιούνται στους φορείς της διαμορφούμενης εμπορευματικής κεφαλαιοκρατικής παραγωγής.

Στις νέες συνθήκες γεννιέται η αυταπάτη ότι δήθεν η πολιτική οικονομία του σοσιαλισμού ως επιστήμη είναι άχρηστη, ενώ ιδιαίτερα δημοφιλής γίνεται η λεγόμενη «economics» δηλαδή η αγοραία πολιτική οικονομία.

Υπό την εξουσία των ψευδαισθήσεων δεν βρίσκονται μόνο οι φορείς της διαμορφούμενης εμπορευματικής κεφαλαιοκρατικής παραγωγής αλλά και πολλοί αριστεροί, οι οποίοι μάχονται εναντίον της. Προκειμένου να αποδείξουν την
ζωτικότητα του σοσιαλισμού, ισχυρίζονται, ότι στην ΕΣΣΔ δεν οικοδομήθηκε σοσιαλιστική κοινωνία. Το νέο αντικείμενο, το γίγνεσθαι της αταξικής κοινωνίας, εξετάζεται στα πλαίσια της αντίθεσης δέοντος και όντος2. Το δέον (σοσιαλισμός, κομμουνισμός) αποκόπτεται απ' το όν, απ' την θεώρηση της πραγματικής κατάστασης του αντικειμένου στην αντικειμενική πραγματικότητα και μετατρέπεται σε «καθαρό ιδεώδες», απελευθερωμένο απ' τα ζιγκ ζαγκ, τις παλινωδίες, τις υποχωρήσεις και γενικά απ' την αντιφατικότητα της πραγματικής ιστορικής διαδικασίας. Την ίδια στιγμή τα γεγονότα, τα οποία αντιφάσκουν στην ιδεατή κατασκευή του σοσιαλισμού, υποτιμούνται είτε παραμερίζονται, εξετάζονται ως παραμόρφωση και απόκλιση απ' το σοσιαλισμό και συνεπώς ως ανάξια λόγου.

ΓΕΝΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΩΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

Η πρώτη προϋπόθεση για τη ν διερεύνηση της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού συνίσταται στη διακρίβωση του επιπέδου ανάπτυξης του αντικειμένου της: των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής στην αλληλεπίδραση τους με τις παραγωγικές δυνάμεις. Όμως αυτό αποτελεί ένα πρόβλημα κατά πολύ πιο σύνθετο απ' ότι συνήθως νομίζουν τόσο οι υπερασπιστές όσο και οι επικριτές του σοσιαλισμού. Η συνθετότητά του έγκειται στο γεγονός ότι ο σοσιαλισμός δεν αποτελεί ώριμο οργανισμό, αλλά πρώιμο ανώριμο στάδιο ανάπτυξης της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Η ίδια η εσωτερική δομή του σοσιαλισμού είναι διττού και αντιφατικού χαρακτήρα: εμπεριέχει απ' τη μια πλευρά τους νεαρούς βλαστούς της νέας κοινωνίας και συνεπώς την τάση του μετασχηματισμού των παρωχημένων σχέσεων παραγωγής και μετάβασης σ' ένα νέο τύπο κοινωνικής ανάπτυξης (στην κομμουνιστική ανθρωπότητα). Απ' την άλλη πλευρά, στην εσωτερική δομή του σοσιαλισμού εντάσσονται σχέσεις, οι οποίες κληρονομήθηκαν από προηγούμενα στάδια της κοινωνικής ανάπτυξης (προπαντός απ' την κεφαλαιοκρατία) και συνεπώς διατηρείται η δυνατότητα επιστροφής στην παλιά κοινωνία. Η σοσιαλιστική

κοινωνία αναπτύσσεται ανοδικά όταν άγοντα και καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η πρώτη τάση. Η μετατροπή της δεύτερης τάσης σε κυρίαρχη οδηγεί στην καταστροφή της ουσίας της νέας κοινωνίας και στην παλινόρθωση πεπαλαιωμένων, των ιστορικά παρωχημένων κοινωνικών μορφών. Όσο χαμηλότερο είναι το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα κυριαρχίας της δεύτερης τάσης και αντιστρόφως. Η τελική εξάλειψη της δεύτερης τάσης προϋποθέτει τη δημιουργία υλικοτεχνικής βάσης που να αντιστοιχεί στις νέες σχέσεις δηλαδή ουσιαστικά τη μετάβαση στον ώριμο κομμουνισμό.

Σύμφωνα με την μαρξιστική μεθοδολογία το ίδιο το αντικείμενο καθορίζει την μέθοδο της ερευνάς του. Σε σχέση μ' αυτό πρέπει να επισημάνουμε ότι η μέθοδος της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού διαφέρει απ' τη μέθοδο την οποία χρησιμοποίησε ο Κ. Μαρξ για την έρευνα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο Κ. Μαρξ ερευνά τον καπιταλιστικό σχηματισμό, ο οποίος αναπτύσσεται στη δική του βάση, διότι στο «Κεφάλαιο» κυριαρχεί ο λογικός τρόπος απεικόνισης των κατηγοριών, δηλαδή η ανάλυση τους στην αλληλουχία τους στο ήδη αναπτυγμένο, ώριμο αντικείμενο. Η έρευνα του ώριμου αντικειμένου δίνει τη δυνατότητα κατανόησης του παρελθόντος του αντικειμένου, της αποκάλυψης της διαδικασίας του γίγνεσθαι του. «Η ανατομία του ανθρώπου είναι το κλειδί για την ανατομία του πιθήκου. Αντίθετα, οι νύξεις για κάτι ανώτερο στα κατώτερα ζωικά είδη μπορούν να κατανοηθούν μονάχα όταν το ανώτερο είναι το ίδιο ήδη γνωστό.»3 σύμφωνα με τον Κ. Μαρξ οι προηγούμενες βαθμίδες ανάπτυξης του αντικειμένου δεν ανάγονται στην προετοιμασία του ώριμου αντικειμένου, αλλά κάθε μία απ αυτές διατηρεί την σχετική ανεξαρτησία της. Αυτό σημαίνει ότι η έρευνα του γίγνεσθαι του αντικειμένου αποτελεί ιδιαίτερο ζήτημα για την επίλυση του οποίου αππαιτείται η χρησιμοποίηση της ιστορικής μεθόδου.

Η παραπάνω ιδιομορφία της μαρξικής μεθόδου έχει μεγάλη σημασία γιαα την έρευνα της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού. Η ανωριμότητα του αντικειμένου της έρευνας (ο σοσιαλισμός αποτελεί ανώριμο κομμουνισμό) γεννά την αναγκαιότητα χρησιμοποίησης κατ' εξοχήν της ιστορικής μεθόδου για την μελέτη του. Όμως πρέπει να σημειωθεί ότι ο τρόπος διερεύνησης του αντικειμένου, όταν η ουσία του ακόμα δεν έχει διαμορφωθεί ακόμα αρκετά, δεν ταυτίζεται με την ιστορική μέθοδο που βασίζεται στη γνώση του ώριμου αντικειμένου. Η αντίληψη μας για τη ν δομή του αντικειμένου (και την ιστορία του) όταν αυτό ευρίσκεται ακόμα στη διαδικασία του γίγνεσθαι έχει μόνο προκαταρκτικό χαρακτήρα.

ʼλλο ένα σημαντικό συμπέρασμα που απορρέει απ' τα προαναφερθέντα συνίσταται στο γεγονός ότι δεν είναι ορθή η άμεση σύγκριση των πρώιμων μορφών του νέου αντικειμένου με το προγενέστερο, το παλαιό αντικείμενο ((στην ώριμη του μορφή) δίχως υπολογισμό των ιστορικών τους ιδιομορφιών. Η τάση άμεσης σύγκρισης καπιταλισμμού και σοσιαλισμού εκδηλώνεται με δδύο βασικές μορφές: η πρώτη μορφή συνίσταται στο ότι σε πρώτο πλάνο προωθείται η εξωτερική ομοιότητα του καπιταλισμού και σοσιαλισμού, τονίζεται η στιγμή της μεταξύ τους συνέχειας και μ' αυτό τον τρόπο υποτιμάται η ποιοτική τους διαφορά. Η δεύτερη μορφή συνίσταται στο ότι το νέο αντικείμενο (σοσιαλισμός, κομμουνισμός) παρουσιάζεται ως απλή άρνηση του παλαιού αντικειμένου (του καπιταλισμού). Σ' αυτή την περίπτωση η ποιοτική διαφορά τους παρουσιάζεται καθαρά αρνητικά, ενώ η ουσία του νέου αντικειμένου δεν αποκαλύπτεται σε θετική μορφή.

Είναι αναγκαίο να σημειωθεί ότι η ίδια η προσπάθεια άμεσης σύγκρισης του καπιταλισμού με το σοσιαλισμό χαρακτηρίζεται από έναν ιδιότυπο ιστορικό περιορισμό. Το ζήτημα είναι ότι ο κομμουνισμός δεν αποτελεί μιαν απλή άρνηση του καπιταλισμού, αλλά τον ριζικό μετασχηματισμό όλης της ιστορικής διαδικασίας στο σύνολο της. Το πέρασμα της ανθρωπότητας στον κομμουνισμό δεν αποτελεί ένα απλό πέρασμα από τον έναν σχηματισμό σε έναν άλλο, αλλά πέρασμα σε ένα ριζικά νέο τύπο κοινωνικής ανάπτυξης. Απ' αυτή την άποψη η πιο αποδοτική κατεύθυνση της μελέτης της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού είναι η ένταξη της στα πλαίσια μιας γενικότερης διερεύνησης της παγκόσμιας ιστορίας. Η ανακάλυψη της θεωρίας της υπεραξίας έγινε δυνατή μονό στην βάση της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Εμείς θεωρούμε ότι μια νέα θεμελίωση της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού είναι δυνατή μόνο στη βάση της ανακάλυψης της λογικής της ιστορίας (και συνεπώς στα πλαίσια της διάγνωσης των νομοτελειών μετάβασης στον κομμουνισμό σε παγκόσμια κλίμακα).

Μετά τη ν συνοπτική εξέταση του επιπέδου ωριμότητας του αντικειμένου της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού περνάμε στην ανάλυση της μεθόδου της έρευνας της. Η πολιτική οικονομία του σοσιαλισμού μέχρι τη διάλυση του κινούταν στα πλαίσια του σταδίου εκείνου της γνώσης κατά το οποίο υπερτερεί η κίνηση απ' την αισθητηριακή συγκεκριμένη, από την χαώδη αντίληψη για το αντικείμενο προς την αναλυτική διάκριση ξεχωριστών πλευρών και σχέσεων του. Στα πλαίσια αυτά εμφανίστηκααν οι πρώτες προσπάθειες εφαρμογής ττης μεθόδου της ανάβασης απ' το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Έτσιι η ιδιομορφία του εν λόγω σταδίου ανάπτυξης της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού συνίσταται στην αντιφατική συνύπαρξη δύο προσεγγίσεων στην γνωστική διαδικασία: της εξωτερικής και της εσωτερικής. Κατά την εξωτερική προσέγγιση υπερτερεί η τάση περιγραφής, σύγκρισης, ταξινόμησης των εξωτερικών πλευρών του αντικειμένου. Η εσωτερική προσέγγιση του αντικειμένου συνίσταται στην προσπάθεια εξακρίβωσης της εσωτερικής συνάφειας , της ενότητας των πλευρών του, της ανακάλυψης στην αναζήτηση του νόμου αυτοανάπτυξης του.

Στο στάδιο αυτό της ανάπτυξης της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού γεννιόνται δύο βασικές ακραίες τάσεις: η πρώτη συνίσταται στο ότι η κίνηση απ' το αισθητηριακό συγκεκριμένο στο αφηρημένο αποσπάται απ' την ανάβαση απ' το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Η απολυτοποίηση της εξωτερικής προσέγγισης οδηγεί στην αναγωγή της επιστημονικής ανάλυσης στην περιγραφή και συστηματοποίηση των εξωτερικών επιφανειακών πλευρών του αντικειμένου. Κατ' αυτόν τον τρόπο υποτιμάται (αν δεν απορρίπτεται παντελώς) το ζητούμενο της διερεύνησης της εσωτερικής δομής, της ουσίας του. Η δεδομένη προσέγγιση είναι χαρακτηριστική για την αγοραία πολιτική οικονομία (χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η θεωρία του «σοσιαλισμού της αγοράς», ή «αγοραίου σοσιαλισμού»).

Η δεύτερη ακραία τάση συνίσταται στο ότι η ανάβαση απ' το αφηρημένο στο συγκεκριμένο αποσπάται απ' την κίνηση της γνώσης απ' το αισθητηριακό- συγκεκριμένο στο αφηρημένο. Η προσέγγιση αυτή βρήκε την έκφραση της στην προσπάθεια δημιουργίας συστήματος νόμων και κατηγοριών της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού. Ο περιορισμός της εν λόγω μεθοδολογικής προσέγγισης εκφράζεται στο ότι αυτή οδηγεί στην υπερεκτίμηση του βαθμού ωριμότητας των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής (άρα στην σύγχυση του σοσιαλισμού με τον κομμουνισμό) και στην αποκοπή της θεωρίας απ' την πραγματική κατάσταση της σοσιαλιστικής οικονομίας.

Η ιδιομορφία της σύγχρονης βαθμίδας ανάπτυξης της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού έγκειται στο γεγονός ότι εξωτερική και εσωτερική προσέγγιση αποσπώνται η μια απ' την άλλη και παρουσιάζονται ως συνυπάρχουσες η μια στην άλλη. Η μονόπλευρη εμπειρική προσέγγιση εντοπίζει μόνο τις επιφανειακές πλευρές του αντικειμένου, ενώ η προσπάθεια εφαρμογής της λογικής προσέγγισης οδηγεί στην ταξινομική συστηματοποίηση των κατηγοριών και νόμων της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού στο επίπεδο της προδιαλεκτικής βαθμίδας της νόησης, της διάνοιας. Έτσι γεννιέται μια αντιφατική γνωσιακή συγκυρία.

Ο βέλτιστος τρόπος άρσης της δεδομένης γνωσιακής συγκυρίας και απεμπλοκής από τις εξωιστορικές πελαγοδρομίες και τις χαώδεις αφοριστικές ονοματολογίες είναι η εφαρμογή της ιστορικής μεθόδου για την διερεύνηση της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού. «Το πιο σίγουρο πάνω σ' ένα ζήτημα της κοινωνικής επιστήμης και αναγκαίο για να αποκτηθεί πραγματικά η δεξιότητα ορθής αντιμετώπισης αυτού του ζητήματος και για να μην χαθούμε σε πληθώρα λεπτομερειών είτε στην τεράστια πολυμορφία των αντιμαχόμενων απόψεων, -το σημαντικότερο για να προσεγγίσουμε το ζήτημα αυτό από την επιστημονική άποψη, είναι να μην ξεχνάς την βασική ιστορική συνάφεια, να εξετάζεις το κάθε ζήτημα απ' την άποψη του πως ορισμένο φαινόμενο ανέκυψε στην ιστορία, ποια

είναι τα κύρια στάδια από τα οποία πέρασε κατά την ανάπτυξη του αυτό το φαινόμενο και από την άποψη αυτής της ανάπτυξης του να εξετάσουμε το τι απέγινε σήμερα το δεδομένο αντικείμενο» (Λένιν Β. Ι. Για το κράτος, 1919. ʼπαντα, ρωσ. εκδ., τ. 39, σελ.67). Δυστυχώς η αρχή αυτή τοου μαρξιστικού ιστορισμού απορρίπτετται σήμερα από πολλούς «μαρξιστές» εεν ονόματι της πάλης κατά του οπορτουνισμού της «θεωρίας των σταδίων». Για αυτούς ο συγκεκριμμένος ιστορισμός του Λένιν δεν ισχύει ππχ στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Εφόσον δεν θέλουν και δεν μπορούν να εξετάσουν την ιστορική νομοτέλεια που συγκροτεί η εσωτερική αντιφατικότητα του γίγνεσθαι της αταξικής κοινωνίας, απορρίπτουν κάθε απόπειρα θεωρητικής (και όχι απλώς χρονολογικής- εμπειρικής) περιοδολόγησής του. Αδυνατούν λοιπόν να συλλάβουν τη διαφορά μεταξύ πρώιμων σταδίων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και ώριμης αταξικής κοινωνίας. Γι' αυτούς ο σοσιαλισμός ή θα είναι «καθαρός», άπαξ και δια παντός δεδομένος (κατά κανόνα με δυσδιάκριτες διαφορές από τον κομμουνισμό), ή δεν θα υπάρχει. Όσον αφορά το ιστορικό γεγονός της επί πάνω από επτά δεκαετίες σοσιαλιστικής οικοδόμησης... αυτό είναι για τους διαλεκτικούς μαρξιστές μας μοναδικό φαινόμενο ιστορικής διαδικασίας χωρίς αποτελέσματα-στάδια ανάπτυξης (κάτι σαν το θρυλικό γεφύρι της ʼρτας: «ολημερίς το χτίζανε - τη νύχτα γκρεμιζόταν...»). Μ' άλλα λόγια αν τα γεγονότα δεν εναρμονίζονται με τα δόγματα μας - τόσο το χειρότερο για τα γεγονότα... Βεβαίως, σύμφωνα με αυτή τη «λογική» σοσιαλισμός στην ΕΣΣΔ δεν υπήρξε (πρώιμο στάδιο= ανύπαρκτο στάδιο) άρα στερείται νοήματος κάθε αναφορά στην πολιτική οικονομία του σοσιαλισμού...

Στο παρόν κείμενο θα επιχειρήσουμε να αποκαλύψουμε τα βασικά στάδια της ιστορικής ανάπτυξης της πολιτικής οικονομίίας του σοσιαλισμού, να ανακαλύψουμε τη λογική του γίγνεσθαι της ως επιστήμης.

Η δημιουργία των προϋποθέσεων της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού στα έργα των κλασσικών ττου μαρξισμού

Το πρώτο στάδιο ανάπτυξης της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού ως επιστήμης συνδέεται με το έργο του Κ. Μαρξ. Ο Κ. Μαρξ στο «Κεφάλαιο» απέδειξε τον παροδικό, ιστορικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, το αναπόφευκτο του θανάτου του και της μετάβασης της ανθρωπότητας στον κομμουνισμό. Στο έργο του ερευνά μόνο τις ιστορικές προϋποθέσεις του κομμουνισμού, οι οποίες δημιουργούνται στο εσωτερικό, στα σπλάχνα του καπιταλισμού δεδομένου ότι η ουσία του κομμουνισμού ακόμα δεν έχει γεννηθεί. Η διδασκαλία για τον κομμουνισμό αποτελεί το λιγότερο επεξεργασμένο συστατικό στοιχείο του μαρξισμού. Το ζήτημα είναι ότι στις εργασίες του Κ. Μαρξ υπερτερεί η τάση εξέτασης του κομμουνισμού ως άρσης του κεφαλαιοκρατικού σχηματισμού. Κατ' αυτήν την προσέγγιση ο κομμουνισμός παρουσιάζεται ως ένας απ' τους σχηματισμούς, ο οποίος τοποθετείται δίπλα στους προηγούμενους σχηματισμούς, δηλαδή σε πρώτο πλάνο προωθείται η ομοιότητα ανάμεσα τους.

Όμως στον Μαρξ υπάρχει και μια διαφορετική, μια βαθύτερη αντίληψη του κομμουνισμού. Ο Μαρξ εξέταζε τον κομμουνισμό ως πέρασμα απ' την προϊστορία της ανθρωπότητας στην πραγματικά ανθρώπινη ιστορία. Μ' άλλα λόγια , εξέταζε πέρασμα της ανθρωπότητας στον κομμουνισμό όχι απλώς ως πέρασμα από έναν σχηματισμό σ' έναν άλλον, αλλά ως πέρασμα σε ένα ριζικά νέο τύπο κοινωνικής ανάπτυξης. Η αντιφατικότητα των προσεγγίσεων του κομμουνισμού δεν αποτελεί αποτέλεσμα υποκειμενικών περιορισμών του Κ. Μαρξ, αλλά έκφραση της αντιφατικότητας της εποχής στην οποία ζούσε, δηλαδή ιστορικού περιορισμού, ορίων της ιστορικής συγκυρίας. Τότε πρωταρχικής σημασίίας ζητούμενο ήταν η άρνηση του καπιταλισμού σσε κοσμοϊστορική κλίμακα και όχι η άμεση οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Στο «Κεφάλαιο» ο παροδικός χαρακτήρας του καπιταλισμού παρουσιάζεται όταν πραγματοποιείται το πέρασμα απ' την ανάλυση του είναι (εμπόρευμα και χρήμα) στην έρευνα της ουσίας του αντικειμένου (παραγωγή υπεραξίας). Ο Κ. Μαρξ απέδειξε ότι ο εργάτης δεν πωλεί στον κεφαλαιοκράτη την εργασία του αλλά την ικανότητα του προς εργασία, την εργασιακή του δύναμη. Η κατανάλωση της αγορασμένης εργασιακής δύναμης και η δημιουργία υπεραξίας είναι το ποιοτικό όριο ύπαρξης του κεφαλαίου.

Η υπεραξία έχει δύο μορφές: την απόλυτη και την σχετική. Η απόλυτη υπεραξία είναι η υπεραξία μέσω της παράτασης της εργάσιμης ημέρας ενώ παραμένει αμετάβλητος ο αναγκαίος χρόνος. Το κεφάλαιο κυριαρχεί τότε μόνο τυπικά διότι δεν μετασχηματίζει την υλικό- τεχνική βάση της παραγωγής. Στο στάδιο της τυπικής του κυριαρχίας το κεφάλαιο αναπτύσσεται κατ' εξοχήν εκτατικά. Η παράταση της εργάσιμης μέρας και η αύξηση του αριθμού των εργατών έχει ορισμένο φυσικό όριο σε συνθήκες καπιταλισμού. Το κεφάλαιο περνάει αναγκαία απ' τον κατ' εξοχήν εκτατικό στον κατ' εξοχήν εντατικό τύπο ανάπτυξης, όταν προσκρούει στο ποσοτικό όριο.

Τότε βασικός τρόπος αύξησης της υπεραξίας γίνεται η ενίσχυση του βαθμού εκμετάλλευσης διαμέσου της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας. Η παραγωγή της σχετικής υπεραξίας είναι το στάδιο της πραγματικής κυριαρχίας του κεφαλαίου. Στο βαθμό που αναπτύσσετααι η παραγωγικότητα της εργασίας, αλλάζει η οργανική δομή του κεφαλαίου. Το σταθερό κεφάλαιο αυξάνεται και τείνει προς το άπειρο, ενώ το μεταβλητό κεφάλαιο τείνει προς το μηδέν. Οι συνθήκες πλήρουυς αυτοματοποίησης της παραγωγής έχουν ως επακόλουθο την πλήρη εξάλειψη του μεταβλητού κεφαλαίου και συνεπώς την ολοκληρωτική εξάλειψη της δυνατότητας παραγωγής υπεραξίας. Αυτό είναι και το όριο (μέτρο) ύπαρξης του κεφαλαίου.4

Όμως η επίτευξη του ορίου ύπαρξης του κεφαλαίου δεν είναι εφικτή στο εγγύς μέλλον, άρα ανέφικτη είναι και η αυτόματη καταστροφή του καπιταλισμού. Το όριο ύπαρξης του καπιταλισμού εκφράζεται στο γεγονός ότι η παραγωγή της υπεραξίας οδηγεί στην ανάπτυξη του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας, ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με την ατομική μορφή ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της. Η όξυνση των εσωτερικών αντιθέσεων του καπιταλισμού γεννά την αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης και της διαδοχής του καπιταλισμού απ' τον κομμουνισμό.

Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η μαρξική απόδειξη του αναπόφευκτου θανάτου του καπιταλισμού και της αναγκαιότητας του κομμουνισμού αποτελεί μιαν επιστημονική αλήθεια, την οποία κανείς δεν κατάφερε να ανατρέψει. Οποιαδήποτε επιστημονική αλήθεια ποτέ δεν ανατρέπεται ολοσχερώς (έτσι για παράδειγμα η θεωρία της σχετικότητας περιλαμβάνει τη ν νευτόνεια φυσική ως επιμέρους οριακή περίπτωση.) Εξίσου ανυπόστατες είναι και οι προσπάθειες απόδειξης του ουτοπικού χαρακτήρα του κομμουνισμού μέσω της παραπομπής στο γεγονός της διάλυσης της ΕΣΣΔ και του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος. Τα ξεχωριστά ιστορικά γεγονότα δεν μπορούν να απορρίψουν μια επιστημονική αλήθεια. Στερείται νοήματος οποιαδήποτε άμεση αντιπαραβολή επιστημονικής θεωρίας και ξεχωριστών αποσπασματικών γεγονότων. Η δημιουργική ανάπτυξη της επιστημονικής θεωρίας προϋποθέτει την θεώρηση του συνόλου της ιστορικής πρακτικής.

Όμως ο Μαρξ δεν ερευνά μόνο τον καπιταλισμό. Ο Μαρξ έχει ορισμένη αντίληψη για τους ιστορικούς δρόμους ανάπτυξης του ίδιου του κομμουνισμού. Η διδασκαλία του Κ. Μαρξ για τις δύο φάσεις του κομμουνισμού (σοσιαλισμό και ώριμο κομμουνισμό κατά την ορολογία που επικράτησε με τον Λένιν) αποτελεί επιστημονική υπόθεση, η οποία έχει μεγάλη σημασία για την παραπέρα ανάπτυξη της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού. Ο ίδιος θεωρεί ότι η νέα κοινωνία πρωταρχικά αναπτύσσεται σε βάση κληρονομημένη απ' τον προηγούμενο σχηματισμό και « διατηρεί ακόμη τις εκ γενετής κηλίδες της παλιάς κοινωνίας, απ' τα σπλάχνα της οποίας αυτή βγήκε».5

Όμως η αντίληψη του Κ. Μαρξ για τη συσχέτιση μεταξύ των δύο φάσεων του κομμουνισμού είναι αντιφατικού χαρακτήρα. Ο Μαρξ αφ' ενός μεν θεωρεί ότι στο σοσιαλισμμό η ατομική εργασία θα προβάλλει άμεσα ως συστατικό στοιχείο της συνολικής κοινωνικής εργασίας και συνεπώς ότι εκπίπτει η αναγκαιότητα ύπαρξης εμπορευματικών-χρηματικών σχέσεων. Αφ εταίρου δε ο Κ. Μαρξ θεωρεί ότι η αντίθεση πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, η αντίθεση πόλης και χωριού μπορούν να ξεπεραστούν μόνο στον κομμουνισμό, δηλαδή στην ουσία δέχεται την ύπαρξη της υλικής βάσης, η οποία γεννά τις εμπορικές- χρηματικές σχέσεις στο σοσιαλισμό.(βλ. «Κριτική του προγράμματος της Γκότα»). Στον Κ. Μαρξ σε ορισμένο βαθμό ενυπάρχει εξιδανίκευση του σοσιαλισμού, γεγονός που οδηγεί σε σύγχυση της αντίληψης του σοσιαλισμού με αυτήν του κομμουνισμού. Αυτή η σύγχυση διαφορετικών σταδίων της ανάπτυξη της ουσίας του κομμουνισμού είναι νομοτελειακού και αναγκαίου χαρακτήρα, διότι στην εποχή που έζησε και έδρασε ο Κ. Μαρξ δεν είχε γεννηθεί ακόμη η ουσία της νέας κοινωνίας.

ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 20 ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ

Η πρωταρχική εμφάνιση του κομμουνισμού συνδέεται με την διεξαγωγή της σοσιαλιστικής επανάστασης, την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας της εργατικής τάξης και την εγκαθίδρυση της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής (τυπικά). Η πρωταρχική γέννηση της ουσίας του νέου αντικειμένου (του κομμουνισμού), παρέχει τη δυνατότητα μελέτης όχι μόνο των ιστορικκών προϋποθέσεων, αλλά και των πρώτωνν ανώριμων μορφών του.

Στη δεκαετία του 20 ήταν ευρέως διαδεδομένη η περιοριστική εκδοχή της πολιτικής οικονομίας, η οποία αντανακλάται στο έργο του Ν. Ι. Μπουχάριν: « Η οικονομία της μεταβατικής περιόδου», Μόσχα 1920. Ο Ν. Ι. Μπουχάριν θεωρεί ότι η πολιτική οικονομία μελετά την ανοργάνωτη εμπορευματική καπιταλιιστική οικονομία σε αντιδιαστολή με το σοσιαλισμό, ο οποίος αποτελεί σύστημα οργανωμένης σχεδιοποιημέ-νης οικονομίας. Σύμφωνα με τον Ν. Ι. Μπουχάριν στο σοσιαλισμό εξαφανίζεται ο φετιχισμός του εμπορεύματος και οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους γίνονται απλές και διάφανες. «Στην πραγματικότητα μόλις αποκτήσουμε την οργανωμένη οικονομία εξαφανίζονται όλα τα βασικά προβλήματα της πολιτικής οικονομίας: το πρόβλημα των αξιών, της τιμής, του κέρδους. Εδώ οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους δεν εκφράζονται σε σχέσεις ανάμεσα στα πράγματα και η κοινωνική οικονομία δεν ρυθμίζεται απ' τους τυφλούς νόμους της αγοράς και του ανταγωνισμού, αλλά από τον συνειδητά ασκούμενο σχεδιασμό».6

Σ' αυτή την περίπτωση η πολιτική οικονομία ως επιστήμη εξαφανίζεται. Στην εν λόγω θεωρία, (η οποία επανεμφανίσθηκε κατά καιρούς και υιοθετείται στις μέρες μας από αρκετούς ως πρωτότυπη) είναι αισθητή η επίδραση της νεοκαντιανής μεταφυσικής μεθοδολογίας, σύμφωνα με την οποία οι αντικειμενικοί οικονομικοί νόμοι ταυτίζονται με τους αυθόρμητα δρώντες νόμους.

Στην συζήτηση που πραγματοποιήθηκε το 1925 στην κομμουνιστική Ακαδημία, η πλειονότητα των εισηγητών (Ν. Ι. Μπουχάριν, Ε. Α. Πρεαμπραζένσκι, Λ. Ν. Κρίτσμαν,Ν. Οσίνσκι) αρνούταν την ύπαρξη των οικονομικών νόμων του σοσιαλισμού και την πολιτική οικονομία του σοσιαλισμού. Ο Ι. Π. Σεπάνωφ άσκησε κριτική στην περιοριστική εκδοχή της πολιτικής οικονομίας και ανέφερε τα λόγια του Φ. Ενγκελς περί της αναγκαιότητας της πολιτικής οικονομίας με την ευρεία έννοια της λέξης, επιδιώκοντας να αποδείξει τη σημασία της μελέτης των προκαπιταλιστικών σχηματισμών. Όμως την άποψη του την υποστήριξαν μόνο δύο άνθρωποι: ο Μ. Ποκρόφσκι και ο Α. Α. Μπογκντάνοφ.

Η συζήτηση αυτή απέδειξε ότι η πλειονότητα των ερευνητών της αναλυόμενης περιόδου εξέταζε το νέο αντικείμενο (το σοσιαλισμό, κομμουνισμό) ως απλή εξωτερική άρνηση της επιφάνειας του παλιού αντικειμένου (του φετιχισμού του εμπορεύματος και του χρήματος). Έτσι διαπιστώνεται μεν η γέννηση ενός νέου αντικειμένου που διαφέρει απ' το προηγούμενο, πλην όμως η ουσία, η πηγή της αυτοανάπτυξής του δεν παρουσιάζεται ακόμα στην θετική της μορφή.

ʼλλο βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής οικονομίας στη δεκαετία του 20 συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή ως επιστήμη συγχεόταν με την οικονομική πολιτική του σοσιαλιστικού κράτους. Χαρακτηριστικά απ' αυτή ν την άποψη είναι τα λόγια του Λ. Μ. Γκατόφσκι: «Η μελέτη της σοβιετικής οικονομίας (κατά την δεκαετία του 20 η πολιτική οικονομία του σοσιαλισμού ταυτιζόταν με τη θεωρία της σοβιετικής οικονομίας.. Μ. Δ.) είναι αδιανόητη σε οποιοδήποτε στάδιο έρευνας έξω απ' την μελέτη της οικονομικής πολιτικής, διότι ακριβώς μέσω της οικονομικής πολιτικής πραγματοποιείται η οικοδόμηση τοου σοσιαλισμού»7. Σ' αυττό το πνεύμα ο Ν. Ι. Μπουχάριν μιλούσε περί συγχώνευσης οικονομίας και πολιτικής στον σοσιαλισμό. Η τεράστια επίδραση, την οποία εξασκούσε το σοσιαλιστιικό κράτος στις οικονομικές διαδικασσίες δημιουργούσε την φαινομενικότηταα στα πλαίσια της οποίας ο κρατικός μηχανισμός εκλαμβάνεται ως τμήμα των σχέσεων παραγωγής. Έτσι ανέκυψε η σύγχυση δύο εσωτερικά συνδεδεμένων πλην όμως σχετικά ανεξάρτητων σφαιρών (της οικονομικής και της πολιτικής) , δηλαδή της ουσίας και της επιφάνειας της οικονομικής ζωής.

Στα έργα των σοβιετικών οικονομολόγων της δεκαετίας του 20 κεντρική θέση κατέχει το ζήτημα ττης μεταβατικής περιόδου απ' τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Ο Β. Ι. Λένιν στα εργάτου θεμελίωσε τη θέση ότι ανάμεσα στον σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό βρίσκεται η μεταβατική περίοδος. «Αυτή η μεταβατική περίοδος δεν μπορεί να είναι άλλη απ' την περίοδο πάλης ανάμεσα στον καπιταλισμό που πεθαίνει και τον κομμουνισμό που γεννιέται , μ' άάλλα λόγια: μεταξύ του νικημένου, όχι όμως κατεστραμμένου καπιταλισμού και ττον νεογέννητου, αλλά εντελώς αδύνατου ακόμη κομμουνισμού»*. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Β. Ι. Λένιν είχε την δυνατότητα να μελετήσει μόνο τα πρώτα στάδια ανάπτυξης της νέας κοινωνίας, γι' αυτό δεν γίνεται να μεταφέρουμε μηχανικά τις απόψεις του στα μετέπειτα στάδια ανάπτυξης ααυτής της κοινωνίας.>

Οι απόψεις του Τρότσκι φέρουν επίσης τη σφραγίδα των πρώτων βημάτων της σοσιαλιστικής επανάστασης. Και μάλιστα η θεωρία της διαρκούς επανάστασης αντανακλά τις αντιλήψεις και τις ιδέες της περιόδου της μετεξέλιξης της αστικο-δημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστικκή και της εποχής της θριαμβευτικής πορείας της σοβιετικής εξουσίας. Μία απ' τις αιτίες της πολιτικής ήττας του Λ. Τρότσκι συνίσταται στο γεγονός ότι επέμενε σε μια προεκβολή αυτών των ιδεών του σε μια περίοδο κατά την οποία νέα καθήκοντα εγείρονταν μπροστά στη χώρα και ωρίμαζαν οι συνθήκες για το πέρασμα της σ' ένα νέο στάδιο ιστορικής ανάπτυξης.

Το βασικό μέλημα του Λ. Τρότσκι ήταν η πολεμική εναντίονν της λεγόμενης «σταλινικής θεωρίας τηςς οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μμια μόνο χώρα». Κατ' αυτόν τον τρόπο στην ουσία απέδιδε βουλησιαρχικά στην «κακή θέληση» του Ι. Στάλιν την ευθύνη για την μη εξάπλωση της επανάστασης στην Ευρώπη και στην Ασία, καθώς επίσης για το αντικειμενικό ιστορικό γεγονός όττι η ΕΣΣΔ ήταν αναγκασμένη να οικοδομήσει το σοσιαλισμό σε συνθήκες καπιταλιστικής περικύκλωσης. Στη θεωρία του Λ. Τρότσκι για το ανέφικτο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώραα (ο ίδιος θεωρεί το στόχο αυτό- χωωρίς να διακρίνει στάδια ανάπτυξης του σοσιαλισμού- εφικτό στην κλίμακα όλης της ανθρωπότητας) γίνεται αισθητή η διάθεση της μέγιστης προσέγγισης σοσιαλισμού και κομμουνισμού και απόδοσης στο σοσιαλισμό (υπό διαμόρφωση, ανώριμη αταξική κοινωνία) χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της ώριμης κομμουνιστικής κοινωνίας (απόψεις που υιοθετούνταν και υιοθετούνται από αρκετούς μέχρι σήμερα, δεδομένου ότι επιτρέπουν στους φορείς τους βολικά να αποποιούνται την όποια σχέση τους με την υπαρκτή εμπειρία σοσιαλιστικής οικοδόμησης, χωρίς να απορρίπτουνν ρητά τον κομμουνισμό ως ιδεώδες κκαι «όραμα»).

ʼλλο ένα ζήτημα το οποίο βρισκόταν στο επίκεντρο έντονων συζητήσεων κατά την δεκαετία του 20, ήταν το ζήτημα του χαρακτήρα των οικονομικών νόμων και του ρυθμιστικού παράγοντα της σοβιετικής οικονομίας, δηλαδή το ζήτημα των βασικού νόμου της κίνησης της. Σύμφωνα με την ευρέως διαδεδομένη τότε προσέγγιση, η θεωρία της σοβιετικής οικονομίας θα έπρεπε να μελετά τη σοβιετική οικονομία της περιόδου της μετάβασης στο σοσιαλισμό, κατά την οποία διατηρούνται ακόμη οι εμπορικές- χρηματτικές σχέσεις και συνεπώς οι κατηγορίες της πολιτικής οικονομίας.

Ο Ν. Ι. Μπουχάριν θεωρούσε ότι η μεταβατική περίοδο είναι μια περίοδος μετεξέλιξης των αυθόρμητων νόμων σε συνειδητά εγνωσμένους και συνειδητά εφαρμοσμένους νόμους.'' θεωρούσε λοιπόν ότι σε αντιδιαστολή με τον καπιταλισμό στον οποίο δρουν αυθόρμητοι ρυθμιστικοί παράγοντες, στο σοσιαλισμό οι τελευταίοι γίνονται συνειδητοί, δηλαδή καθοριζόμενοι απ' την οικονομική πολιτική του κράτους. Σ' αυτή τη βάση απέρριπτε οποιαδήποτε αφαίρεση α-π' την οικονομική πολιτική του κράτους κατά την εξέταση της θεωρίας της σοβιετικής οικονομίας.

ʼλλη άποψη είχε σ' αυτό το ζήτημα ο Ε. Λ. Πρεομπραζένσκι. Αυτός μιλούσε για την αναγκαιότητα διαχωρισμού της θεωρητικής έρευνας της σοβιετικής οικονομίας απ' την οικονομική πολιτική που εφαρμόζει το σοσιαλιστικό κράτος. Ο ίδιος έδειχνε ότι ο Κ. Μαρξ θεμελίωσε τη δυνατότητα μελέτης της βάσης της κοινωνίας σε μιαν ανάλυση σχετικά ανεξάρτητη από την ανάλυση του εποικοδομήματος. Η συμβολή του Ε. Α. Πρεομπραζένσκι συνίσταται στο ότι ήταν ένας από τους πρώτους που έθεσε το ζήτημα της θεωρητικής μελέτης της σοβιετικής οικονομίας. Ομως ο ίδιος δεν μπόρεσε να επιλύσει με συνέπεια το εν λόγω ζήτημα, διότι στα έργα του τα θεωρητικά ζητήματα της έρευνας της σοβιετικής οικονομίας διαπλέκονται και συγχέονται με τα επίκαιρα ζητήματα της οικονομικής πολιτικής.

ʼλλο ζήτημα αντιπαράθεσης ανάμεσα στον Ν. Ι. Μπουχάριν και τον Ε. Α. Πρεομπραζένσκι ήταν το ζήτημα των ρυθμιστικών παραγόντων της σοβιετικής οικονομίας. Ο Ε. Α. Πρεομπραζένσκι εισηγήθηκε τη θεωρία των «δύο ρυθμιστών» της οικονομίας της μεταβατικής περιόδου. Ο ίδιος θεωρεί ότι το βασικό χαρακτηριστικό της οικονομίας της μεταβατικής περιόδου είναι η διαπάλη ανάμεσα στον νόμο της αξίας απ' τη μια πλευρά και το νόμο της πρωταρχικής σοσιαλιστικής συσσώρευσης απ' την άλλη.1" Απ' αυτή την άποψη η οικονομία της μεταβατικής περιόδου είναι μια οικονομία εμποορευματική- σοσιαλιστική. Ο νόμος της αξίας αποτελεί το βασικό ρυθμιστή της εμπορευματικής- καπιταλιστικής παραγωγής, ενώ ο νόμος της πρωταρχικής σοσιαλιστικής συσσώρευσης είναι ο νόμος της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια καθυστερημένη αγροτική χώρα. Σε αντιστοιχία με αυτό το νόμο όσο πιο καθυστερημένη, μικροαστική, αγροτική είναι η χώρα στην οποία πραγματοποιείται η μετάβαση στο σοσιαλισμό, τόσο περισσότερο η σοσιαλιστική συσσώρευση είναι αναγκασμένη να στηρίζεται στην εκμετάλλευση των προσοσιαλιστικών μορφών οικονομίας και τόσο λιγότερο θα τροφοδοτείται απ' το υπερπροϊόν των εργαζομένων της σοσιαλιστικής βιομηχανίας.

Αφετηριακή προκείμενη της θεωρίας του Ε. Α. Πρεομπραζένσκι ήταν η παραδοχή ό τι η σοβιετική οικονομία αποτελείται από δύο τομείς: τον κρατικό και τον ιδιωτικό, θεωρεί λοιπόν ότι είναι αναγκαίο αρχικά να μελετηθούν ξεχωριστά ο ένας απ' τον άλλο και μόνο στην συνέχεια να βρεθεί η συνισταμένη τους. Συνολικά μπορεί να ειπωθεί ότι στη θεωρία του Ε. Α. Πρεομπραζένσκι εμφανίζεται μια τάση απόσπασης απ' το αισθητηριακκό συγκεκριμένο, - απ' την χαώδη αντίληψη για την σοβιετική οικονομία και μετάβασης στον αναλυτικό διαχωρισμό των βασικών πλευρών και σχέσεων. Όμως αυτός εντοπίζει κατά κύριο λόγο την εξωτερική συνάφεια ανάμεσα στις διακεκριμένες πλευρές της ουσίας. Ο προδιαλεκτικός χαρακτήρας της ιδιότυπης γι αυτό το επίπεδο ανάπτυξης της νόησης (διάνοια), αφαίρεσης εκδηλώνεται ιδιαίτερα στην διάθεση εξεύρεσης «καθαρών», «αυθεντικών» μορφών: ο σοσιαλισμός δίχως εμπορικές-χρηματικές σχέσεις, η κρατική βιομηχανία δίχως αγορά κλπ.

Όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι η θεωρία της πρωταρχικής σοσιαλιστικής συσσώρευσης δεν ανέκυψε εκ του μηδενός. Αντανακλά μια πραγματική ιστορική στάση: την αναγκαιότητα μιας μη ισοδύναμης ανταλλαγής ανάμεσα στη βιομηχανία και στην αγροτική οικονομία στις καθυστερημένες χώρες κατά τα πρώιμα στάδια της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Όμως ο Ε. Α. Πρεαμπραζένσκι δεν αντιλαμβάνεται τις συνέπειες μιας μακρόχρονης διατήρησης της δυσαναλογίας ανάμεσα στους διάφορους κλάδους της λαϊκής οικονομίας.

ʼλλη αδυναμία της θεωρίας του είναι ότι ο ίδιος εξέταζε την πρωταρχική σοσιαλιστική συσσώρευση κατ' αναλογία με την πρωταρχική καπιταλιστική συσσώρευση. Η μέθοδος της αναλογίας δείχνει την εξωτερική ομοιότητα αυτών των διαδικασιών, όμως δεν μπορεί να εξηγήσει την ποιοτική διαφορά τους, τα ιδιόμορφα χαρακτηριστικά κάθε μιας απ' αυτές. Ιδιαίτερα με την βοήθεια της μεθόδου της αναλογίας δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί με ποιο τρόπο πραγματοποιείται η διαμόρφωση της κομμουνιστικής κοινωνίας, η οποία δεν πρέπει να οικοδομείται στη βάση της όξυνσης του ταξικού ανταγωνισμού, αλλά στη βάση της δημιουργίας των προϋποθέσεων για το ξεπέρασμα του.

Συνολικά είναι δυνατόν να διακρίνουμε δύο βασικές αδυναμίες στις θεωρητικές επεξεργασίες της «αριστερής αντιπολίτευσης»: α) την τάση της μέγιστης προσέγγισης αν όχι ταύτισης του σοσιαλισμού με τον ώριμο κομμουνισμό (η σοσιαλιστική κοινωνία είναι εφικτή μόνο στα πλαίσια ολόκληρης της ανθρωπότητας, στο σοσιαλισμό απονεκρώνονται οι εμπορευματικές - χρηματικές σχέσεις κλπ). β) η προεκβολή χαρακτηριστικών για την αστική κοινωνία τάσεων στις πρώτες πρώιμες μορφές ανάπτυξης της κομμουνιστικής κοινωνίας, η υποτίμηση της σημασίας της εξέτασης του βαθμού ωριμότητας των πρώιμων σοσιαλιστικών σχέσεων, η απολυτοποίηση του βαθμού εξάρτησης τους από εξωτερικούς παράγοντες (καπιταλιστικός περίγυρος).

Στη πολεμική του εναντίον της θεωρίας των «δύο ρυθμιστών» ο Ν. Ι. Μπουχάριν υποστήριξε τη θεωρία του «ενός ρυθμιστή» της οικονομίας της μεταβατικής περιόδου. Σύμφωνα με την άποψη του ο βασικός ρυθμιστής της σοβιετικής οικονομίας είναι ο «νόμος των εργασιακών δαπανών», θεωρεί λοιπόν ότι ο εν λόγω νόμος είναι αναγκαία προϋπόθεση της κοινωνικής ισορροπίας σε όλους τους κοινωνικό- οικονομικούς σχηματισμούς. Στον καπιταλισμό ο νόμος των εργασιακών δαπανών λαμβάνει τη μορφή του νόμου της αξίας. Στο σοσιαλισμό αυτός ο νόμος απελευθθερώνεται απ' το εμπορευματικό του περίβλημα, αποφετιχοποιείται και γίνεται ο βασικός κοινωνικός ρυθμιστής.

Στην ουσία ο Ν. Ι. Μπουχάριν μετατρέπει τη δαπάνη της εργασιακής δύναμης από συγκεκριμένη ιστορική σχέση, χαρακτηριστική για τον καπιταλιστικό σχηματισμό σε αιώνια, εξωϊστορική σχέση. Ως γνωστόν η αναγωγή όλων των κοινωνικών φαινομένων στη φυσιολογική ανάλωση ενέργειας είναι μια απ' τις βασικές αρχές της μεθοδολογίας του Α. Α. Μπογκντάνοφ. Η προσέγγιση αυτή ανάγει τις εσωτερικές αντιθέσεις της κοινωνικής ζωής στις εξωτερικές αντιθέσεις κοινωνίας και φύσης, τους ιστορικούς νόμους στους φυσικούς, εξωιστορικούς νόμους.

Ο Ν. Ι. Μπουχάριν χρησιμοποιεί την μπογκντανοφική αρχή της ισορροπίας για τη ν εξήγηση της σοβιετικής οικονομίας. Ιδιαίτερα, σημειώνει τη σημασία της διατήρησης της ισορροπίας ανάμεσα στους διάφορους κλάδους της λαϊκής οικονομίας (πρώτ' απ' όλα ανάμεσα στη βιομηχανία και την αγροτική οικονομία). Σε αντιδιαστολή με ττον Ε. Α. Πρεομπραζένσκι, ο οποίος τόνιζζε τη στιγμή του αμοιβαίου αποκλεισσμού των δύο πλευρών- πόλων του αντικειμένου, ο Ν. Ι. Μπουχάριν έέδινε έμφαση στην συνύπαρξη τους ως αλληλοπροϋποτιθέμενων.

Σύμφωνα με την άποψη μας η θεωρία του Μπουχάριν ανταποκρινόταν στα καθήκοντα που εγείρονταν ενώπιον της ΕΣΣΔ κατά την περίοδο της ανόρθωσης της λαϊκής οικονομίας και της υπέρβασης των δυσαναλογιών που γεννήθηκαν στη σοβιετική οικονομία κατά την περίοδο του «πολεμικού κομμουνισμού». Στο βαθμό που αυτό το ζήτημα λυνότανν και αναδεικνυόταν στο προσκήνιο ως ζητούμενο η ανασυγκρότηση της λαϊκής οικονομίας και η πρωταρχική σοσιαλιστική συσσώρευση , η εν λόγω θεωρία ξεπερνιόταν και έπαυε να ανταποκρίνεται στις τάσεις ανάπτυξης της σοβιετικής κοινωνίας. Στην ουσία η λεγόμενη «εναλλακτική λύση» θα σήμαινε διαιώνιση της ΝΕΠ, διατήρηση των παλιών οικονομικών αναλογιών σε μια εποχή κατά την οποία σε πρώτο πλάνο αναδείχθηκε το ζήτημα του ριζικού μετασχηματισμού της παλαιάς κοινωνικής δομής.

Αν και πρωταρχικά ο Β. Ι. Στάλιν μαζί με τον Ν. Ι. Μπουχάριν πάλεψε εναντίον της «αριστερής αντιπολίτευσης», μετά το 1928 σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό τείνει στηνν ιδέα της πραγματοποίησης της κολλεκτι<βοποίησης και της εσπευσμένης εκβιομηχάνισης. Ο Μπουχάριν, παραπέμποντας στον Ε. Α. Πρεομπραζένσκι παραθέτει ιδέες της αριστερής αντιπολίτευσης όπως η ιδέα για την επιτάχυνση των ρυθμών εκβιομηχάνισης και σοσιαλιστικής συσσώρευσης και η ιδέα του αγώνα εναντίον του αγροτικού καπιταλισσμού ως «βασικό κίνδυνο εκφυλισμού κααι στροφής στον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης»,11 για να επιβεβαιώσει το γεγονός της χρησιμοποίησης τους απ' τον Στάλιν. Ο Ε. Α. Πρεομπραζένσκι θεωρεί ότι αυτή η υιοθέτηση από τον τελευταίο της «ορθής οδού» πρέπει να θεωρηθεί μια τεράστια ηθική νικητής αντιπολίτευσης, δυσανάλογη των περιορισμένων της δυνάμεων.

Η ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ<

Το 1929 η ΕΣΣΔ εισέρχεται σ' ένα νέο στάδιο της ιστορικής ανάπτυξης. Αυτή ήταν η εποχή της πρωταρχικής συσσώρευσης, κατά τη ν οποία βασικό ζητούμενο ήταν η μετατροπή της ΕΣΣΔ από καθυστερημένη, αγροτική χώρα σε προηγμένη βιομηχανική χώρα και η δημιουργία βαριάς βιομηχανικής παραγωγής. Στη δεκαετία του 30- 50 η οικονομία της χώρας αναπτύσσεται κατ' εξοχήν εκτατικά δηλαδή μέσω της ποσοτικκής διεύρυνσης της παραγωγής.<

Την περίοδο αυτή για πρώτη φορά αναγνωρίζεται η ύπαρξη της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού. Μεγάλο ρόλο στην άρση της περιοριστικής εκδοχής της πολιτικής οικονομίας έπαιξε η δημοσίευση των παρατηρήσεων του Β. Ι. Λένιν για το βιβλίο του Ν. Ι. Μπουχάριν « Η οικονομία της μεταβατική περιόδου». Οι σοβιετικοί οικονομολόγοι απελευθερώνονται απ1 την ιδέα της απονέκρωσης των κατηγοριών της πολιτικής οικονομίας στο σοσιαλισμό και επικεντρώνουν την προσοχή τους στη μελέτη των νέων αναπτυσσόμενων σχέσεων παραγωγής.

Την έννοια της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού την εισήγαγε το 1931 ο Ν. Α. Βοζνεσέφσκι, ο οποίος εξέταζε την πολιτική οικονομία του σοσιαλισμού ως οργανικό τμήμα της θεωρητικής οικονομίας του κομμουνισμού. Θεωρούσε ότι η πολιτική οικονομίαα του σοσιαλισμού έχει ως αποστολή «να δείξει την γέννηση, το γίγνεεσθαι του κομμουνισμού, τους βασικούς οικονομικούς νόμους κίνησης του.12 Πρέπει να σημειωθεί ότι στις αρχέές της δεκαετίας του 30 πολλοί οικονομολόγοι συνέχισαν να υποστηρίζουν την άποψη περί αναγκαιότητας δημιουργίας της «θεωρίας της σοβιετικής οικονομίας», η οποία θα έπρεπε να μελετήσει τη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στις ιδιόρρυθμες συνθήκες της ΕΣΣΔ.

Στα έργα του Ν. Α. Βοζνεσέφσκι τίθεται το πρόβλημα της ιδιομορφίας της σοσιαλιστικής εργασίας και το ζήτημα των δύο μορφών της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας. Το πέρασμα στην ανάλυση της διαδικασίας της παραγωγής, δηλαδή της ουσίας της οικονομικής σφαίρας, σηματοδοτεί το στάδιο της πρωταρχικής γέννησης της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού ως επιστήμης. Η εν λόγω στροφή συνδέεται με το γεγονός ότι στην ημερήσια διάταξη τίθεται το ζήτημα της αλλαγής της παλαιάς υλικό- τεχνικής βάσης και του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της παραγωγής. Η πρωταρχική γέννηση της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού παρατηρείται κατά το αρχικό, πρώιμο στάδιο της διαμόρφωσης της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Κατά την περίοδο αυτή για πρώτη φορά επιχειρείται η μελέτη της ουσίας του νέου αντικειμένου και η διατύπωση της βασικής, αντίθεσης. Ο Ν. Α. Βοζνεσέφσκι εξέταζε ως βασική αντίθεση του σοσιαλισμού «την αντίθεση ανάμεσα στις προωθημένες σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής και τις καθυστερημένες παραγωγικές δυνάμεις.»13 Από αυτή την άποψη η θέση του Ι. Β. Στάλιν περί δήθεν πλήρους αντιστοιχίας παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής στο σοσιαλισμό συνιστά οπισθοχώρηση έναντι του Ν. Α. Βοζνεσέφσκι. Ο Β. Ι. Στάλιν εξέταζε τις σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής ως κάτι το δεδομένο (υποτιμούσε την ανάγκη συνεχούς τελειοποίησης τους) και ανάγει το όλο ζήτημα στην τελειοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων.<

Πρέπει να σημειωθεί ότι η μετάβαση στην διερεύνηση της διαδικασίας της παραγωγής είναι προς το παρόν επεισοδιακού και αποσπασματικού χαρακτήρα και δεν έγινε ακόμη μία σταθερή τάση. Το ζήτημα είναι ότι στην εν λόγω περίοδο η πολιτική οικονομία του σοσιαλισμού συγχέεται ακόμη με την οικονομική πολιτική του κράτους. Η σύγχυση αυτή εκφράζεται ιδιαίτερα στο ότι πολλοί εξετάζουν ως βασικό νόμο κίνησης της σοβιετικής οικονομίας τον οικονομικό σχεδιασμό (πχ ο Λ. Μ. Γκατόφσκι). Πέρα απ' αυτό, ευρέως διαδεδομένη ήταν η αντίληψη ότι το σοσιαλιστικό κράτος δημιουργεί («μετασχηματίζει» είτε ακόμη και «καταργεί» ) τους οικονομικούς νόμους του σοσιαλισμού!

Ακραία μορφή υποκειμενισμού και βουλησιαρχίας ήταν η ανακήρυξη της δικτατορίας του προλεταριάτου σε βασικό οικονομικό νόμο του σοσιαλισμού. Όμως η απολυτοποίηση των δυνατοτήτων συνειδητής επίδρασης του εποικοδομήματος (προπαντός του πολιτικού οικοδομήματος) στο κοινωνικό είναι δεν αποτελεί υποκειμενικό, αλλά αντικειμενική αυταπάτη μιας ολόκληρης ιστορικής εποχής.

Η αντίστροφη πλευρά του υποκειμενισμού συνίσταται στο ότι οι παραγωγικές δυνάμεις ταυτίζονται με την τεχνική βάση, δηλαδή εξαιρούνται απ' την σύνθεση τους οι άνθρωποι ως ενεργητικά υποκείμενα και η κοινωνική πρόοδος ανάγεται στην τεχνική πρόοδο. Η τεχνοκρατική προσέγγιση είναι ιδιαίτερα έκδηλη στη θεωρία του Λ. Γιαροσένκο, ο οποίος ανήγαγε την αποστολή της πολιτικής οικονομίας στην ορθολογική οργάνωση των παραγωγικών δυνάμεων και το σχεδιασμό της λαϊκής οικονομίας, απέρριπτε απ' το αντικείμενο της πολιτικής οικονομίας τη μελέτη των σχέσεων παραγωγής.

Μεγάλη σημασία για την ανάπτυξη της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού είχε η συζήτηση που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 1951 για την επεξεργασία εγχειριδίου της πολιτικής οικονομίας. Το σημαντικότερο αποτέλεσμα συμπέρασμα της συζήτησης αυτής ήταν η τελική επικράτηση της άποψης περί του αντικειμενικού χαρακτήρα των οικονομικών νόμων του σοσιαλισμού. Ο Ι. Β. Στάλιν στο έργο του «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» άσκησε κριτική στην αντίληψη κατά τη ν οποία τα καθοδηγητικά όργανα του κόμματος και του κράτους «δημιουργούν» και «μετασχηματίζουν» τους οικονομικούς νόμους του σοσιαλισμού. Ο ίδιος θεωρεί ότι η επιστήμη δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί δίχως αναγνώριση της ύπαρξης αντικειμενικών νομοτελειών και δίχως την μελέτη τους.

Δεύτερο σημαντικό συμπέρασμα της συζήτησης αυτής ήταν τελικά η παραδοχή της ύπαρξης εμπορικών και χρηματικών σχέσεων στο σοσιαλισμό. (Η ιδέα περί ισχύος του νόμου της αξίας στο σοσιαλισμό αποκτά την πρώτη της επίσημη αναγνώριση στη συζήτηση του σχεδίου του εγχειριδίου της πολιτικής οικονομίας το Ιανουάριο του 1941). Μέχρι τότε στα έργα των σοβιετικών οικονομολόγων υπερτερεί η αντίληψη κατά την οποία οι εμπορικές - χρηματικές σχέσεις αποτελούν κενή εξωτερική μορφή, απλώς μέσο υπολογισμού των δαπανών των επιχειρήσεων. Οι υποστηρικτές της «υπολογιστικής- διανεμητικής θεωρίας» ισχυρίζονται ότι «το εμπόρευμα μας δεν είναι εμπόρευμα, το χρήμα μας δεν είναι χρήμα». Μ'' άλλα λόγια σύμφωνα με την άποψη τους, στο σοσιαλισμό δεν υπάρχουν πραγματικές εμπορευματικές - χρηματικές σχέσεις, αλλά μόνο μια αποτίμηση, η οποία παρουσιάζεται ως κατεξοχήν τεχνικό μέσο υπολογισμού.

Η άποψη του Στάλιν ότι η αιτία των εμπορευματικών- χρηματικών σχέσεων στο σοσιαλισμό είναι η ύπαρξη των δύο μορφών ιδιοκτησίας (κρατικής και συνεταιριστικής) αποτελεί ένα βήμα εμπρός σε σύγκριση με την υπολογιστική- διανεμητική θεωρία. Όμως την ίδια στιγμή συμφωνά με τη θεωρία του Ι. Στάλιν οι εμπορευματικές-χρηματικές σχέσεις γεννιούνται κατ' εξοχήν ως αποτέλεσμα της ανταλλαγής ανάμεσα στις κρατικές επιχειρήσεις και τα κολχόζ. Η προσέγγιση αυτή οδηγεί στην υποτίμηση των αιτιών που γεννούν τις εμπορευματικές-χρηματικές σχέσεις στο εσωτερικό του κρατικού τομέα (καθυστέρηση των παραγωγικών δυνάμεων, ανωριμότητας της ανάπτυξης του κοινωνικού χαρακτήρα εργασίας). Η άγνοια ή η υποβάθμιση της σημασίας του συγκεκριμένου επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στην ΕΣΣΔ απ' τον Ι. Στάλιν εκδηλώθηκε με το ότι θεωρούσε ως προοπτική του εγγύς μέλλοντος την συρρίκνωση της σφαίρας της εμπορευματικής κυκλοφορίας και το πέρασμα στην άμεση ανταλλαγή προϊόντων.

Η οικονομική θεωρία του Ι. Β. Στάλιν αντιστοιχούσε στα καθήκοντα που εγείροννταν ενώπιον της ΕΣΣΔ στο αρχικό, στο πρώιμο στάδιο του σοσιαλισμού, όταν η οικονομία της χώρας αναπτυσσόταν κατ' εξοχήν εκτατικά. Όμως ήδη από τη δεκαετία του 50 όταν στην ΕΣΣΔ ανέκυψε η αναγκαιότητα περάσματος σ' ένα νέο στάδιο της ιστορικής της ανάπτυξης (συμπεριλαμβανομένης και της μετάβασης σε μια νέα βαθμίδα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων) η σταλινική θεωρία του σοσιαλισμού ξεπεράστηκε ιστορικά. Γι' αυτό το λόγο και οποιαδήποτε προσπάθεια επιστροφής στο σύστημμα που δημιουργήθηκε στην ΕΣΣΔ στην περίοδο του 30- 50 αναπόφευκτα θθα αποτύχει.

Συνολικά μπορεί να ειπωθεί ότι στις δεκαετίες του 30-50 γίνονται οι πρώτες απόπειρες εξέτασης της διαδικασίας της σοσιαλιστικής παραγωγής, μελέτης των δύο μορφώών της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας και ανάδειξης της βασικής αντίθεσης του σοσιαλισμού. Κατ' αυτόν τον τρόπο πραγματοποιείται το πέρασμα στην ανάλυση των εσώτερων σχέσεων, τηης ουσίας του ερευνόμενου αντικειμέένου. Η γνώση κινείται κατ' εξοχήν απ' το αισθητηριακό- συγκεκριμένο στο αφηρημένο, διαχωρίζονται αναλυτικά διάφορες πλευρές και σχέσεις αντικειμένου και μελετώνται σχεττικά ανεξάρτητα η μια απ' την άλλη. Μεε τις προσπάθειες δημιουργίας ενός εγχειριδίου της πολιτικής οικονομίας εκδηλώνεται η ανάγκη γενίκευσης, σύνθεσης των πρώτων γνώσεων για το αντικείμενο.

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ: ΣΧΕΔΙΟ Η ΑΓΟΡΑ;

Στα τέλη της δεκαετίας του 50 δημιουργούνται οι συνθήκες για το πέρασμα της χώρας απ' τον κατ' εξοχήν εκτατικό στο κατ' εξοχήν εντατικό τύπο ανάπτυξης. Στην περίοδο αυτή η ανάπτυξη της ΕΣΣΔ είχε αντιφατικόό χαρακτήρα: απ' τη μια πλευρά έέγιναν σημαντικές κατακτήσεις, ιδιαίτερα στη σφαίρα των φυσικών επιστημών (διαστημική, φυσικές επιστήμες κλπ), οι οποίες εφαρμόζονταν στους πρωτοπόρους κλάδους της λαϊκής οικονομίας απ' την άλλη πλευρά, η χώρα συνέχισε να αναπτύσσεται κατ εξοχήν εκτατικά. Οι κατακτήσεις της επιστημονικό- τεχνικής προόδου εισάγονταν και εφαρμόζονταν με μεγάλη καθυστέρηση στη σφαίρα της υλικής παραγωγής.

Το νέο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων γεννάει την αναγκαιότητα εκσυγχρονισμού των σχέσεων παραγωγής. Ήταν ανέφικτη η επίλυση των νέων καθηκόντων που εγείρονταν ενώπιονν της τότε κοινωνίας βάσει τω ν πααλαίω ν οικονομικών δογμάτων. Τότε η ηγεσσία της ΕΣΣΔ στράφηκε στις συνταγές της αστικής πολιτικής οικονομίας, αναζητώντας απαντήσεις στα ζητήματα που γεννήθηκαν απ' τις ανάγκες του νέου σταδίου ανάπτυξης του σοσιαλισμού (η ίδια ήταν αντικειμενικά ανίκανη να στραφεί στο δημιουργικό μαρξισμό, δεδομένου ότι τον αντιμετώπιζε στα πλαίσια ενός ιδιότυπου γραφειοκρατικού ακτιβισμού- πραγματισμού: ως αποστεωμένο συνονθύλευμα δογμάτων, άπαξ και δια παντός δεδομένων απόλυτων αληθειών, τις οποίες εκλεκτικίστικα και εργαλειακά- τσιτατολογικά επικαλούταν κατά το δοκούν για τον εκ των υστέρων καθαγιασμό των εκάστοτε ειλημμένων αποφάσεων της). Σύμφω-να με την ευρέος διαδεδομένη τότε άποψη, είναι δυνατόν να επιτευχθεί η τελειοποίηση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής μέσω του εκσυγχρονισμού του οικονομικού μηχανισμού. Μ' άλλα λόγια η όλη υπόθεση αναγόταν στην αλλαγή του επιφανειακού στρώματος των σχέσεων παραγωγής.

Στα τέλη της δεκαετίας έλαβαν την απόφαση για το πέρασμα απ' τη κατά κλάδους στην κατά περιφέρειες αρχή της διοίκησης της οικονομίας της χώρας. Αυτό το μέτρο οδήγησε στον κατακερματισμό στην πολλαπλή διαβάθμιση της διοίκησης των κλάδων της βιομηχανίας και σε τελευταία ανάλυση στην μείωση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης της ΕΣΣΔ. Το 1965, με νέα απόφαση η διοίκηση της οικονομίας υιοθετεί και πάλι την κατά κλάδους αρχή της διοίκησης. Την ίδια στιγμή η ηγεσία της χώρας πήρε μιαν απόφαση με την οποία καταδίκαζε την υπερβολική χρησιμοποίηση των διοικητικών μεθόδων και καλούσε να χρησιμοποιούνται σε ευρεία κλίμακα οι οικονομικές μορφές διοίκησης. Η οικονομική μεταρρύθμιση του 1965 προέβλεπε την διεύρυνση της οικονομικής ανεξαρτησίας των επιχειρήσεων και την αύξηση του ρόλου των αξιακών δεικτών (του κέρδους).

Η απερίσκεπτη διεύρυνση του πεδίου δράσης των εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων οδήγησε σε απρόβλεπτα αποτελέσματα. «Η μεταρρύθμιση έδωσε ώθηση στον ομαδικό εγωισμό, στο κυνήγι του κέρδους, οδήγησε στην αύξηση των τιμών, (γεγονός που επέδρασε αρνητικά προπαντός στην αγροτικήή παραγωγή), στον εκτοπισμό από τηην παραγωγή μιας σειράς φθηνών αλλά αναγκαίων για τους ανθρώπους εμπορευμάτων. Το κυνήγι του πρόσκαιρου και εύκολου κέρδους οδήγησε στην επιβράδυνση της επιστημονικό- τεχνικής προόδου και συνεπώς της αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.»14

Παρ' όλ' αυτά κατά την εν λόγω περίοδο παρατηρούνται ουσιαστικά βήματα στην ανάπτυξη της οικονομικής θεωρίας. Στο στάδιο αυτό διαχωρίζεται το πεδίο της πολιτικής οικονομίας από αυτό της άμεσης οικονομικής πολιτικής και γίνονται οι πρώτες προσπάθειες δημιουργίας συστήματος κατηγοριών της πολιτιικής οικονομίας. Τα πρώτα εγχειρήματα συγκρότησης συστήματος κατηγοριών για την απεικόνιση του αντικειμένου χαρακτηρίζουν το στάδιο της διαμόρφωσης της επιστήμης.

Η πρώτη προσπάθεια δημιουργίας συστήματος κατηγοριών της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού ήταν το εγχειρίδιο του Ινστιτούτου Οικονομίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, το οποίο εκδόθηκε το 1954. Σύντομα βγήκαν στην επιφάνεια οι αδυναμίες του εγχειριδίου. Μεταξύ άλλων σε πολλά δημοσιεύματα επισημαίνεται ότι το εγχειρίδιο προσδιορίζει μεν σωστά πολλές ομάδες κατηγοριών του σοσιαλισμού, όμως δεν αποκαλύπτει επαρκώς την εσωτερική τους συνάφεια. Πολλοί οικονομολόγοι άρχισαν να εξετάζουν την εφαρμογή της μεθόδου της ανάβασης απ' το αφηρημένο στο συγκεκριμένο ως μοναδικό τρόπο για την άρση της μονόπλευρης, αναλυτικής προσέγγισης, έτσι ώστε να επιτευχθεί απεικόνιση της αλληλουχίας του συστήματος των κατηγοριών και των νόμων της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού. Η προσέγγιση αυτή προωθείται στο συλλογικό έργο: «Εγχειρίδιο της πολιτικής οικονομίας» με επικεφαλής της συντακτικής επιτροπής τον Ν. Α. Τσαγκόλοφ.

Όμως στη βάση της προσέγγισης αυτής ενυπάρχει μιαν αντίθεση: απ' την μια πλευρά, οι συγγραφείς του εγχειριδίου διακηρύσσουν ότι δεν εξετάζουν το σοσιαλισμό ως αυτοτελή τρόπο παραγωγής, αλλά ως κατώτερη φάση του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής, απ' την άλλη πλευρά η προσπάθεια δημιουργίας συστήματος κατηγοριών και νόμων της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού έχει ως προϋπόθεση την εξέταση του σοσιαλισμού ως συστήματος που συνιστά ολότητα και συνεπώς ως ανεξάρτητου τρόπου παραγωγής ξεχωριστού στον κομμουνισμό.

Οι συγγραφείς του «Εγχειριδίου της πολιτικής Οικονομίας» θεωρούσαν ότι είναι αναγκαίο να αναδειχθεί η απλούστερη σχέση (τοο ουσιώδες κύτταρο) του συστήματος κατηγοριών της πολιτικής οικονομμίας του σοσιαλισμού και να εξαχθούν απ' αυτήν οι υπόλοιπες κατηγορίες. Ως αφετηριακή σχέση εξέταζαν την κατηγορία της σχεδιοποίησης της κοινωνικής παραγωγής (ενώ άλλοι οικονομολόγοι θεωρούσαν αφετηριακή σχέση την κατηγορία της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας. Οι «πλαναμέρνικοι» (υπέρμαχοι της σχεδιοποίησης-ρωσ. «Πλαναμέρνοστ») επιχειρήσουν μια μηχανιστική προεκβολή της μεθόδου του «Κεφαλαίου» του Κ. Μαρξ στην εξέταση της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού, χωρίς να λαμβάνουν υπόψιν τους την ανωριμότητα του αντικειμένου της έρευνας.

Σύμφωνα μ' αυτή την προσέγγιση πρέπει να καθοριστεί η ουσία του σοσιαλισμού στην «καθαρή» της μορφή, αποσπασμένη απ' τις άλλες, τις δευτερεύουσες σχέσεις (πιο συγκεκριμένα είναι αναγκαίο να γίνει αφαίρεση απ' τις εμπορευματικές και χρηματικές σχέσεις). Οι εκπρόσωποι αυτής της προσέγγισης θεωρούν τη σοσιαλιστική παραγωγή ως άμεσα κοινωνικοποιημένη παραγωγή. Όμως τότε ανακύπτει το εξής παράδοξο: πως είναι δυνατόν να εξάγουν απ' την άμεση κοινωνικοποιημένη, μη εμπορευματική παραγωγήή τον εκ διαμέτρου αντίποδα της, τις εμπορευματικές και χρηματικές σχέσειις, οι οποίες αδιαμφισβήτητα μπορούν καιι χρησιμοποιούνται στην πραγματική οικονομική πρακτική; Η συνεπής εφαρμογή αυτής της προσέγγισης οδηγεί στην ολοκληρωτική άρνηση των εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων στο σοσιαλισμό. Παρόμοια άποψη υποστήριζαν οι Β. Α. Σόμπολ, Ν. Φ. Χέσιν, Ε. Μάλισεφ και άλλοι «αντιταβάρνικοι» (πολέμιοι των εμπορευματικών και χρηηματικών σχέσεων). Αυτοί ισχυρίζονταν ότιι ο σοσιαλισμός οδηγεί στην εξάλειψη της εμπορευματικής παραγωγής. Στηην ΕΣΣΔ οι εμπορευματικές και χρηματικές σχέσεις λειτουργούν κατ' αυτούς ως κενή, εξωτερική μορφή, η οποία εκφράζει ένα μη-εμπορευματικό περιεχόμενο. Η απόσπαση της μορφής από το περιεχόμενο οδηγεί σε νέα παράδοξα. Εάν οι εμπορευματικές και χρηματικές σχέσεις αποτελούν απλώς μια κενή περιεχομένου μορφή, τότε η διεύρυνση του πεδίου δράσης τους δεν δημιουργεί κινδύνους για τον σοσιαλισμό. (Όμως η οικονομική μεταρρύθμιση του 1965 αποδεικνύειι το αντίθετο ). Εκτός αυτού, σε μια τέτοια θεώρηση πραγμάτων, το ζήτημα της απονέκρωσης των εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων εκπίπτει ως ουσιώδες θεωρητικό και πρακτικό ζήτημα δεδομένου ότι αυτές εξετάζονται ως κατεξοχήν τεχνικό μέσο και όχι ως κοινωνική ιστορική σχέση.

ʼλλη άποψη υποστήριξε ο Ν. Α. Τσαγκόλοφ. Σε αντιδιαστολή με τους ακραίους «αντιταβάρνικους» θεωρούσε ότι στον σοσιαλισμό διατηρούνται μεν πραγματικές εμποορευματικές και χρηματικές σχέσειις (και όχι απλώς μια απομίμηση τουυς ), πλην όμως είναι δευτερεύουσες καιι επουσιώδεις σχέσεις, οι οποίες δεεν καθορίζουν την βασική κατεύθυνση ανάπτυξης των σχέσεων παραγωγής.. Μ' άλλα λόγια στο σοσιαλισμό διατηρούνται οι εμπορευματικές και χρηματικές σχέσεις, όμως δεν εντάσσονται στην ίδια την ουσία του, αλλά βρίσκονται στην επιφάνεια της σφαίρας της οικονομίας. Σ' αυτή την περίπτωση ανακύπτει αντίφαση ανάμεσα στις εσωτερικές σχέσεις, την ουσία των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής απ' την μια πλευρά και τους τρόπους, τις μορφές εμφάνισης αυτών των σχέσεων παραγωγής, της επιφάνειας τους απ' την άλλη. Εδώ είναι ιδιαίτερα εμφανής η αντίθεση μεταξύ της εξωτερικής προσέγγισης, η οποία περιγράφει τις επιφανειακές, τις εξωτερικές σχέσεις της οικονομικής ζωής και εσωτερικής προσέγγισης, η οποία εξηγεί και αποκαλύπτει την ουσία τους.

Οι «τοβάρνικοι» επιχείρησαν να λύσουν με το δικό τους τρόπο αυτή την αντίφαση. Η ύπαρξη εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων στο σοσιαλισμό είναι ένα αντικειμενικό γεγονός, το οποίο κατά τη ν γνώμη τους δεν είναι αναγκαίο να το αποδείξει κανείς με «θεωρησιακό τρόπο». Απορρίπτουν οποιαδήποτε προσπάθεια έρευνας της εσωτερικής συνάφειας, της ουσίας του αντικειμένου ως θεωρησιακή και μεταφυσική. Μ' άλλα λόγια αυτοί επιχειρούν να ξεπεράσουν την υπάρχουσα αντιφατική γνωσιακή συγκυρία μέσω της άρνησης της μιας απ' τις δύο πλευρές της αντίφασης, μέσω της απόρριψης της εσωτερικής προσέγγισης του αντικειμένου. Όμως οι «τοβάρνικοι» παρ' όλη την αντιπάθεια της στις θεωρησιακές και μεταφυσικές ιδέες, δημιουργούν οι ίδιοι ένα «ιδεατό» μοντέλο «καθαρών» εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων, οι οποίες δεν υπήρξαν ποοτέ στην ιστορία.

Οι «τοβάρνικοι» εξετάζουν το νόμο της αξίας ως το βασικό ρυθμιστή της ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας. Ταυτόχρονα ο ρόλος του σχεδίου ανάγεται στην παθητική αντανάκλαση της «συγκυρίας της αγοράς», οι σχέσεις ανάμεσα στις επιχειρήσεις παρουσιάζονται ως σχέσεις ανάμεσα σε ανεξάρτητους εμπορευματοπαραγωγούς, καθένας απ' τους οποίους παράγει τα προϊόντα εκείνα τα οποία είναι περισσότερο επικερδή απ' την άποψη των αξιακών δεικτών.

Ο νόμος της αξίας παρουσιάζεται ως τεχνικό εργαλείο, ως μέσο για την αύξηση της αποτελεσματικότητας των επιχειρήσεων. Οι «τοβάρνικοι», στο πνεύμα του προυντονισμού, κάνουν αφαίρεση από τις «κακές» πλευρές του νόμου της αξίας, επιδιώκοντας ταυτόχρονα το μέγιστο όφελος απ' τις «καλές» τις θετικές πλευρές του. Ο νόμος της αξίας μεταμορφώνεται στο «μαγικό ραβδί», το οποίο παρέχει την δυνατότητα επίλυσης όλων των οικονομικών προβλημάτων και αποκαθιστά την οικονομική ισορροπία. Στην ουσία ο νόμος της αξίας μετατρέπεται σε μια έξω- ιστορική, αιώνια σχέση.

Η απόρριψη της εσωτερικής προσέγγισης και η άρνηση της αναγκαιότητας διερεύνησης της ουσίας των οικονομικών διαδικασιών οδηγεί αναπόφευκτα στην άρνηση του τελικού σκοπού, της κατεύθυνσης της ιστορικής διαδικασίας και στη δεδομένη περίπτωση, στην άρνηση της αναγκαιότητας μετεξέλιξης του σοσιαλισμού σε ώριμο κομμουνισμό. Μεθερμηνευόμενες σε οικονομική πολιτική οι θέσεις αυτές στην μεν καλλίτερη περίπτωση οδηγούσαν σε καθήλωση- παγίωση του σοσιαλισμού, στην χειρότερη δε προετοίμαζαν τις προϋποθέσεις για την κεφαλαιοκρατική παλινόρθωση.

Συνολικά πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε οι «πλανομέρνικοι», ούτε οι «τοβάρνικοι» δεν μπόρεσαν να διασαφανήσουν την ιδιομορφία του σταδίου ανάπτυξης, στο οποίο εισήλθε η ΕΣΣΔ στα τέλη της δεκαετίας του 50-αρχές της δεκαετίας του 60, δεν μπόρεσαν να καθορίσουν τις προοπτικές της περαιτέρω ανάπτυξης. Και οι μεν και οι δε, εγκλωβισμένοι στα πλαίσια μιας μεταφυσικής, λογικής του «άσπρου - μαύρου», απολυτοποιούν ορισμένες ξεχωριστές πλευρές του αντικειμένου αποσπασμένες απ' την αλληλουχία τους και την αλληλεπίδρασή τους.

Θα ήταν σαφώς άδικο να εξισώνουμε αυτές τις δύο προσεγγίσεις παρά τις μεθοδολιγικές τους ομοιότητες. Σε αντίθεση με τους «ταβάρνικους», οι οποίοι είναι εκπρόσωποι της «αγοραίας» πολιτικής οικονομίας, οι «πλαναμέρνικοι» είναι οι κλασσικοί της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού. Το θεωρητικό τους έργο είναι χαρακτηριστικό για το στάδιο εκείνο της γνώσης, κατά το οποίο πρωταρχική σημασία αποκτά το ζήτημα της αφαίρεσης απ' την αισθητηριακή, από την χαώδη ενατένιση του αντικειμένου και πραγματοποιείται το πρώτο εγχείρημα δημιουργίας συστήματος κατηγοριών στο επίπεδο της προδιαλεκτικής διάνοιας. Οι μεθοδολογικές αδυναμίες τους είναι νομοτελειακού χαρακτήρα στο εν λόγω επίπεδο ανάπτυξης της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού.

Η καπιταλιστική παλινόρθωση. Ο εκχυδαϊσμός της πολιτικής οικονομίας

Το 1985 η πολιτική ηγεσία της ΕΣΣΔ ανακηρύσσει την πραγματοποίηση «μεταρρυθμίσεων για την ανανέωση του σοσιαλισμού» (στην συνέχεια αυτή η πολιτική ονομάστηκε «περεστρόικα»). Η απροσδιοριστία του όρου και του ίδιου του περιεχομένου αυτής της πολιτικής κατεύθυνσης έδινε την δυνατότητα για τις πλέον διαφορετικές ερμηνείες για την εύκολη προσαρμογή της στις ανάγκες της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας. Επιπλέον αυτή η πολιτική κατεύθυνση προσανατολιζόταν στην κριτική των αρνητικών πλευρών της

σοσιαλιστικής πραγματικότητας, χωρίς να δίνει στους ανθρώπους μια προοπτική, ένα ιδανικό, ένα σκοπό για τον οποίο θα άξιζε να ζει και να παλεύει κανείς. Ο μηδενισμός, ο στενός εμπειρισμός, η εφαρμογή της μεθόδου «δοκιμή- λάθος» έγιναν αναπόσπαστα γνωρίσματα της «νέας πολιτικής κατεύθυνσης».

Αρχικά ως βασική κατεύθυνση των οικονομικών μεταρρυθμίσεων προβαλλόταν η «επιτάχυνση της κοινωνικό- οικονομικής ανάπτυξης». Το όλο πρόβλημα αναγόταν στη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών, στην ποσοτική αύξηση των ρυθμών ανάπτυξης της χώρας βάσει μιας τεχνοκρατικής λογικής.

Στην ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ του Ιουνίου του 1987 προωθείται ως κυρίαρχο το ζήτημα περάσματος απ' τις διοοικητικές στις οικονομικές μεθόδους διαχείρισης. Ως βασικό μέσο για την επίλυση αυτού του ζητήματος εξετάζεται η απότομη διεύρυνση της αυτονομίας των επιχειρήσεων, το πέρασμα στην ιδιοσυντήρηση και τη ν αυτοχρηματοδότηση, καθώς επίσης και η θέσπιση της άμεσης σύνδεσης του επιπέδου των εισοδημάτων των εργαζομένων κάθε επιχείρησης με την αποτελεσματικότητα της εργασίας τους. Η τελειοποίηση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής ανάγεται στην αλλαγή του οικονομικού μηχανισμού, δηλαδή στο μετασχηματισμό του εξωτερικού στρώματος τους που συνοδεύεται με διατήρηση σε απαράλλακτη μορφή των σχέσεων ιδιοκτησίας, δηλαδή της ουσίας των σχέσεων παραγωγής. Η αντίληψη ότι είναι δυνατόν να μετασχηματιστούν οι εξωτερικές μορφές ορισμένης διαδικασίας, δίχως αλλαγή του εσωτερικού της περιεχομένου, της ουσίας της είναι χαρακτηριστική αντίληψη της «αγοραίας» πολιτικής οικονομίας. Η μεθοδολογική βάση αυτής της αντίληψης είναι η αρχή του συμβιβασμού, της συμφιλίωσης των αντιθέτων.

Αυτή η ιδέα διαπερνά το έργο του Λ. Ι. Αμπάλκιν, ο οποίος ήταν ο βασικός θεωρητικός της «περεστρόι-κα» κατά την εν λόγω περίοδο. Ο Λ. Ι. Αμπάλκιν θεωρούσε ότι στη σημερινή κοινωνία πραγματοποιείται η μετάβαση «απ' την αντιπαράθεση που βασίζεται στην αντίληψη περί της πάλης των τάξεων και του ασυμβίβαστου των συμφερόντων τους, στην κουλτούρα του διαλόγου, των συμβιβασμών, που βασίζεται στην κατανόηση της ολότητας των κοινωνικών μορφωμάτων και της ανάγκης για μια συνθετική θέαση του αντικείμενου της έρευνας»15.

Η απολυτοποίηση της ενότητας, της ομοιότητας των αντιθέτων, η υποτίμηση (είτε η ανοικτή απόρριψη) της μεταξύ τους σύγκρουσης αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της «αγοραίας» πολιτικής οικονομίας. Η προσέγγιση αυτή οδηγεί αναπόφευκτα στην άρνηση της αναγκαιότητας έρευνας της ουσίας του αντικειμένου. Η διερεύνηση της ουσίας του αντικειμένου απαιτεί την αποκάλυψη των ενδότερων του αντιφάσεων, την εξακρίβωση του παροδικού, ιστορικού χαρακτήρα τοου. Αντίθετα, η προσέγγιση η οποία απολυτοποιεί την ενότητα, τον συμβιβασμό των αντιθέτων (όπως πχχ η θεωρία της «μεικτής» οικονομίας και η θεωρία της σύγκλισης σοσιαλισμοού και καπιταλισμού), εδράζεται στη θεώρηση του αντικειμένου έρευνας ως στατικού, αμετάβλητου και αιώνιου.

Το φθινόπωρο του 1990 για πρώτη φορά ανακηρύσσεται το πέρασμα στην «οικονομία της αγοράς» ως μοναδικός δρόμος για το ξεπέρασμα του «διοικητικού- διανεμιστικού συστήματος». Η «οικονομία της αγοράς» αποτελεί την αντεστραμένη μορφή έκφρασης του καπιταλιστικού συστήματος, διότι μόνο στα πλαίσια του καπιταλισμού οι εμπορευματικές και χρηματικές σχέσεις αποκτούν καθολικό και κυρίαρχο χαρακτήρα.. Πρωταρχικά κυριαρχούσαν οι υποστηρικτές του σταδιακού, του βαθμιαίου δρόμου περάσματος στην «οικονομία της αγοράς», διαμέσου της χρησιμοποίησης κεϋνσιανών μέτρων κρατικής ρύθμισης της οικονομίας.

Τον Ιανουάριο του 1992 η «ριζική μεταρρύθμιση» αρχίζει να προσανατολίζεται πλέον στο πέρασμα στην «οικονομία της αγοράς» με εσπευσμένους ρυθμούς και διαμέσουυ της χρησιμοποίησης μονεταιριστικκών-νεοσυντηρητικών μεθόδων. Πρέπει να επισημάνουμε δύο βασικά γνωρίσματα, τα οποία χαρακτήριζαν τα προγράμματα περάσματος στην «οικονομία της αγοράς»: α) αυτά τα προγράμματα συγκέντρωναν την προσοχή τους κατ' εξοχήν σε ζητήματα κυκλοφορίας και υποτιμούσαν τα ζητήματα που συνδέονται με την παραγωγή, β) βασίζονταν στη μηχανιστική μεταφορά της εμπειρίας των δυτικών καπιταλιστικών χωρών, χωρίς να λαμβάνουν υπ' όψιν την ιδιαιτερότητα της οικονομίας της χώρας, στην οποία εφαρμόζονταν, τις ιστορικές, κοινωνικές και πολιτιστικές της ιδιομορφίες.

Το αποφασιστικό στάδιο της «ριζικής οικονομικής μεταρρύθμισης» άρχισε όταν το κέντρο βάρους της μεταφέρθηκε στην πραγματοποίηση της ιδιωτικοποίησης, στην αλλαγήή των σχέσεων ιδιοκτησίας, δηλαδή στην καταστροφή της ίδιας της ουσίας ττων σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής και στην επιβολή της κυριαρχίας ττης ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Έτσι η αστική αντεπανάσταση στο οικονομικό πεδίο ακολούθησε μια ανοδική πορεία: απ' την αλλαγή του οικονομικού μηχανισμού (δηλαδή του πλέον επιφανειακού στρώματος των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής) στην αποσύνθεση του συστήματος της σχεδιοποιημένης διεύθυνσης της οικονομίας και στην διεύρυνση τουυ πεδίου δράσης των εμπορευματικώνν και χρηματικών σχέσεων (δηλαδή στον μετασχηματισμό ενός βαθύτερου στρώματος των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής) και τέλος στην δρομολόγιση της κατάργησης της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και στην εγκαθίδρυση τηης κυριαρχίας της ιδιωτικής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας (δηλαδή στη καταστροφή της ουσίας του νέου αντικειμένου και στη παλινόρθωση του προηγούμενου σταδίου της κοινωνικής ανάπτυξης)

Αντί επιλόγου

Η διερεύνηση της ιστορίας της επιστήμης (στη δεδομένη περίπτωση της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού) δεν είναι αυτοσκοπός. Αυτή η διερεύνηση μας δίνει τη δυνατότητα εξακρίβωσης της νομοτέλειας του συγκεκριμένου αντικειμένου, αποκάλυψης της λογικής του γίγνεσθαι του και συνεπώς ανοίγει το δρόμο της επιστημονικής πρόβλεψης και του καθορισμού της προοπτικής της περαιτέρω ανάπτυξης του. Η άγνοια της ιστορίας της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού οδηγεί στην αναβίωση ιστορικά παρωχημένων οικονομικών θεωριών, οι οι οποίες παρουσιάζονται ως κάτι το νέο και πρωτότυπο, κλείνοντας έτσι το δρόμο για τη δημιουργική ανάπτυξη της επιστήμης για την κοινωνία. Η εθελοτυφλούσα άγνοια που χαρακτηρίζει παρόμοιες αναβιώσεις σήμερα, επαίρεται συχνά για την περιφρόνηση που δείχνει τόσο στη μελέτη της νομοτέλειας και της αντιφατικότητας του πρώιμου σοσιαλισμού όσο και της ιστορίας των επιστημονικών εγχειρημάτων διάγνωσης του.

Στα προγραμματικά κείμενα πολλών κομμουνιστικών κομμάτων εμφανίζεταιι η τάση αναπαραγωγής ιδεών και απόψεων χαρακτηριστικών για προηγούμενα στάδια ανάπτυξης της πολιτικής οικονομίας. Μια τέτοια προσέγγιση δεν ανταποκρίνεται στα καθήκοντα της πολιτικής οικονομίας στο σημερινό στάδιο ανάπτυξης της. Μία από τις αναγκαίες προϋποθέσεις ανταπόκρισης σ' αυτά τα καθήκοντα συνίσταται στο γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της μελέτης της πολιτικής οικονομίας δεν θα πρέπει να αποκόβονται μεμονωμένες πλευρές της και να εξετάζονται μονομερώς σε απόσπαση απ' τη γενική κατεύθυνση της ανάπτυξης της. Χρειάζεται τουναντίον να επιδιώκεται η αποκάλυψη της λογικής της αντικειμενικής και νομοτελειακής διαδικασίας ανάπτυξης της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού της επιστήμης.

ʼλλη μια βασική προϋπόθεση για τα παραπάνω συνίσταται στο γεγονός ότι πολιτική οικονομία του σοσιαλισμού θα πρέπει να συλλαμβάνει και να απεικονίζει την αντιφατικότητα της ίδιας της ουσίας του σοσιαλισμού. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες της ΕΣΣΔ στην πολιτική οικονομία του σοσιαλισμού επεκράτησε η τάση υπερεκτίμησης και απολυτοποίησης κάποιων ξεχωριστών πλευρών του αντικειμένου, αποσπασμένων απ' τη συνάφεια τους με τις υπόλοιπες πλευρές. Έτσι για παράδειγμα οι «πλαναμέρνικοι» απολυτοποιούσαν τον βαθμό ωριμότητας του σοσιαλισμού, την ομοιογένεια της κοινωνικής του δομής, ενώ οι «τοβάρνικοι» μεγιστοποιούσαν το βαθμό αυτονομίας ξεχωριστών οικονομικών μονάδων και το ρόλο του νόμου της αξίας.

Η περαιτέρω ανάπτυξη της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού προϋποθέτει την επίλυση του ζητήματος του καθορισμού του μέτρου της συσχέτισης σχεδιοποίησης και εμπορευματικών σχέσεων σε συνάρτηση με το επίπεδο ανάπτυξης του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας στους ξεχωριστούς κλάδους της λαϊκής οικονομίας. Μία τέτοια λύση απαιτεί την μελέτη της ουσίας της σοσιαλιστικής οικονομίας, της συγκεκριμένης διαδικασίας της παραγωγής. Όσο χαμηλότερο είναι το επίπεδο ανάπτυξης του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας, τόσο περισσότερο μεγαλώνει η αναγκαιότητα διατήρησης εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων. Στο βαθμό πουυ αναπτύσσεται ο κοινωνικός χαρακτήήρας της εργασίας εκπίπτει η αναγκαιότητα διατήρησης των εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων. Σε σχέση μ' αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι δεν έχει διερευνηθεί αρκετά το ζήτημα της διαλεκτικής άρσης των εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων στο βαθμό που αναπτύσσεται η πραγματική κοινωνικοποίηση της παραγωγής.

Κατά την άποψη μας το πρόβλημα της συσχέτισης σχεδιοποίησης και εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων αποτελεί μέρος, πλευρά ενός ευρύτερου θεμελιώδους προβλήματος: του προβλήματος της εξακρίβωσης της αλληλεπίδρασης των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής στη διαδικασίαα ανάπτυξης του σοσιαλισμού.>

Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού παλινωδούσε μεταξύ δύο ακραίων τάσεων: 1)της βεβιασμένης επίσπευσης των εξελίξεων, με την εισαγωγή τέτοιων μορφών σχέσεων παραγωγής, οι οποίες ξεπερνούσαν το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων: πχ η προσπάθεια κοινωνικοποίησης της παραγωγής σε κλάδους που κυριαρχεί η χειρωνακτική εργασία. Αυτή η προσέγγιση οδηγεί στην ενίσχυση του φορμαλισμού και στην πτώση της παραγωγικότητας της εργασίας,2) της αθεμελίωτης υποχώρησης, με την εισαγωγή σχέσεων παραγωγής, οι οποίες υστερούσαν έναντι του επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (πχ η προσπάθεια εισαγωγής εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων σε κλάδους με υψηλό επίπεδο κοινωνικοποίησης τηης παραγωγής οδηγεί αναπόφευκτα στη διάρρηξη των τεχνολογικών και οικονομικών δεσμών και στη πτώση της παραγωγής).

Θεωρούμε ότι συνιστά θεωρητικό (και πρακτικό) ζητούμενο η επίλυση του προβλήματος της εγκαθίδρυσης εκείνων των μορφών σχέσεων παραγωγής οι οποίες αντιστοιχούν στο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στους διάφορους κλάδους της οικονομίας και είναι ικανές να συμβάλλουν στη παραπέρα προοδευτική ανάπτυξη τους. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η ίδια η συσχέτιση σχέσεων παραγωγής και παραγωγικών δυνάμεων μετασχηματίζεται σε διάφορα στάδια ανάπτυξης της κομμουνιστικής κοινωνίας. Κατά τα πρώτα, τα πρώιμα στάδια της κομμουνιστικής κοινωνίας οι νέες σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής ξεπερνούν το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Στο βαθμό που πραγματοποιείται το πέρασμα από τη τυπική στην πραγματική κοινωνικοποίηση και αποκαθίσταται η αληθινή αλληλεπίδραση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις σχέσεις παραγωγής, εξαλείφεται το βασικό ζήτημα της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού ως επιστήμης.

Η μετάβαση της ανθρωπότητας στον κομμουνισμό θέτει νέα καθήκοντα ακατανόητα για τον άνθρωπο που είναι εγκλωβισμένος στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας. Η λύση αυτών των ζητημάτων που αφορούν τις προοπτικές της ανθρωπότητας προϋποθέτει την υπέρβαση των ασφυκτικών πλαισίων του ορίζοντα του εγωιστικού ατόμου της κεφαλαιοκρατικής «κοινωνίας των ιδιωτών».

Αυτό που φαίνεται άχρηστο και περιττό απ' την άποψη του σύγχρονου μικροαστού μπορεί να αποδειχθεί αναγκαίο απ' την άποψη των συμφερόντων της προοδευτικής ανάπτυξης της ανθρωπότητας.

Εμείς θεωρούμε ότι το πρόβλημα της δημιουργίας της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού δεν είναι δυνατόν να επιλυθεί ως αποσπασμένο πρόβλημα, αλλά θα πρέπει να αναπτυχθεί στα πλαίσια μιας ευρύτερης έρευνας των νομοτελειών της παγκόσμιας ιστορίας και των δρόμων περάσματος της ανθρωπότητας στον κομμουνισμό.

1 Τσερνισέφσκι Ν. Γ. Πρόλογος. Μόσχα, Σοβ. Ρωσία, 1988, σελ. 251.

2 Η προσέγγισση του σοσιαλισμού, η οποία εκτίθεται εδώ, βασίζεται στις δημοσιευμένες εργασίες, στις διαλέξεις και στις συζητήσεις με τον Β. Α. Βαζιούλιν. Επίσης: Μ. Δαφέρμος, Π. Παυλίδης, Δ. Πατέλης. Για τις νομοτέλειες μετάβασης στον κομμουνισμό. Σοσιαλισμός, κομμουνισμός και αντεπανάσταση.

3 Κ. Μαρξ. <GRUNDRISSE. Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας. 1857- 1858. Τομ. Α. Σελ.70. εκδ. ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ, 1989.

4 Λεπτομερή αανάλυση της μαρξικής αντίληψης για τις προϋπόθεσες του κομμουνισμού στο «Κεφάλαιο» υπάρχει στην διδακτορική διατριβήή του Β. Α. Βαζιούλιν «Το σύστημα ττων κατηγοριών της διαλεκτικής λογικήής στο «Κεφάλαιο» του Κ. Μαρξ». Ενέσιμος διατριβή επί υφηγεσία. Μ. 1971

5 Κ. Μαρξ κααι Φ. Ενγκελς. Κριτική του προγράμματος της Γκότα. Ρωσ. Έκδ. Μαρξ και 'Ενγκελς. Έργα

6 Μπουχάριν Ν. Ι. «Η οικονομία της μεταβατικής περιόδου. Μόσχα 1920. Σελ. 7-8.

7 Γκατόφσκι ΛΛ. Μ. «Ζητήματα ανάπτυξης της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού. Μόσχα, 1979, σελ. 47.

8 Λένιν Β. ΙΙ. Απαντα, τ. 39, σελ. 271.

9 Μπουχάριν ΝΝ.Ι. Ο δρόμος προς το σοσιαλισμό. -Νοβοσιμπίρσκ. Ναούκα. 1990. Σελ. 116.

10 Ο ίδιος ο όρος «Πρωταρχική σοσιαλιστική συσσώρευση» ανήκει στον σοβιετικό οικονομολόγο Β. Μ. Σμιρνόφ.

11 Μπουχάριν Ν. Ι. Προβλήματα θεωρίας και πρακτικής του σοσιαλισμού. Μόσχα, 1989, σελ. 303.

12 Βοζνεσέφσκι Ν. Α. « Όσον αφορά το ζήτημα ττης οικονομίας του σοσιαλισμού. Μπολσεβίκ1931, Νο σελ. 34.

13 Το ίδιο, Νο 23-24, σελ. 34.

14 Η εναλλακτική λύση: επιλογή δρόμου. Μόσχα 1990, σελ. 160.

15 Αμπάλκιν Λ.Ι. προς το σκοπό μας μέσω της κρίσης... Μόσχα, 1994, σελ. 26.

14/03/2003

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου