Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΠΟΥΛΙΟΠΟΥΛΟΣ: ΣΤΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ

ΣΤΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ
Ενάντια στους Ιμπεριαλιστικούς ΤυχοδιωκτισμούςFREE photo hosting by Fih.gr
Δημοσιεύουμε παρακάτω τρεις προκηρύξεις που γράφηκαν από τον Παντελή Πουλιόπουλο και κυκλοφόρησαν ανάμεσα στους έλληνες στρατιώτες του Μικρασιατικού Μετώπου στα τέλη του 1920. Στα χαρακώματα, σε αδερφική συνεργασία με τούρκους επαναστάτες (Αλή κλπ.), δρούσαν διάφορα όργανα και ομάδες στρατευμένων νεολαίων που καταγγέλνανε το ιμπεριαλιστικό μακελειό και την αλληλοσφαγή: ο Πουλιόπουλος κι ο Μοναστηριώτης από το ΚΚΕ· ο Οικονόμου και ο Μπονάνος από τον «Κομμουνισμό»· ο Νίκολης, ο Δούμας, ο Φωτόπουλος, ο τσαγκάρης Χαϊτόπουλος και πολλοί άλλοι αγνοί και αφοσιωμένοι κομμουνιστές... Η πιο σημαντική και πολυάριθμη ομάδα ήταν των Πουλιόπουλου-Μοναστηριώτη που είχε την έδρα της μέσα στη Σμύρνη και επηρέαζε με το αντιπολεμικό-επαναστατικό της φύλλο «Ο Κόκκινος Φρουρός» μεγάλες δυνάμεις στρατιωτών. Ο Γιώργης Νίκολης με την τόσο εμπνευσμένη πένα του έκδιδε την «Μπολσέβια» και τη σατιρική-αντιπολεμική «Φούντα» του, ενώ μια ομάδα συμπαθούντων του κύκλου Πουλιόπουλου έβγαζε το επίσης σατιρικό-αντιπολεμικό φύλλο: «Το Μποεμιό». Ο πολύγραφος που ο Τζουλάτης είχε στείλει με τον Κουτσουμπό παράνομα στο Μέτωπο ξεσήκωνε τους στρατευμένους... Η σύλληψη και η κατηγορία για «εσχάτη προδοσία» απείλησε τότε άμεσα τη ζωή του ίδιου του Πουλιόπουλου και των συνεργατών του που είχαν συλληφθεί. Αλλά η κατάρρευση του μετώπου και ο δεσμοφύλακάς τους Νικολινάκος έσωσαν την κατάσταση, ανοίγοντας τις πόρτες των φυλακών της Σμύρνης. «Ο Δεκελιώτης μας εξιστόρησε, γράφει θριαμβολογώντας ο Λουκάς Καστρίτης, στην Ιστορία του Μπολσεβικισμού..., πώς «κατά την υποχώρηση φουντάρισε στη θάλασσα όλες τις δικογραφίες... κι έτσι έσβησε κάθε τεκμήριο για τη δράση των επαναστατών» στο μέτωπο –(Θ. Θωμαδάκης).
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΠΟΥΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ
Αφού τόσον καιρό εστρώσαμε της Βαλκανικής, της Ρωσίας και της Ανατολής τα βουνά και τους κάμπους με τα κουφάρια μας, και με το σκοτωμένο αίμα μας εβάψαμε το χώμα και τις πέτρες τους, αφού οι αφέντες που κυβερνάνε μας δέσανε με τις βαριές αλυσίδες της οργανωμένης βίας σαβανώνοντας τα σπιτικά μας με τη μαυρίλα της δυστυχίας, έρχονται τώρα με την απαίσια ικανοποίηση του θριάμβου των να μας ζητήσουνε ψήφο ευγνωμοσύνης για το μεγάλωμα της «Πατρίδος» και για την απελευθέρωση των «υποδούλων αδελφών». Αυτό εκήρυξε ο Αύγουστος, ο μεγάλος αφέντης, δείχνοντας στα χάσκοντα παράσιτα της πλουτοκρατίας, που λέγονται Λαϊκή αντιπροσωπεία, τα καινούργια όρια της «μεγαλυνθείσης Ελλάδος» και τα νευρόσπαστα χειροκροτήσανε και χύσανε δάκρυα «εθνικής χαράς».
Τι τραγική ειρωνεία. Επάνω στα σύνορα αυτά της μεγαλυνθείσης πατρίδος που φυλάγονται άγρυπνα απ’ τα δικά μας τα ταλανισμένα κορμιά, τέτοιων δακρύων η πηγή είναι σε όλους μας για πάντα στερημένη. Οι αγνές πατριωτικές συγκινήσεις παγώσανε πολύ νωρίς, απ’ τη στιγμή που μέσα στη φρίκη της παγκόσμιας αλληλοσφαγής αντικρίσαμε τη μαύρη αλήθεια στη ζωντανή πραγματικότητα, έξω απ’ τα σύννεφα του ιδεαλισμού, στα οποία βυθίζουνε το νου του δύσμοιρου και άμαθου λαού οι κυβερνώσες κοινωνικές λύμες. Κι όταν, πια, ενώ εμείς τραβούσαμε το θανατερό δρόμο του μαρτυρίου μας με τα νύχια των στρατοκρατικών κοράκων στη σάρκα μας, είδαμε αυτή την παρασιτική τάξη αποχαλινωμένη μέσα στην αποκλειστική ικανοποίηση του ωμού προσωπικού της συμφέροντος και τον άπληστο θησαυρισμό πλούτου, όταν είδαμε αυτούς τους κυβερνητικούς πάτρωνές τους μ’ όλο το φκιασίδι του φιλεργατισμού των να ρίχνουν στο τέλος κάθε πρόσχημα δίνοντας τις πιο οιχτρές αναχρονιστικές λύσεις στα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα, εργατικά, αγροτικά, και αρπάζοντας τον ιδρώτα και το αίμα των αδελφών μας εργατών και χωρικών για να χτίζουν τα παλάτια και να γεμίζουν τις κάσες των πλουτοκρατών, όταν ακούσαμε αυτόν τον μεγάλο Κυβερνήτη από ανορθωτής που προοιωνιζότανε ύστερα από την επανάσταση του Γουδί να γίνεται ο δυνατότερος στυλοβάτης του νεοελληνικού πατρονάτου, πετώντας κατάμουτρα στην εργατική τάξη σαν κατηγορηματικό πρόσταγμα τη στυγνή εκείνη φράση «να πεθάνετε», όταν το κλείσιμο της παγκοσμίου ειρήνης απόδειξε χειροπιαστά ότι ο πόλεμος της πολιτισμένης Ευρώπης που έστρωσε με τα κορμιά εκατομμυρίων εργατών τα μέτωπα της Δύσης και του Βορρά δεν είχε άλλο σκοπό και αποτέλεσμα παρά να δόσει ανθρώπινη βορά στα τέρατα του πολιτισμένου άγριου αστικού ατομικισμού και στ’ ουρανού τα κοράκια, κι όταν μέσα στο κείμενο της συνθήκης που ο «Πατέρας της φυλής» θριαμβευτής μας έφερε, βλέπουμε από κάθε άρθρο του να σιγαστράφτη και μια σπίθα καινούργιου πολέμου, όταν πια στο τέλος δε δυσκολευόμαστε να νοιώσουμε ότι ο ιδρώτας της δουλειάς μας, με την οποία αύριο θ’ αγωνιστούμε να ξαναζωντανέψουμε την ύπαρξή μας, είναι προορισμένος να χυθεί σε κανόνια και πολεμικά καράβια για τις καινούργιες ανθρωποσφαγές που από τώρα μας ετοιμάζουνε οι τύραννοι της Γης, τότε πια τα μεγάλα και παχιά σας λόγια και τα ψευτορωμαντικά ιδανικά της πατρίδας σας τα εθνικά και ιερά σας, χορτάτοι πλουτοκράτες, εξαερωθήκανε κι απ’ την πηγή δακρύων «Εθνικής Χαράς» ξεπήδησε γιγαντωμένη και πελώρια η βαρυγκομιά του δυναστευομένου ανθρώπου, στεντόρεια στην κραυγή της διαμαρτυρίας και του απολυτρωτικού της εγερτηρίου, υποβλητικά κατηχητική στην καρδιά των βασανισμένων αδελφών μας, φοβερή στη λύσσα της καταστροφής του απάνθρωπου, βάρβαρου, του πλάνου συστήματός σας, παντοδύναμη και φωτισμένη στην ξαναγεννήτρια του κόσμου ιστορική της αποστολή.
Δεν μπορείτε νά’χετε σεις πατρίδα ούτε ιδανικά. Τα ιδανικά σας και η πατρίδα σας είναι κλεισμένα μέσα στο σιχαμερό σας συμφεροντολογικό σας εγώ που την κτηνώδη απληστία του χορταίνει η θυσία του ανθρώπινου αίματος. Η πατρίδα αυτή που την περιτριγυρίζετε μ’ έναν γελοίο πλασματικό φωτοστέφανο είναι η δική μας η πατρίδα. Και οι αληθινοί πατριώτες είμαστε εμείς. Όχι γιατί σκοτωθήκαμε και σκοτώσαμε άλλους ανθρώπους και ματώσαμε και ταλαιπωρηθήκαμε για τα συμφέροντά σας κάτω απ’ την πίεση της βίας σας, αλλά γιατί το κήρυγμα της μεγάλης αλήθειας πού ’ρχεται βροντόφωνο από κει πάνω (εννοεί τη σοβιετική Ρωσία Θ.Θ.) μας εσφυρηλάτησε την καρδιά μας με τη θέληση της αγαπημένης πατρίδας μας αναγεννημένης κ’ ευτυχισμένης με τη δύναμη την ακαταμάχητη που χρειάζεται στους μεγάλους απολυτρωτικούς αγώνες, με την αγάπη για όλους τους δυναστευομένους ανθρώπους του κόσμου και για τη λευτεριά και για την παντοτινή ειρήνη και για την αδελφοσύνη. Αυτή είναι η πατρίδα για την οποία έχουμε την ανώτερη θέληση και δύναμη να πολεμήσουμε. Και θα πολεμήσουμε γι’ αυτήν.
Εμίλησεν ο δικτάτορας. Κοροϊδεύει τον εαυτό του νομίζοντας ότι θα μας κρατήσει στο σκοτάδι της αμορφωσιάς και της μακαριότητας που τόσο ευνοούν τους καταχθόνιους σκοπούς κάθε αστικού κόμματος, απαγορεύοντας τα δημοσιογραφικά όργανα του Κόμματος που δίνουν την ενιαία κατεύθυνση του απολυτρωτικού κινήματος στην Ελλάδα, να κυκλοφορήσουνε στο Μέτωπο.
Το επαναστατικό εγερτήριο, κραταιέ Αύγουστε, εσάλπισε προ πολλού στις καρδιές των πολεμιστών του μετώπου. Οι φρικαλεότητες του μεγάλου σας πολέμου ήταν το προανάκρουσμα. Το μεγαλουργό έργο του Βορρά ήταν η θριαμβευτική επωδός του. Εκείνος εκορύφωσε τη μεγάλη άρνηση, τούτο επύργωσε τη συνείδηση της θετικής δημιουργικής δύναμης σ’ όλους μας.
Το ξέρουμε πως κ’ εσύ και οι άλλοι αλαλάζοντες ανθρωπίσκοι της αστικής αντιπολίτευσης στηρίζετε τις απαίσιες ελπίδες σας στο βαθύ ύπνο των πολλών.
Είσαστε γελασμένοι αφέντες! Ο Βοριάς είναι αγέρας πολύ δυνατός κι ορμητικός κι αδύνατα φτερά μπροστά του είναι τα πλάνα ιδανικά σας.
Για τις Ομάδες των Κομμουνιστών Στρατιωτών του Μετώπου
Η Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή
(Δημοσιεύτηκε στον «Εργατικό Αγώνα» της 20 του Σεπτέμβρη 1920)
*****
Π. ΠΟΥΛΙΟΠΟΥΛΟΥ
ΟΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ ΠΡΟΣ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Σύνδουλοι στρατιώτες, σκλάβοι της κεφαλαιοκρατίας!
Και πάλιν ερχόμαστε να σας μιλήσουμε ελεύτερα και άφοβα. Με την ίδια όπως και πρώτα αγνή πρόθεση και αδελφική συμπόνια. Με την ίδια πίστη στην τίμια σας συνείδηση. Έγιναν επί τέλους οι εκλογές. Και τώρα ο λαός με αλαλαγμούς πανηγυρίζει τη νίκη του. Θαρρεί κανείς πως το πέσιμο του Βενιζέλου του ξασφάλισε την παντοτινή ευτυχία.
Εμείς εδώ πάνω, που των πολέμων οι φρίκες και του στρατού τα ατέλειωτα βάσανα εσκλήρυναν την καρδιά μας, συνηθίσαμε να βλέπουμε ψυχρότερα τα πράματα και νά ’μαστε πιο συγκρατημένοι στους άκαιρους ενθουσιασμούς. Γι’ αυτό θέλουμε να βαθύνουμε περισσότερο στη σημασία της μεταβολής αυτής. Τι θέλησε να χτυπήσει στο πρόσωπο του Βενιζέλου ο λαός με την ψήφο της 1ης Νοεμβρίου; Κατά πρώτο λόγο απαλλάχτηκε από έναν απαίσιο πολεμικό εφιάλτη του. Σε καιρό που με νωπές ακόμα τις πληγές μας απ’ τους βαλκανικούς πολέμους βλέπουμε ολοφάνερα μέσα στον αλληλοσπαραγμό των εθνών το στυγερό έγκλημα που οι κεφαλαιοκράτες του κόσμου διέπρατταν κατά των δύσμοιρων λαών τους, για να εξασφαλίσουν ο καθένας τους την οικονομική κοσμοκρατορία, εδώ στην Ελλάδα ο Βενιζέλος είχε τον κυνισμό να διακηρύξει απερίφραστα ότι θά ’πρεπε να θυσιαστούμε για τα συμφέροντα της αγγλογαλλικής κεφαλαιοκρατίας. Και το κατάφερε με τα καταχθόνια μέσα που όλοι ξέρουμε. Μα η οργή εμάνιαζε και εθέριεβε μέσα μας, ώσπου προχθές ξέσπασε, κι αποτίναξε απ’ τα στήθη μας τον πολεμικό εκείνο δαίμονα.
Και τώρα που ερρίξαμε το Βενιζέλο, έπαψε τάχα να μας φοβερίζει το φάντασμα του πολέμου; Θά ’ναι ολέθρια πλάνη να το πιστέψουμε. Όχι! Ο πόλεμος θα εξακολουθεί να ρουφάει το αίμα και κάθε ζωτική δύναμη του λαού, εν όσω θα υπάρχει αστικό κράτος που δεν είναι παρά η χτηνωδέστερη εκδήλωση της οικονομικής κυριαρχίας του δυνατού επάνω στους αδύνατους, η οργανωμένη βία μιας ληστρικής τάξεωςτης πλουτοκρατίας. Όταν οι «μεγαλοπράγμονες πολιτικοί» και οι «πατέρες του έθνους», ασυνείδητα όργανα της τάξης αυτής, ρητορεύουν κομπαστικά για «εθνικές διεκδικήσεις» και «εθνικά συμφέροντα», υπονοούν τα συμφέροντα αυτής της κυβερνώσης ολιγαρχίας των πλουσίων. Κι όταν πάλι διαδηλώνουν περήφανα την «εθνική ζωτικότητα και αυθυσία» τα δικά μας κορμιά υπαινίσσονται με σιχαμερό κυνισμό, πού ’ναι καταδικασμένα να ποτίσουν με το τίμιό τους αίμα τας «απελευθερωθείσας χώρας», τις πλούσιες δηλαδή εκτάσεις όπου τα ίδια κοράκια της πλουτοκρατίας θα εξαπλώνουν αύριο την εμπορική τους και βιομηχανική τους εκμετάλλευση. Πρέπει να το νοιώσουμε καλά. Εν όσω δεν ανοίγουμε τα μάτια μας για να ιδούμε το βάραθρο όπου μας οδηγεί το σημερινό κοινωνικό σύστημα, ο πόλεμος ακατάπαυστα θα στέλνει στις λαϊκές μας μάζες το θάνατο και τη δυστυχία για να γεμίζει με το αίμα και τον ιδρώτα μας τις κάσες των πλουσίων. Αντί γι’ αυτό όμως τι κάνουμε; Ενώ απ’ τόνα μέρος ρίχνοντας το Βενιζέλο διαδηλώνουμε τόσο πανηγυρικά τη φρίκη που μας εμπνέει ο πόλεμος, ζητωκραυγάζουμε απ’ το άλλο μέρος με αλαλαγμούς προσωπολατρικού φανατισμού, παλινορθούμενους βασιλιάδες και πρίγκιπες, χωρίς καθόλου να συλλογιζόμαστε ότι οι θρόνοι πάντα θεμελιωθήκανε επάνω στα αιματωμένα κορμιά των υπηκόων τους, ότι οι βασιλικές χλαμύδες αναρριπίζουν πάντα τις φλόγες των πολέμων και των μακελειών, χωρίς καν να το σκεφθούμε, ότι για να ξαναθρονιασθεί εκείνος, επούλησε πρωτύτερα το αίμα το δικό μας στους δήμιους της Ευρώπης.
Ξεγελιόμαστε απ’ τα παραληρήματα του ρωμέϊκου κομματικού κομπογιανιτισμού για «αυτοτέλειες» και «λαϊκές κυριαρχίες» και εκλέγουμε για κυβερνήτες άλλους πολεμικούς εφιάλτες οι οποίοι μόλις αναλάβουν την εξουσία δηλώνουν ότι θα ακολουθήσουν την ίδια «εθνική πολιτική» που από πικρή πείρα εμάθαμε τι σημαίνει για μας. Ρίχνοντας, όμως, το Βενιζέλο θελήσαμε να χτυπήσουμε και την τυραννία. Άλλο τόσο οιχτρή πλάνη θά ’ναι αν πιστέψουμε πως πετάξαμε την τυραννία από πάνω μας. Και πάλιν όχι. Αν αφαιρέσαμε την τυραννία από το βενιζελισμό, εδόσαμε όμως με την ψήφο μας, το νόμιμο δικαίωμα της καταδυνάστευσής μας σε μιαν ατέλειωτη σειρά νέων φαυλοκρατικών οργάνων του ληστρικού κράτους, στις γνωστές και άγνωστες σπείρες των αυλόδουλων τυραννίσκων, σε καινούργια αρπαχτικά όρνεα που με την προστασία του αστικού κράτους θα κατατρώνε τις σάρκες του βιοπαλαίοντος λαού.
Δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική ελευθερία εν όσω υπάρχει οικονομική σκλαβιά. Εκείνο που σήμερα λέγεται πολιτική ελευθερία δεν είναι παρά είδωλο που ξεγελάει το λαό και νομιμοποιεί την κοινωνική εκμετάλλευση .
Σύνδουλοι στρατιώτες, σκλάβοι της αστικής τάξεως!
Την στιγμή που οι λαοί του κόσμου κάτω από [τα] φωτεινά διδάγματα των τελευταίων τούτων αιματόβρεχτων χρόνων ξυπνούν κι ορθώνουν τρομακτική την κορμοστασιά τους μπροστά στους καταδυνάστες τους κ’ εδώ συντρίβουν τα δεσμά της σκλαβιάς τους κι αλλού κλονίζουν συθέμελα το κακούργο σημερινό καθεστώς της βίας και της εκμετάλλευσης, δεν πρέπει και μεις να ραχατεύουμε μέσα στην ανατολίτικη μακαριότητα και μοιρολατρία. Έχουμε ιερό καθήκον απέναντι του εαυτού μας, απέναντι του ανθρωπισμού μας, να τινάξουμε από πάνω μας το βραχνά της αστικής πρόληψης και να πάρουμε βαθιά συναίσθηση της γιγάντιας δύναμης που κρύβεται μέσα μας, που μπορεί να μας απαλλάξει μονομιάς απ’ τα τωρινά μας βάσανα, να ρίξει τις καινούργιες κλίκες των εκμεταλλευτών μας και να στεριώσει το κράτος της αληθινής λαϊκής θέλησης. Αυτή τη ληθαργούσα μέσα μας δύναμη, ένα μέσο υπάρχει εδώ στην Ελλάδα, όπως και σ’ όλον τον κόσμο, για να μας την συνειδητοποιήσει, να την οργανώσει συστηματικά και να δόσει στη δράση της την κατάλληλη πολιτική κατεύθυνση. Κι αυτό είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδος.
Σε προηγούμενα γράμματα σας είπαμε ποιο είναι γενικά το ολοκληρωτικό πρόγραμμά του και πως δεν είναι κόμμα προσωπικό, αλλά πολιτικός οργανισμός όπου η δημοκρατικά συγκεντρωμένη δράση όλων των μελών του κατευθύνεται απερίσπαστα σ’ ένα σκοπό, στο γκρέμισμα της αστικής κοινωνίας και την εγκαθίδρυση κομμουνιστικής πολιτείας της λευτεριάς και της δικαιοσύνης.
Το επαναστατικό κίνημα που γύρω από το Κόμμα τούτο αναπτύχθηκε επί τέλους και στον καθυστερημένο τόπο μας, αρχίζει να γιγαντώνεται. Αν και κατέβηκε για πρώτη φορά στον εκλογικό αγώνα ύστερα από δυο χρόνων μονάχα δράση με το βενιζελικό μαχαίρι στο λαιμό και με τόσο οξείς πολιτικούς φανατισμούς, μόλον τούτο κατόρθωσε να συγκεντρώσει εκατό περίπου χιλιάδες ψήφους σε τέσσερεις μόνο νομούς. Τον απολυτρωτικό αγώνα του Κόμματος αυτού ασπασθήκαμε κ’ εμείς οι στρατιώτες, τα οικτρότερα θύματα της αστικής εκμετάλλευσης, ψηφίζοντας τους κομμουνιστές υποψηφίους. Και τώρα, μετά από την εκλογική πάλη ας μη νομίσουμε ότι ο αγώνας μας ετελείωσε. Δεν μπορεί να τελειώσει εφ’ όσον οι εκμεταλλευτές μας «φιλελεύθεροι» ή «εθνικόφρονες» ή «δημοκράτες» θα στέκονται κολλημένοι στη ράχη μας για να ρουφάνε το αίμα μας και τον ιδρώτα μας.
Ο αγώνας που διεξάγει ο κομμουνισμός σ’ όλον τον κόσμο είναι αγώνας επαναστατικός που ζητάει να καταργήσει τη σημερινή κοινωνική δυστυχία χτυπώντας τη ρίζα της, το αστικό κοινωνικό σύστημα.
Το άλλαγμα αστικών κυβερνήσεων και κομματικών καθεστώτων δεν καταργεί την οικονομική σκλαβιά αλλά την κρατάει, παίρνοντας με τον καραγκιόζη που λέγεται ψηφοφορία μια ψεύτικη λαϊκή εξουσιοδότηση. Γι’ αυτό ο αγώνας μας, προπαγανδιστικός τώρα εν όσω είμαστε φαντάροι, άμεσος και ενεργός αύριο στην πολιτική ζωή, πρέπει να εξακολουθήσει πεισματώδης και ατρόμητος με ακλόνητη πεποίθηση στον κομμουνιστικό μας θρίαμβο. Θα είναι έγκλημα στον ιερό αυτόν αγώνα το λέρωμα της φωτεινής επαναστατικής σημαίας, της ποτισμένης με το αθώο αίμα τόσων μαρτύρων του σοσιαλιστικού ιδανικού, αν κανένας μας αφήσει την καρδιά του να κυριευθεί απ’ τους στιγμιαίους ενθουσιασμούς των αστικών κομμάτων. Μακριά απ’ τους αλαλάζοντας για την εκλογική τους νίκη, γιατί πολύ γρήγορα μονάχοι τους θα ιδούν τις πλάνες που πίστεψαν και θα αισθανθούν τις νέες και πάλιν συμφορές της πλάνης τους. Και τότε θα τρέχουνε μονάχοι τους προς την κόκκινη μεγάλη λεωφόρο του κομμουνισμού για να σωθούν από τα νύχια της εξαχρειωμένης κεφαλαιοκρατίας και στρατοκρατίας.
Σύνδουλοι στρατιώτες, που ζούμε στην καταφρόνια, που σφαζόμαστε σαν τραγιά!
Εργάτες ακούραστοι του ιδανικού αυτού, ας μη λησμονάμε πως ο αγώνας μας τελειώνει τότε μόνον όταν στο πλήρωμα του χρόνου το οργανωμένο προλεταριάτο της χώρας θα σηκώσει την επαναστατική του κόκκινη σημαία και θα γκρεμίσει τη σημερινή κοινωνία. Από μας εξαρτάται να γρηγορέψουμε τη μεγάλη και άγια εκείνη μέρα.
Το Εκτελεστικό Συμβούλιο
των Σοβιέτ των Στρατιωτών της Ελλάδος
(Δημοσιεύτηκε στον «Εργατικό Αγώνα» της 29 του Νοέμβρη 1920)
*****
Π. ΠΟΥΛΙΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΩΣ ΧΑΙΡΕΤΙΖΟΥΝ ΤΟ ΝΕΟ ΧΡΟΝΟ ΟΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ
Έρχεται να ξημερώσει και σε μας εδώ πάνω η πρώτη του καινούργιου χρόνου.
Η καλή γιορτή που άλλοτε με τόσες γλυκές θύμησες και τόσες γλυκές ελπίδες μας ανακούφιζε τους πόνους της σκληρής ζωής, θα ’ρθεί τώρα για να φωτίσει με το γιορτάσιμο φως της το αδιάκοπο μαρτύριο του καθημερινού μας θανάτου, να ξαναζωντανέψει στη φαντασία μας τη φρικαλέα εικόνα του χθεσινού αιματόβρεχτου Γολγοθά μας και σαν μαύρος οιωνός να μας προμηνύσει ένα φριχτότερο αύριο.
Τι θα αντικρίσει εδώ πάνω ο καινούργιος χρόνος;
Από τις όχθες του Μαιάνδρου ως τις χιονισμένες βουνοκορφές του Ουσάκ και απ’ της Τουρκίας την ιερή πολιτεία, την Προύσα, ως τις παγωμένες πλαγιές των θρακικών βουνών, εμείς στεκόμαστε άγρυπνοι μπροστά στο φυλάκιο με το τουφέκι στα ξυλιασμένα χέρια μας, έτοιμοι να σκοτώσουμε και να σκοτωθούμε.
Άλλοι κοίτουνται στα νοσοκομεία, είτε απ’ το σαράκι της κακομοιριάς τους χτικιασμένοι, είτε από του πολυβασανισμένου κορμιού το σάπισμα, είτε με αγιάτρευτες ακόμα τις πληγές απ’ το θανατερό βόλι, αυριανοί σακάτηδες, αφρόντιστοι, πεταμένοι, σαν άχρηστα κτήνη, μακριά από κάθε ανθρώπινη σπλαχνική συμπόνια, άλλοι που στην ίδια τους τη δύναμη ζητήσανε τη σωτηρία απ’ του πολέμου το βασανιστήριο, αλυσοδεμένοι βρίσκονται στις φυλακές και στενάζουν κάτω απ’ το άσπλαχνο κνούτο του τιμωρού νόμου.
Κι άλλοι... Μα όχι πια άλλοι, γιατί αυτοί δεν είναι ζωντανοί. Είναι οι σκοτωμένοι που ο καινούργιος χρόνος δεν τους βρίσκει αναμεταξύ μας. Τα λαγκάδια και τα βουνά της Μικράς Ασίας ή τα όρνεα τ’ ουρανού δεχτήκανε το κορμί τους... Μα η φρίκη της τωρινής πραγματικότητας δεν σταματάει εδώ. Πίσω μας, κει κάτω στο πατρικό μας σπίτι, η μαυρίλα της δυστυχίας σκεπάζει την οικογένειά μας τόσα χρόνια τώρα. Είμαστε φτωχοί εμείς δω πάνω, γιατί οι πλούσιοι και δυνατοί έχουν τον τρόπο να μην είναι στρατιώτες ή να μην είναι μακριά απ’ το σπίτι τους. Με τον ιδρώτα μας ετρέφαμε τους γέρους μας γονιούς και αποκατασταίναμε τις αδερφάδες μας. Τώρα ο γέροντας πατέρας θά ’χει ίσως πεθάνει, τ’ αδερφάκια μας τα μικρά θά ’ναι πεταμένα, απροστάτευτα στους δρόμους και οι αδερφάδες μας θά ’ναι ίσως στριμωγμένος απ’ τη δυστυχία στο βούρκο της ατιμίας, για να κορέσουν τις χτηνώδικες ορέξεις κανενός ταλαντούχου.
Κ’ εμείς εδώ πάνω πολεμάμε για την πατρίδα...
Πού ’ναι οι γλυκές θύμησες του περασμένου χρόνου που θα ξαλαφρώσουν τους τωρινούς μας πόνους; Πουθενά. Δε ρίχνουμε το νου μας στην αναπόληση των περασμένων, γιατί παντού αίματα και αλυσίδες, θάνατο και μαρτύρια συναντάμε. Πολύ λίγοι θα σταματήσουνε ίσως μπροστά σε μια ημερομηνία: 1 Νοεμβρίου. Πετάξαμε, θα πούνε, από πάνω έναν πολεμικό εφιάλτη που επίεζε το λαό θανάσιμα, σέρνοντάς τον να σφαχτεί, θύμα του αχόρταγου Μαμμωνά της δυτικής Ευρώπης. Κι αυτών όμως των λίγων η πρόληψη που τους επλάνεβε, δέχτηκε πολύ γρήγορα το δυνατό χτύπημα της πραγματικότητας. Ο εφιάλτης δεν έφυγε, μα ξανακάθισε μεταμορφωμένος και φοβερότερος στο στήθος του δυστυχισμένου λαού!
«Θα επιδιώξω την συμπλήρωσιν της εθνικής αποκαταστάσεως στηριζόμενος επί του ηρωικού μας στρατού», κήρυξαν οι νέοι κυβερνήτες επίσημα και πανηγυρικά με το βασιλικό διάγγελμα.
Ο δήμιος βρικολάκιασε και πάλι ζητάει απ’ το λαό αίμα, αίμα, αίμα... Κ’ έτσι αντί για γλυκειές ελπίδες, η γιορτάσιμη πρωτοχρονιά πικρά μοιρολόγια τονίζει τώρα, πένθιμα για τους μελλοθάνατος!
Κρατήστε όμως την αιμοβόρικη χαρά σας, ξαναστημένοι βρικόλακες! Δεν είμαστε πια οι αγαθοί μοιρολάτρες του περασμένου καιρού. Μέσα στην κόλαση των τελευταίων τούτων αιματόβρεχτων χρόνων ξυπνήσαμε, χρειάστηκε ν’ αφήσουμε τη ζωή του πολίτου που τόσο όμορφα ξέρετε να τη ζωγραφίζετε ως ελεύθερη και ειρηνική και να συρθούμε βίαια στον ανθρώπινο αλληλοσπαραγμό για να αντικρίσουμε τη φοβερή πραγματικότητα της κοινωνικής εκμετάλλευσης που τόσο τεχνικά σκεπάζετε με τα ψεύτικα στολίδια σας. Και το αντίκρισμά της σκόρπισε τα πλάνα ιδανικά σας, τις «πατρίδες» σας και τα «εθνικά όνειρά» σας και μας έδειξε ολοφάνερα τι κρύβει από πίσω τους. Το σιχαμερό εγώ σας, το εγώ της κεφαλαιοκρατικής σας τάξης. Και είδαμε ότι εμείς οι φτωχοί βιοπαλαιστές, οι εργάτες, δεν μπορούμε μέσα σε τούτη την κοινωνία που κυριαρχεί η εκμετάλλευση να απολάψουμε ελευτεριά, γιατί κι όταν δεν στρατευόμαστε σε πόλεμο, είμαστε πάντα στρατευμένοι στο βιομηχανικό και εμπορικό στρατό της πλουτοκρατίας, πάντα σκλάβοι που ή με το αίμα ή με τον ιδρώτα μας θα πληθαίνουμε τους θησαυρούς της και θα ικανοποιούμε τις ανικανοποίητες απολαύσεις της χτηνώδικης αχορτασιάς της.
Μη μας μιλάτε πια για λευτεριά, γιατί τόσο πιο αβάσταχτη αισθανόμαστε τη σκλαβιά μας. Είδαμε ότι και οι κυβερνήτες, όπιο χρωματισμό κι αν έχουν, δεν είναι παρά γνήσιοι αντιπρόσωποι της εκμεταλλεύτριας αυτών τάξης και ότι η κρατική εξουσία με τη στρατοκρατία της δεν είναι παρά μια οργανωμένη βία σε υπηρεσία των συμφερόντων της.
Μη μας μιλάτε λοιπόν για πατρίδες και για εθνικές αποκαταστάσεις γιατί τόσο πιο σιχαμεροί μας φαινόμαστε!
Κι όταν πια τα είδωλά σας γκρεμίστηκαν μέσα μας και μεις οι τυφλοί αναβλέψαμε, εκυριεύτηκε η καρδιά μας από μίσος εναντίον σας, εναντίον όλης σας της καινούργιας τάξης. Μα όχι από το καταστρεφτικό και στείρο εκδικητικό μίσος που σεις και οι όμοιοί σας καλλιεργείτε καταχθόνια ανάμεσα στους λαούς και που γεννάει τις ανθρωποσφαγές των γαλλογερμανικών και ελληνοβουλγαρικών πολέμων, αλλά το μεγάλο και ιερό και δημιουργικό αίσθημα της αγανάχτησης που κατά τις ώριμες επαναστατικές ιστορικές περιόδους εμψυχώνει τους λαούς που συντρίβουν τα δεσμά της σκλαβιάς τους, γκρεμίζουν την παλιά κοινωνία και οικοδομάνε μια καινούργια, ελεύθερη και δίκαιη.
Το σπέρμα της καινούργιας ανθρωπότητας έπεσε από πολύ καιρό τώρα και εβλάστησε μέσα στους καπνούς του πολέμου, εκεί πάνω στο βοριά!
Η επαναστατική περίοδος ζυγώνει στο τέλος της. Τρέμετε μπροστά της, εσείς που δεν θέλετε να το αναγνωρίσετε, κρατώντας στους ώμους σας το ετοιμόρροπο οικοδόμημα της σημερινής κοινωνίας. Πολύ γρήγορα έρχεται ο τελειωτικός σεισμός που θα σας πλακώσει κάτω από τα ερείπιά του.
Γι’ αυτό, μεγάλοι κυβερνήτες, είμαστε πραγματικοί ηρωικοί στρατιώτες της ανθρωπότητας κι όχι της πατρίδας σας. Και γι’ αυτό η πρώτη του 1921 δεν ακούει εδώ πάνω στο μέτωπο ούτε τα μοιρολόγια των αδικοσκοτωμένων, ούτε τους στεναγμούς των βασανισμένων, αλλά μια κραυγή μεγάλη, στεντόρεια, που βγαίνει κι απ’ των πολεμιστάδων τα παλικαρίσια στήθια κι απ’ των κοιτόμενων τα χτικιασμένα πνευμόνια κι απ’ των αποθαμένων τα χωσμένα κόκαλα:
Ζήτω η επανάσταση!
Το Κεντρικό Συμβούλιο
των Σοβιέτ των Στρατιωτών της Ελλάδος
(Δημοσιεύτηκε στον «Εργατικό Αγώνα» της 3 του Γενάρη 1921)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου