Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ



Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ
Στα πλαίσια των εκδηλώσεων του Εργατικού Επαναστατικού Κόμματος για την Επέτειο των Εκατό Χρόνων από το θάνατο του Καρλ Μαρξ, δόθηκαν μια σειρά διαλέξεις από τον Τζεφ Πίλιγκ στον Κονγουέι Χολ του Λονδίνου το Μάη και τον Ιούνη του 1983. Τα τρία άρθρα που ακολουθούν βασίζονται στις αντίστοιχες διαλέξεις, και πρωτοδημοσιεύτηκαν στο «Λέιμπορ Ριβιού» –μηνιάτικο θεωρητικό περιοδικό του Εργατικού Επαναστατικού Κόμματος (βρετανικό τμήμα της Διεθνούς Επιτροπής της 4ης Διεθνούς) και αργότερα στην Επαναστατική Μαρξιστική Επιθεώρηση –Θεωρητικό Όργανο της ΕΔΕ.
Τζεφ Πίλιγκ


Είναι σωστό, όπως είπε ο πρόεδρος, να αρχίσω αυτή τη σειρά των διαλέξεων, με μια συγκεκριμένη αναφορά στα ζητήματα που μπαίνουν τώρα ενόψει των Γενικών Εκλογών.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι, μπροστά στις εκλογές, όλες οι ρεβιζιονιστικές ομάδες θα ματαίωναν οποιεσδήποτε διαλέξεις αυτού του είδους –με άλλα λόγια θα είταν τελείως απίθανο να ασχοληθούν, πρώτα απ’ όλα, με μια τέτοια σειρά διαλέξεων.
Και χωρίς αμφιβολία θα το δικαιολογούσαν αυτό από την άποψη της ανάγκης να συγκεντρωθούν στα λεγόμενα «άμεσα» ή «συγκεκριμένα» καθήκοντα. Και το συγκεκριμένο καθήκον, που γι’ αυτούς είναι άμεσο, είναι να χωθούν στη μάζα της σοσιαλδημοκρατίας για να καλύψουν τις προδοσίες της συνδικαλιστικής και εργατικής γραφειοκρατίας και να αφήσουν την εργατική τάξη ακέφαλη μπροστά στα σχέδια της τόρικης άρχουσας τάξης.
Είναι πέρα για πέρα σωστό να πούμε ότι η μοναδική πολιτική οργάνωση σ’ αυτή τη χώρα που έχει βάλει τα πραγματικά ιστορικά ζητήματα μπροστά στην εργατική τάξη και τους μικροαστούς σ’ αυτές τις εκλογές είναι το Εργατικό Επαναστατικό Κόμμα.
Πραγματικά, είναι πολύ καθαρή η πρόθεση όλων των άλλων μεγάλων κομμάτων που συμμετέχουν στις εκλογές να συσκοτίσουν αυτά τα ζητήματα. Μόνο εμείς έχουμε επιμείνει στο γεγονός ότι αυτές οι εκλογές δεν είναι οι συνηθισμένες εκλογές.
Γιατί αυτό που πραγματικά προτείνει το Κόμμα των τόριδων είναι η προετοιμασία για μια ιστορική αντεπανάσταση που θα προσπαθήσει να αντιστρέψει μια μακριά περίοδο ιστορικής ανάπτυξης. Όποιος μελετήσει το μανιφέστο της Θάτσερ θα τα δει όλα αυτά πολύ καθαρά.
Οι Τόριδες δεν σκοπεύουν μόνο να συνεχίσουν και να εντείνουν τις επιθέσεις τους ενάντια στο οργανωμένο κίνημα της εργατικής τάξης –να του στερήσουν ακόμα και τα νόμιμα δικαιώματα του– αλλά και έχουν ανακοινώσει την πρόθεσή τους να σπάσουν τους ιστορικούς δεσμούς ανάμεσα στα συνδικάτα και το Εργατικό Κόμμα. Επιπλέον, σχεδιάζουν να ανατρέψουν ριζικά τη σχέση ανάμεσα στην κεντρική κυβέρνηση και την τοπική αυτοδιοίκηση. Και τα δύο αυτά γεγονότα περιλαμβάνουν βασικά και θεμελιακά ιστορικά ζητήματα.
Για τον επαναστατικό Μαρξισμό, δηλαδή για το Εργατικό Επαναστατικό Κόμμα, το ζήτημα δεν μπορεί να μείνει εδώ. Η εργατική τάξη σ’ αυτή τη χώρα έχει παγιδευτεί, για 200 περίπου χρόνια, σε μια εμπειρική άποψη που τώρα είναι ανίκανη να δόσει έστω και μια απλή απάντηση σ’ οποιοδήποτε από τα μεγάλα ιστορικά ζητήματα που αντιμετωπίζει η εργατική τάξη.
Πριν ασχοληθούμε λεπτομερέστερα με τον εμπειρισμό, πρέπει να πούμε ότι είναι μια μορφή αστικής ιδεολογίας και στη Βρετανία η κυρίαρχη μορφή ιδεολογίας. Είταν το προϊόν της ιδιόμορφης ανάπτυξης της αγγλικής μπουρζουαζίας και έχει μεταφερθεί μέσα από αναρίθμητα πολιτικά και ιδεολογικά πρακτορεία και θεσμούς μέσα στην εργατική τάξη.
Ο ρόλος του ρεβιζιονισμού στις εκλογές, είναι η έκφραση της ουσιαστικής απόρριψης της εργατικής τάξης σαν μια επαναστατική δύναμη. Στην πραγματικότητα, ο ισχυρισμός ότι η βιομηχανική εργατική τάξη δεν είναι πια μια δύναμη κοινωνικής αλλαγής –μια θέση που εμφανίζεται ανοιχτά στο «θεωρητικό» περιοδικό του σταλινισμού στη Βρετανία, «Ο Μαρξισμός Σήμερα» – αποτελεί μέρος ενός γενικότερου ισχυρισμού, του ισχυρισμού ότι η Βρετανία είναι μια χώρα χωρίς πραγματικές επαναστατικές παραδόσεις.
Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί από καιρό την φιλισταϊκή προκατάληψη της «Νέας Αριστερής Επιθεώρησης», ενός περιοδικού που ευρύτατα θεωρείται από τους ρεβιζιονιστές, όπως τον κ. Τάρικ Αλί, ότι αποτελεί την «πραγματική φωνή» του Μαρξισμού στη Βρετανία.
Αυτός είναι ένας τίτλος που, εμείς, στο Εργατικό Επαναστατικό Κόμμα, πάντα διεκδικήσαμε με σθένος και θα συνεχίσουμε να τον διεκδικούμε. Η Βρετανία είναι μια βαθιά επαναστατική χώρα, παρ’ όλες τις επιπόλαιες εντυπώσεις για το αντίθετο.
Στο κάτω-κάτω, αυτή η χώρα είταν η πρώτη με την εμπειρία μιας πετυχημένης αστικής επανάστασης. Επίσης είταν η πρώτη χώρα με την εμπειρία εκείνης της επανάστασης που έφερε την άνοδο του βιομηχανικού καπιταλισμού και της σύγχρονης εργατικής τάξης. Και από την άποψη της ιδεολογικής της ιστορίας – που είναι και το κύριο ζήτημα αυτών των διαλέξεων – η Βρετανία υπήρξε, όπως ο Μαρξ αποδείχνει στο έργο του Η Αγία Οικογένεια, η πατρίδα της υλιστικής φιλοσοφίας στη σύγχρονη εποχή.
Μακριά από το να είναι μια χώρα όπου ο Μαρξισμός αγνοήθηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η Βρετανία συνέβαλε ουσιαστικά, μαζί με την Γαλλία και τη Γερμανία, στις κυριότερες θεωρητικές πηγές του Μαρξισμού.
Η κεντρική μορφή στην επανεγκαθίδρυση του υλισμού στη σύγχρονη εποχή, σύμφωνα με τον Μαρξ, είταν ο Φράνσις Μπέικον (1561-1626) του οποίου η ζωή συνδέθηκε με την ταραχώδη εκείνη περίοδο της βρετανικής ιστορίας που γίνονταν οι οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές προετοιμασίες για την πετυχημένη αστική επανάσταση του 17ου αιώνα.
* * *
Πρώτα πρώτα, ας γίνουμε καθαροί σ’ ότι αφορά το νόημα του όρου «Yλισμός». Με αυτόν τον όρο οι Μαρξιστές εννοούν την φιλοσοφία που υποστηρίζει ότι η μοναδική πηγή της συνείδησης είναι ένας κόσμος που υπάρχει ανεξάρτητα από τη συνείδηση. Ο υλικός κόσμος είναι πρωταρχικός σε σχέση με τη συνείδησή μας γι’ αυτόν. Το ότι η συνείδηση αποτελεί ένα προϊόν της ιστορικής ανάπτυξης της ύλης, μια ιδιότητά της. είναι θεμελιώδης προϋπόθεση του διαλεχτικού υλισμού, της φιλοσοφίας του Μαρξισμού.
Είταν ο Φράνσις Μπέικον που ηγήθηκε –με τους οποιουσδήποτε περιορισμούς– στην πάλη για τον υλισμό τον 17ο αιώνα στην Αγγλία. Ο Μπέικον είταν ένας αφοσιωμένος αντίπαλος εκείνης της άποψης που κυριαρχούσε στον Μεσαίωνα και είταν γνωστή σαν Σχολαστικισμός, μια σχολή που προσπάθησε να δόσει ένα φιλοσοφικό θεμέλιο στην θρησκευτική κοσμοθεωρία.
Ο Μπέικον αντιτάχτηκε σ’ αυτή τη φιλοσοφία γιατί, όπως υποστήριζε, είταν δογματική, και ξεκινούσε μάλλον από τις προκαταλήψεις των μαθητών παρά από τον πραγματικό κόσμο.
Το κύριο έργο του, «Novum Organum» («Νέο Όργανο», μια αναφορά στο Όργανο του Αριστοτέλη), παρουσιάζει τις αντιρρήσεις του στη σχολαστική φιλοσοφία και τις προτάσεις του για ένα νέο μέσον, ένα νέο όργανο της μάθησης. Στη θέση μιας στείρας και αφηρημένης μεθόδου που προωθούνταν από τους σχολαστικούς του Μεσαίωνα, ο Μπέικον υποστήριζε ότι η παρατήρηση, η βιομηχανία, το πείραμα και η δραστηριότητα θα έπρεπε να παρέχουν τη βάση για μια αληθινή επιστημονική μέθοδο.
Στο «Novum Organum», ο Μπέικον συνόψισε τις αντιλήψεις του σε μια σειρά από προσδιορισμούς. Έλεγε: «Όχι αφηρημένη αλήθεια, αλλά κυριαρχία πάνω στη Φύση». Για τον Μπέικον οι φιλοσοφικές αφαιρέσεις είταν φαινόμενα χωρίς περιεχόμενο. Γι’ αυτόν, το κύριο ζήτημα δεν είταν η αφηρημένη αλήθεια αλλά η πραγματική κυριαρχία πάνω στη Φύση.
Παραπέρα, ο Μπέικον, έλεγε: «Όχι λογικές επαγωγές από τις βασικές αρχές, αλλά διερεύνηση της Φύσης». Εδώ υπάρχει μια έκφραση του ισχυρισμού του Μπέικον για την μέθοδο της επαγωγής σαν της μόνης αληθινής επιστημονικής μεθόδου. Η μέθοδος της επαγωγής είναι εκείνη η μέθοδος στη φιλοσοφία που προτείνει, οι γενικεύσεις που γίνονται στη βάση της παρατήρησης των χαρακτηριστικών, να εξάγονται από μια σειρά ατομικών φαινομένων.
Τώρα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όταν μελετάμε την ιστορική ανάπτυξη της φιλοσοφίας στη Βρετανία, αυτή η άποψη του Μπέικον, οποιοιδήποτε κι αν είναι οι περιορισμοί της, αποτελούσε μια πραγματική ανάπτυξη πάνω σε ότι είχε προηγηθεί. Σωστά τόνιζε την ανάγκη να δοκιμάζονται οι ιδέες στην πράξη, στον υλικό κόσμο. Πρότεινε την απομάκρυνση από την εσωστρεφή σκέψη και τη στροφή προς τη Φύση σαν την πραγματική πηγή της επιστημονικής γνώσης.
Στον προσδιορισμό του Μπέικον, «Να ελέγχουμε τη Φύση, αυτή πρέπει πρώτα να είναι υποταγμένη» υπήρχε μια βαθιά και σωστή αντίληψη για το ότι ο δρόμος προς την ελευθερία βασίζεται όχι στην απομάκρυνση από τον αντικειμενικό κόσμο, αλλά στην πάλη για να ανακαλύψουμε τους πραγματικούς του νόμους. Μόνο τότε θα μπορέσει ο άνθρωπος αληθινά να απελευθερωθεί από αυτούς τους νόμους. Συγκρίνοντάς τον με τις δίχως ενδιαφέρον διδασκαλίες της Καθολικής Εκκλησίας είταν ένα πραγματικό βήμα μπροστά, κι αυτό δεν πρέπει καθόλου να υποτιμηθεί.
Αλλά την ίδια στιγμή, τα πλεονεκτήματα που αντιπροσώπευε η φιλοσοφική άποψη του Μπέικον, είταν αναγκαστικά περιορισμένα. Κι αυτοί οι περιορισμοί δεν αφορούσαν, φυσικά, προϊόντα ατόμων. Είταν μια αντανάκλαση των ορίων της εποχής: μιας εποχής στην οποία λάβαινε χώρα η αναγέννηση της επιστήμης και της φιλοσοφίας.
Ο Μπέικον υπήρξε ο κύριος θεμελιωτής του υλισμού στον σύγχρονο κόσμο. Αλλά είταν μόνο ο θεμελιωτής του. Ο υλισμός του έφερνε τη σφραγίδα της πρόωρης περιόδου στην οποία σχηματίστηκε, μιας περιόδου στην οποία η επιστήμη δεν βρισκόταν παρά σε ένα περιορισμένο στάδιο ανάπτυξης.
Ο Μαρξ αργότερα χαρακτήρισε όλο τον υλισμό που προηγούνταν από τον υλισμό που επεξεργάστηκε ο ίδιος και ο Έγκελς, στα μέσα του 19ου αιώνα, σαν μηχανιστικό υλισμό, και ξεχώρισε τον υλισμό του, τον διαλεκτικό υλισμό, από αυτήν την πρόωρη μορφή υλισμού. Φυσικά υπήρχαν φιλόσοφοι πριν από τον Μαρξ των οποίων η φιλοσοφία, στην γενική της τάση, είταν υλιστική. Και ο Μπέικον είταν ανάμεσα σε αυτούς τους φιλόσοφους.
Ωστόσο, αυτός ο υλισμός είταν περιορισμένος από μια κύρια άποψη. Το γεγονός είναι ότι η μόνη αναπτυγμένη επιστήμη την εποχή που έγραφε ο Μπέικον είταν η επιστήμη της μηχανικής, δηλαδή της μελέτης της κίνησης των σωμάτων στο χώρο. Η φιλοσοφία δεν μπορεί ποτέ να ξεπεράσει απόλυτα την επιστημονική γνώση της εποχής της. Το γεγονός ότι από τις επιστήμες μόνο η μηχανική είχε αναπτυχθεί σε κάποιο βαθμό άφησε, αναπόφευχτα, τα σημάδια της πάνω στη φιλοσοφία.
* * *
Να γιατί είναι ανεπίτρεπτο να κοιτάζουμε πίσω και να κρίνουμε τις ανεπάρκειες των πρώτων βρετανών υλιστών από τη σκοπιά της μεταγενέστερης επιστήμης και γνώσης. Η ιστορία θα πρέπει πάντοτε να μελετάται συγκεκριμένα. Δηλαδή θα πρέπει να συλλαμβάνεται όπως πραγματικά αναπτύχθηκε, το ίδιο και τα όρια μιας ανάπτυξης πρέπει να μελετούνται από τη σκοπιά του υλισμού.
Γενικά οι πρώτοι βρετανοί υλιστές βλέπανε τον κόσμο με αποκλειστικά μηχανικούς όρους (αν και αυτή η μομφή δεν μπορεί να αποδοθεί εξολοκλήρου στον Μπέικον που στην εργασία του διέκρινε 19 μορφές κίνησης). Τον κόσμο τον αντιλαμβάνονταν σαν μια γιγάντια μηχανή στην οποία, ενώ αναγνώριζαν την κίνηση της ύλης, την θεωρούσαν σαν μια κίνηση απλής επανάληψης στην οποία η ποιοτική αλλαγή δεν προέκυπτε από τις ποσοτικές αλλαγές. Ενώ αναγνωρίζουν την κίνηση της ύλης δεν μπορούσαν να συλλάβουν γενικά την ανάπτυξη του υλικού κόσμου. Μόνο με την μεταγενέστερη και ευρύτερη ανάπτυξη των επιστημών, της χημείας, της φυσικής, της βιολογίας, κλπ., μπόρεσαν να διακρίνουν τις διάφορες, αλληλο-συνδεμένες μορφές της ύλης και να κατανοήσουν την πραγματική τους σχέση.
Ο ίδιος ο Μπέικον είταν πολύ επηρεασμένος από την αλχημεία, δηλαδή από την «επιστήμη» που ασχολούνταν με τις προσπάθειες για την μετατροπή των βασικών μετάλλων σε χρυσάφι, ένα δείγμα της περιορισμένης επιστημονικής γνώσης που ίσχυε ακόμα και για τα πιο προχωρημένα μυαλά των αρχών του 17ου αιώνα.
Ας το επαναλάβουμε: πρέπει να αποφεύγουμε το φορμαλισμό όταν ασχολούμαστε με την ιστορία του πρώιμου υλισμού. Η αγγλική υλιστική φιλοσοφία είταν περιορισμένη αλλά είταν, ωστόσο, ένα περιορισμένο βήμα προς τα μπρος.
Όπως θα δούμε στην επόμενη διάλεξη όταν θα ασχοληθούμε με τις αρχές των εμπειριστών φιλόσοφων, μια από τις θεμελιώδεις αδυναμίες του πρώιμου αυτού μηχανιστικού υλισμού είταν η ανικανότητά του να εφαρμόσει την αρχή του υλισμού (το Είναι καθορίζει τη συνείδηση) στην ανάπτυξη της κοινωνίας. Οι εμπειριστές όπως ο Λοκ, που η γενική τάση της σκέψης τους είταν υλιστική, αντιλαμβάνονταν την κοινωνία σαν να αποτελούνταν από άτομα, που το καθένα κατείχε ιδιοκτησία, και που περιοριζόταν από μια εξωτερική δύναμη –ένα «κοινωνικό συμβόλαιο» ή κάτι τέτοιο.
Αν αναγνωρίζουμε ότι η φιλοσοφία είναι μια μορφή κοινωνικής συνείδησης, τότε η μορφή του υλισμού της εποχής του Μπέικον είταν υποχρεωτικά περιορισμένη. Και έχοντας αναγνωρίσει τα πλεονεκτήματα των πρώτων υλιστών θα πρέπει την ίδια στιγμή να έχουμε πλήρη συνείδηση αυτών των περιορισμών. Ο υλισμός του Μπέικον δεν είταν, με κανέναν τρόπο, τέλειος, ολοκληρωμένος υλισμός. Η σκέψη του Μπέικον είταν γεμάτη από άγνωστες και άλυτες αντιφάσεις. Είταν γεμάτη από «θεολογική ασυνέπεια» λέει ο Μαρξ (Αγία Οικογένεια).
Δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει ένας «καθαρός» υλισμός. Ο υλισμός υπάρχει πάντα σε μια ορισμένη μορφή και αυτές οι μορφές αντανακλούν το ιστορικό στάδιο που έχει φθάσει συνολικά η επιστημονική και φιλοσοφική γνώση. Η επανεγκαθίδρυση του υλισμού στο σύγχρονο κόσμο –για τον οποίο κυρίως θα μνημονεύεται ο Μπέικον– είταν το πρώτο βήμα, αλλά μόνο το πρώτο βήμα, προς τον υλισμό εκείνον που αναπτύχθηκε από τον Μαρξ και τον Έγκελς στο 19ο αιώνα.
Ο δρόμος από το 17ο στο 19ο αιώνα δεν είταν καθόλου ευθύγραμμος. Η ανθρώπινη σκέψη είχε να περάσει από μια σειρά βαθιά αντιφατικά στάδια πριν μπορέσει να φθάσει σ’ έναν συνεπή, ολοκληρωμένο υλισμό με την μορφή του διαλεκτικού υλισμού.
Ο υλισμός του Μπέικον και ακόμα περισσότερο η ιδιαίτερη «φιλοσοφική» του ανάπτυξη με τον Λοκ στράφηκε σε εμπειρικούς όρους. Ο εμπειρισμός υποστηρίζει ότι η μόνη νόμιμη πηγή γνώσης είναι αυτή που προέρχεται από την εμπειρία. Ο Μπέικον τόνιζε στο «Novum Organum» ότι η γνώση μπορούσε να έρθει μόνο διαμέσου της αντίληψης. Μιας και το μυαλό είχε ξεκαθαριστεί από τα «είδωλα» και τις προκαταλήψεις του, η άμεση αντίληψη της Φύσης δεν μπορούσε ποτέ να εξαπατήσει τον άνθρωπο. Είναι ιδιαίτερα αναγκαίο για τους Μαρξιστές να είναι πρώτα απ’ όλα καθαροί για τη φύση της εμπειρικής αυτής άποψης, γιατί είναι μια πολύ διαδεδομένη πρακτική στους σταλινικούς και ρεβιζιονιστικούς κύκλους, να παρουσιάζουν τον εμπειρισμό σαν κάτι που στην ουσία ταυτίζεται με τον υλισμό. Δεν συμβαίνει τέτοιο πράγμα.
Αν υποστηρίζετε, όπως κάνει ο εμπειρισμός, ότι η γνώση βασίζεται μόνο στην εμπειρία, τότε μένει ακόμα ένα ερώτημα που χρειάζεται απάντηση, ποιά είναι η πηγή μιας τέτοιας εμπειρίας; Βέβαια, τον υλικό κόσμο τον γνωρίζει ο άνθρωπος μέσα από τις πέντε του αισθήσεις. Ο διαλεκτικός υλισμός δεν αμφισβητεί αυτό το ζήτημα, αντίθετα το υπογραμμίζει.
Αλλά ο διαλεκτικός υλισμός επιμένει σε ένα παραπέρα ερώτημα: είναι ο υλικός κόσμος η πηγή αυτών των αισθημάτων; Μόνο μια σαφής και καταφατική απάντηση σ’ αυτό, είναι υλισμός. Και ο εμπειρισμός αρνείται να την δόσει. Ο εμπειρισμός λέει ότι η πηγή της γνώσης είναι η «εμπειρία». Τελεία και παύλα.
Έτσι, λοιπόν, δεν είναι τυχαίο που ο εμπειρισμός συμβιβάστηκε ανοιχτά με τις θρησκευτικές απόψεις. Ο επίσκοπος Μπέρκλεϊ, ένας εμπειριστής στις αρχές του 18ου αιώνα, υποστήριζε ότι κάθε γνώση έρχεται στον άνθρωπο μέσα από την εμπειρία. Αλλά πρόσθετε (και τι πρόσθεση!) ότι η πηγή μιας τέτοιας εμπειρίας είταν ο θεός. (Πάνω σ’ αυτό το ζήτημα της φύσης της κατηγορίας της «εμπειρίας», και τον τρόπο με τον οποίο οι διάφορες χρήσεις της ερμηνεύονται από τον ιδεαλισμό, βλέπε τα πρώτα κεφάλαια του Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, του Λένιν, «Άπαντα», τόμος 18).
* * *
Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του εμπειρισμού, που θα πρέπει προσεχτικά να εξεταστεί στο φως της πάλης για τον επαναστατικό Μαρξισμό σήμερα, είναι η περιφρόνηση που δείχνει ο αγγλικός εμπειρισμός για τη σκέψη των προκατόχων του. Ένα από τα κεντρικά ζητήματα που διαπερνά τα κείμενα του Μπέικον, είναι ο ανταγωνισμός που εκδηλώθηκε στα κύρια στοιχεία της ελληνικής σκέψης, ιδιαίτερα στη σκέψη του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.
Ο Μπέικον έριχνε ολόκληρη την ευθύνη για το αδιέξοδο στο οποίο βρέθηκε η φιλοσοφία του Μεσαίωνα αποκλειστικά στον Αριστοτέλη. Αλλά εδώ ο Μπέικον κάνει ένα μεγάλο λάθος. Στην πραγματικότητα, είχε μπερδέψει την εκφυλισμένη μορφή της Αριστοτέλειας φιλοσοφίας, για την οποία υπεύθυνοι είταν οι καθηγητάδες, με την πραγματική συνεισφορά που είχε κάνει ο Αριστοτέλης στην ανθρώπινη σκέψη.
Ο Λένιν, στα Φιλοσοφικά ΤετράδιαΆπαντα», τόμος 29) διατύπωσε την άποψη ότι ο Μεσαίωνας διατήρησε όλα εκείνα που είταν νεκρά στον Αριστοτέλη και δολοφόνησε κάθετι που είταν ζωντανό. Αυτό δεν το συνέλαβε ο Μπέικον, παίρνοντας αυτά τα «νεκρά στοιχεία» σαν την ουσία της συνεισφοράς του Αριστοτέλη.
Η προσοχή που έδοσε ο Μπέικον στην ελληνική φιλοσοφία κατευθυνόταν κύρια προς το υλιστικό της ρεύμα, και ιδιαίτερα προς τη φιλοσοφία του Δημόκριτου. Περιφρονούσε εκείνο το ρεύμα της ελληνικής φιλοσοφίας που μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν ιδεαλιστικό. Αυτό, βέβαια, αποτελούσε μια διαστρεβλωμένη, μονόπλευρη άποψη της ελληνικής φιλοσοφίας.
Σαν υλιστές, πρέπει πάντοτε να προσπαθούμε να κατανοήσουμε ότι αυτά τα προτσές, στη Φύση και την κοινωνία, και η αντανάκλασή τους στην ανθρώπινη σκέψη, είναι πάντοτε αντικειμενικά. Τα προτσές αυτά δεν ξετυλίγονται ποτέ σύμφωνα με προκαθορισμένα σχήματα και γι’ αυτό η ουσία του ιδεαλισμού είναι να προσπαθεί και να επιβάλει τέτοιου είδους σχήματα πάνω σε κάθε εξέλιξη.
Το ζήτημα είναι ότι δεν μπορούμε να ξεκινάμε από την αφηρημένη πρόταση ότι μόνο ο υλισμός έχει παίξει έναν προοδευτικό ρόλο στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Και είναι αυτό, γενικά, που χαρακτηρίζει τη θέση του Τζορτζ Νόβακ, του «θεωρητικού» του αμερικάνικου Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (ΣΕΚ).
Ο Νόβακ και άλλοι παρουσιάζουν τον διαλεχτικό υλισμό σαν να είταν το αποτέλεσμα της υλιστικής μόνο φιλοσοφίας. Ο Μαρξισμός, ωστόσο, είναι το αποτέλεσμα ολόκληρης της ανθρώπινης σκέψης, και αυτό είναι η πηγή της μεγάλης θεωρητικής δύναμής του.
Πραγματικά, το ζήτημα μπορεί να τεθεί με ακόμα πιο οξεία μορφή: όταν ο Μπέικον αποκήρυσσε τις εργασίες του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα στον αρχαίο κόσμο, στην πραγματικότητα απόρριπτε αυτά που από πολλές απόψεις είταν τα καλύτερα επιτεύγματα της ελληνικής σκέψης. Ενώ ο Πλάτωνας, για παράδειγμα, είταν βέβαια ένας ιδεαλιστής –όταν απόρριπτε, όπως έκανε, την ύπαρξη των μερικών πραγμάτων, σαν απλές εκδηλώσεις των πιο θεμελιακών γενικών οντοτήτων (η θέση του ρεαλισμού στη φιλοσοφία)– έκανε, εντούτοις, μια ανεχτίμητη συνεισφορά στην ανθρώπινη σκέψη.
Γιατί είταν, βασικά, ο ιδεαλισμός που ασχολήθηκε κυρίως με το πρόβλημα του καθολικού στη φιλοσοφία. Ο Μπέικον υποστήριζε ότι η επιστήμη μπορούσε να ασχοληθεί αποκλειστικά με τα μερικά πράγματα. Είταν μέσα από τη σύγκριση και την ανάλυση τέτοιων μερικών πραγμάτων που θα αναπτυσσόταν η γνώση. Αυτό, παρμένο στην ακραία του συνέπεια, είταν μια στείρα αντίληψη, αλλά ένα κεντρικό ζήτημα στην παράδοση του αγγλικού εμπειρισμού.
Αυτό κυριαρχεί καθαρά στο συνδικαλιστικό κίνημα σήμερα. Η συνδικαλιστική συνείδηση δεν μπορεί ποτέ να φτάσει στην κατανόηση της ανάπτυξης της ταξικής πάλης σαν όλο, στην καθολική της άποψη. Γι’ αυτό, απαιτείται η θεωρία της γνώσης του Μαρξισμού.
Ενώ συχνά εμφανίζεται πολύς μυστικισμός στην ελληνική σκέψη (κι αυτό είταν αναπόφευκτο εκείνη την εποχή), στο βαθμό που οι Έλληνες ασχολήθηκαν με την επεξεργασία μιας καθολικής άποψης των πραγμάτων, να συλλαμβάνουν τα πράγματα στις αλληλεξαρτήσεις τους, έκαναν μια αθάνατη συνεισφορά για ολόκληρη τη μεταγενέστερη ανθρώπινη σκέψη.
Αυτή η «ελληνική άποψη» για τα πράγματα ξαναμπήκε στην ανθρώπινη σκέψη κυρίως από τον ιδεαλισμό και πάνω απ’ όλα μέσω του Χέγκελ. Όταν ο Μπέικον επιτίθεται στην ελληνική σκέψη σε κείνα που θεωρεί ότι είναι τα αφηρημένα χαρακτηριστικά της και την ενασχόλησή της με το καθολικό, πραγματικά επιτίθεται στο πιο ισχυρό της σημείο.
Ο Έγκελς σημειώνει αυτό το ζήτημα τόσο στη Διαλεκτική της Φύσης όσο και στο Αντι-Ντίριγκ. Και υπογραμμίζει ότι οι Έλληνες αναγκάζονταν να διαλογίζονται γύρω από τις αλληλεξαρτήσεις στον κόσμο γιατί δεν υπήρχε αρκετά αναπτυγμένη επιστημονική σκέψη για να χαράξει τις πραγματικές συνδέσεις μέσα από την εμπειρική έρευνα.
Ο Χέγκελ έκανε μια προσεχτική διάκριση ανάμεσα στον σκεπτικισμό του αρχαίου κόσμου και το σκεπτικισμό της σύγχρονης φιλοσοφικής σκέψης. Στην πραγματικότητα, οι έλληνες σκεπτικιστές λέγανε: «Δεν μπορείς να εμπιστεύεσαι πλήρως τη γνώση σου για τον κόσμο όπως σου δίνεται στην αισθητηριακή αντίληψη γιατί υπάρχει κάτι πάνω απ’ αυτές τις αντιλήψεις».
Στη σύγχρονη μορφή του, ο σκεπτικισμός λέει κάτι εντελώς διαφορετικό. Απορρίπτει την πληροφορία που δίνεται στον άνθρωπο με τις αισθήσεις, γιατί λέει ότι καταρχήν είναι αδύνατο να ανακαλύψεις οτιδήποτε πέρα απ’ αυτές τις αισθητηριακές εντυπώσεις. Ένας τέτοιος σκεπτικισμός –ο Χιουμ είναι η κλασική του μορφή– καταλήγει στην άρνηση της δύναμης του ανθρώπινου λογικού και, έτσι, της δύναμης της επιστήμης να διεισδύσει στον κοινωνικό και υλικό κόσμο.
Είναι γι’ αυτό το λόγο που ο εμπειρισμός, από την ίδια τη φύση του τείνει προς τον συντηρητισμό και αποτελεί τη «φυσική» σκοπιά της γραφειοκρατίας όλων των τύπων μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Γιατί ο ορίζοντας του εμπειρισμού περιορίζεται πάντοτε στα άμεσα «γεγονότα». Η φύση αυτών των γεγονότων, το ζήτημα ότι αντανακλούν μια κοινωνία βασισμένη πάνω σε καθορισμένες κοινωνικές σχέσεις –τις κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα στην καπιταλιστική τάξη και την εργατική τάξη– αγνοείται εντελώς από τους εμπειριστές.
Η αφετηρία του διαλεκτικού υλισμού, και πραγματικά ολόκληρης της επιστήμης που δεν έχει παραπλανηθεί από τον μυστικισμό, ότι υπάρχει ένας αντικειμενικά υπαρκτός κόσμος πάνω από τη σκέψη, απορρίπτεται από τον εμπειρισμό σαν «κούφια μεταφυσική». Και έτσι αναγκαστικά βγαίνει ότι αν η αίσθηση ή η εμπειρία θεωρείται ότι είναι η θεμελιακή φιλοσοφική κατηγορία –και αυτό είναι το σήμα κατατεθέν του εμπειρισμού– τότε κάθε γνώση της αλληλο-σύνδεσης των φαινομένων είναι εκτός πραγματικότητας.
Ο εμπειρισμός υποστηρίζει ότι δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τις συνδέσεις ανάμεσα σ’ οτιδήποτε. Πρέπει να βασιζόμαστε στις προηγούμενες εμπειρίες που μας οδηγούν, πέρα από τη συνήθεια ή τη διάθεση, στο να περιμένουμε ότι ορισμένα πράγματα θα εμφανιστούν με καθορισμένη σειρά. Μια τέτοια άποψη αποτελεί την άρνηση ολόκληρης της σκέψης, και μια έκφραση στον 20ό αιώνα της αποσύνθεσης της αστικής σκέψης.
Είναι περιττό να πούμε ότι ο Μπέικον δεν μπορεί να κατηγορηθεί για οτιδήποτε απ’ αυτά. Στην πάλη ενάντια στην Καθολική Εκκλησία, ο εμπειρισμός που υποστηρίχτηκε από τον Μπέικον στον 17ο αιώνα, είταν προοδευτικός. Αλλά δεν μπορεί ποτέ να αποτελέσει την κατάλληλη φιλοσοφία που θα καθοδηγήσει είτε την επιστήμη είτε την κοινωνική επανάσταση. Ο εμπειρισμός του 20ού αιώνα –στην πραγματικότητα από την εποχή του Χέγκελ και μετά– είναι μια αντιδραστική φιλοσοφία που δεν μπορεί παρά να οδηγήσει την ανθρώπινη σκέψη και πράξη σ’ ένα αδιέξοδο.
Ο διαλεκτικός υλισμός δεν βγαίνει άμεσα από τον βρετανικό υλισμό. Ο μηχανιστικός υλισμός στη Βρετανία, σε συμφωνία με ολόκληρη την τάση του μηχανιστικού υλισμού, έτεινε να υποτονίσει τη δύναμη του ανθρώπινου μυαλού στην ανάπτυξη της γνώσης. Έβλεπε το ανθρώπινο μυαλό απλά σαν ένα ουδέτερο άγραφο χαρτί (η κλασική έκφραση του Λοκ, «Τάμπουλα Ράζα») που δεχόταν ερεθίσματα από τον εξωτερικό κόσμο από τον οποίο είταν εντελώς χωρισμένο.
Ο ρόλος του ανθρώπινου λογικού στην ανάπτυξη της γνώσης υποστηρίχτηκε όχι από τον εμπειρισμό, αλλά από τον ορθολογισμό. Γι’ αυτό έπαιξε τον κύριο ρόλο στην ανάπτυξη της υλιστικής διαλεκτικής.
Αυτό είναι το θέμα με το οποίο θα ασχοληθούμε στις επόμενες δύο διαλέξεις.

2. Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ
Στην προηγούμενη διάλεξη ένας ακροατής αναφέρθηκε στο έργο του Τζορτζ Νόβακ. Όπως θα ξέρουν οι πιο πολλοί σύντροφοι, ο Τζορτζ Νόβακ υπήρξε για πολλά χρόνια ο κύριος συνεργάτης του Τζόζεφ Χάνσεν στο αμερικάνικο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (ΣΕΚ), μια ρεβιζιονιστική, αντιμαρξιστική ομάδα. Ο Νόβακ διαφημίζεται σαν ο «θεωρητικός» του ΣΕΚ. Η πραγματεία του πάνω στον εμπειρισμό και την ιστορία του είναι πολύ αποκαλυπτική και διδαχτική. Πολλά χρόνια τώρα ισχυρίζεται ότι η εμπειρική παράδοση στη φιλοσοφία οδηγεί σχεδόν κατευθείαν στο διαλεχτικό υλισμό.
Ο Χάνσεν έβαλε το ζήτημα πιο ωμά, και για άλλη μια φορά καθαρά, όταν στην πάλη του ενάντια στη Διεθνή Επιτροπή της Τέταρτης Διεθνούς δήλωσε ότι ο διαλεκτικός υλισμός είναι «συνεπής εμπειρισμός». Η θέση αυτή δεν είναι απλά λαθεμένη. Είναι λαθεμένη στο πιο θεμελιακό επίπεδο.
Είναι αλήθεια ότι στην αρχική του ανάπτυξη ο μηχανιστικός υλισμός «συνδέθηκε» με τον εμπειρισμό. Όπως εξηγήσαμε στην προηγούμενη διάλεξη, αυτό είταν αναπόφευκτο αν παρθεί υπόψη η περιορισμένη γνώση της επιστήμης και η ανάγκη να συμπληρωθεί με πολλές λεπτομέρειες από τον φυσικό κόσμο που η Ελληνική σκέψη δεν γνώριζε. Αλλά όπως αποδείχνει η ιστορία, ο εμπειρισμός απομακρύνθηκε από την αρχική αυτή σύνδεση με τον υλισμό και ολοένα και περισσότερο προσέγγιζε τις ιδεαλιστικές και αγνωστικιστικές θέσεις. Κι αυτή η πορεία δεν είταν ένα τυχαίο αποτέλεσμα. Στον Μπέρκλεϊ ο εμπειρισμός υιοθέτησε την άποψη του υποκειμενικού ιδεαλισμού ενώ στον Χιουμ, στα μέσα του 18ου αιώνα, έφτασε στη θέση του ανοιχτού αγνωστικισμού.
Ο Λοκ υπήρξε η κλασική μορφή στην ιστορία του εμπειρισμού στην Αγγλία. Η βασική του αρχή είταν ότι το μυαλό είναι μια «τάμπουλα ράζα» –ένα λευκό χαρτί πάνω στο οποίο αποτυπώνεται ο κόσμος. «Δεν υπάρχει τίποτα στο λογικό που να μην υπήρχε προηγούμενα στο αίσθημα» είναι η επανειλημμένα διακηρυγμένη θέση του Λοκ. Αλλά, όπως ακριβώς στην περίπτωση της επιστήμης, το ίδιο και στην περίπτωση της φιλοσοφίας τα μεγαλύτερα μυαλά της (και στον σύγχρονο κόσμο, ο Λοκ πρέπει να θεωρηθεί ότι ανήκει σ’ αυτά) είταν υποχρεωμένα να αμφιβάλουν για τη φύση του εμπειρισμού, και μέχρι ένα βαθμό να εφιστούν την προσοχή στους περιορισμούς, που πηγάζουν από την ίδια τη φύση του.
Ο εμπειρισμός ισχυρίζεται ότι η εμπειρία εξαντλεί όλα τα αναγκαία στοιχεία για την γνώση. Γι’ αυτόν η συνείδηση, το λογικό, είναι ικανά μόνο να επεξεργάζονται, να ταχτοποιούν να δουλεύουν πάνω σ’ αυτά που δίνονται από την εμπειρία.
Στην πράξη, ο Λοκ αντιλαμβανόταν, ωστόσο με δισταγμό, ότι αυτή η θέση δεν μπορούσε να υποστηριχθεί. Γιατί ο Λοκ, έχοντας συνείδηση των άλυτων προβλημάτων της φιλοσοφίας του Μπέικον και του Τόμας Χομπς. ασχολήθηκε με το ακόλουθο ερώτημα: πώς είναι ικανό το μυαλό να γενικεύει, πώς είναι αυτό ικανό να βλέπει όχι απλά την επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά την ουσία –μια ουσία που δεν είναι ανοιχτή άμεσα στις αισθήσεις; (Στην πραγματικότητα όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι έχουν καταπιαστεί μ’ αυτό το πρόβλημα που είναι τόσο παλιό όσο και η ίδια η φιλοσοφία).
Ο Λοκ απαντούσε με τα παρακάτω λόγια: το μυαλό είναι προικισμένο με την δύναμη της αντανάκλασης. Είναι ικανό να εκτιμάει τα αισθήματά του, να τα καταγράφει και να τα ταξινομεί.
Παραχωρώντας μια θέση στην αντανάκλαση, ο Λοκ έκανε στην πραγματικότητα μια μισο-παραχώρηση στους αντιπάλους του, στους ορθολογιστές και ιδιαίτερα στον Ντεκάρτ. (Ο ορθολογισμός είναι μια τάση στη φιλοσοφία που θεωρεί το προτσές της σκέψης σαν δραστηριότητα του λογικού. Χάρη στις ιδιαίτερες ιδιότητές του, το λογικό είναι ικανό να εμβαθύνει στην ουσία των πραγμάτων, παρά το γεγονός ότι οι αισθήσεις δίνουν συχνά μια υποκειμενική, μονόπλευρη, όψη των πραγμάτων). Ο Λοκ δεχόταν σιωπηρά ότι το μυαλό του ατόμου καθοδηγείται από ιδέες που δεν είναι δυνατόν να εξηγηθούν στη βάση της προσωπικής ατομικής εμπειρίας.
Είναι δυνατόν, βέβαια, να δούμε σ’ αυτές τις αντιφάσεις της φιλοσοφίας του Λοκ μια σειρά από αδυναμίες, μια αδικαιολόγητη παραχώρηση στον ιδεαλισμό, μια παραχώρηση που άνοιγε το δρόμο στον επίσκοπο Μπέρκλεϊ και τον Ντέιβιντ Χιουμ. Έτσι αντιλαμβάνεται το ζήτημα ο Νόβακ (απηχώντας εδώ απλά το σταλινισμό). Αλλά το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το παρακάτω: ποιά είταν η φύση και το πραγματικό περιεχόμενο των «ασυνεπειών» που υπάρχουν στον Λοκ; Αυτά που πάνω απ’ όλα αποκαλύπτονται είναι οι πραγματικές, οι άλυτες, αντιφάσεις του προ-μαρξιστικού υλισμού.
Το γεγονός ότι ο Λοκ είχε μια ωχρή εικόνα αυτών των αντιφάσεων, δηλαδή το γεγονός ότι από τη σκοπιά του εμπειρισμού είταν αδύνατον να εξηγηθεί η φύση της ανθρώπινης συνείδησης και οι πραγματικοί νόμοι της ανάπτυξής της, είταν μια συμβολή της θεωρητικής οξύνοιας του Λοκ, ακόμα κι αν δεν είταν ικανός να δόσει μια ικανοποιητική απάντηση στο πρόβλημα. (Μία τέτοια λύση δεν μπορούσε να έρθει παρά σε ένα κατοπινό στάδιο στην ανάπτυξη των φυσικών και κοινωνικών επιστημών, με τη μορφή του διαλεκτικού υλισμού).
Εδώ η αναλογία ανάμεσα στην περίπτωση του Τζον Λοκ και εκείνη του Ντέιβιντ Ρικάρντο είναι διδαχτική. Ο Μαρξ απότισε τον πιο μεγάλο φόρο τιμής στην κύρια μορφή της κλασικής πολιτικής οικονομίας, τον Ρικάρντο, ακριβώς γιατί είχε φέρει στην επιφάνεια ορισμένες βασικές αντιφάσεις της αστικής οικονομίας.
Εδώ, με τη μορφή θεωρητικών αφαιρέσεων μιας ιδιαίτερης επιστήμης (της πολιτικής οικονομίας) αντανακλούνταν οι πραγματικές αντιφάσεις της κοινωνίας. Και ο Μαρξ μαστίγωσε εκείνους τους μαθητές του Ρικάρντο (όπως και τους δηλωμένους αντιπάλους του) που έβλεπαν σ’ αυτές τις αντιφάσεις του θεωρητικού συστήματος του Ρικάρντο τις αδυναμίες του. Γιατί προσπάθησαν να εξαλείψουν αυτές τις αντιφάσεις με έναν καθαρά τυπικό τρόπο, απλά με τον επαναπροσδιορισμό των όρων (ο Τζέιμς Μιλ διατηρεί εδώ την πρωτοπορία) ή, ακόμα χειρότερα, παραδεχόμενοι σιωπηρά ότι δεν υπήρχαν πραγματικές αντιφάσεις στην αστική οικονομία κι ότι επομένως ολόκληρη η ρικαρντιανή πολιτική οικονομία είταν επικίνδυνη και λαθεμένη (η χυδαία και απολογητική σχολή της πολιτικής οικονομίας).
Φυσικά, είταν επίσης δυνατόν να προσεγγίσει κανείς τις ασυνέπειες του Λοκ από μια παρόμοια σκοπιά. Ο Μπέρκλεϊ είδε τις άλυτες αντιφάσεις στον υλισμό του Λοκ και πρότεινε το παραμέρισμά τους. Υποστήριξε ότι η γνώση βασιζόταν αποκλειστικά και μόνο στο αίσθημα και ότι η αντανάκλαση δεν έχει να παίξει κανένα ρόλο. Κατάληξε στην άποψη ότι «το να υπάρχεις σημαίνει το να γίνεσαι αντιληπτός». Ο κόσμος είναι απλά η αντίληψή μου γι’ αυτόν, με την «επιφύλαξη» (για να σώσει τον εαυτό του, όπως σημειώνει ο Λένιν, από την κατηγορία του σολιψισμού) ότι όλες οι αντιλήψεις και οι αισθήσεις είναι από το θεό.
Ο Χιουμ έκανε απλά ένα βήμα παραπέρα: ο θεός μιας και δεν δινόταν στις αισθήσεις είταν όπως ο υλικός κόσμος, αγνώσιμος. Έτσι κατέληξε σ’ ένα ανοιχτό αγνωστικισμό.
Απ’ αυτή την άποψη ούτε ο Χιουμ ούτε ο Μπέρκλεϊ μπορούν να καταταχθούν στους αληθινά μεγάλους φιλοσόφους. Γιατί έκαναν ένα βήμα προς τα πίσω από τον Λοκ –όχι με την έννοια ότι βοήθησαν τον ιδεαλισμό– αλλά με την έννοια ότι εξάλειψαν το αντικειμενικό στοιχείο στη γνώση.
Με τον Χιουμ –του οποίου η φιλοσοφία στην πραγματικότητα συνδύαζε την πρόταση, βλέπω σημαίνει γνωρίζω, με τον ισχυρισμό ότι τα πράγματα δεν μπορούν ποτέ να γνωστούν στην ουσία τους, στις αλληλοσυνδέσεις τους– η φιλοσοφική σκέψη οδηγήθηκε σε μια κρίση. Γιατί ο Χιουμ είχε εγκαθιδρύσει (αυτή είναι η υπηρεσία που πρόσφερε στην φιλοσοφία) ότι η απλή κανονικότητα στην εμφάνιση των πραγμάτων δεν μπορεί ποτέ να είναι ένας οδηγός στην αναγκαιότητά τους.
Αλλά αν ο εμπειρισμός είταν σωστός –αν ο κόσμος μπορούσε να γνωστεί από τον άνθρωπο μόνο μέσα από την εμπειρία– τότε η επιστήμη και πραγματικά κάθε λογική ανθρώπινη σκέψη θα είταν αδύνατη. Το μόνο που έμενε είταν μια ατομική ψυχολογική διάθεση ότι ορισμένα πράγματα είταν πιθανόν να συμβούν επειδή έτσι είχαν συμβεί και στο παρελθόν. Εδώ, συμπερασματικά, υπάρχει η αποκήρυξη της πραγματικής σκέψης, όπως υποστήριξε ο Καντ.
Ας τονίσουμε για μια ακόμα φορά, ότι ο εμπειρισμός αφήνει αναπάντητο ένα απόλυτα κρίσιμο ερώτημα, ένα ερώτημα για το οποίο η σκέψη, αν μπορεί να είναι λογική, χρειάζεται μια απάντηση: αν η γνώση βασίζεται στο αίσθημα, ποια είναι η πηγή του αισθήματος: ο θεός; Η Φύση; Τα μυστήρια πνεύματα; Όπως απόδειξε ο Έγκελς στο θαυμάσιο άρθρο του «Η Φυσική Επιστήμη για τον κόσμο των Πνευμάτων» (περιέχεται στη Διαλεχτική της Φύσης) ακόμα και εξέχοντες επιστήμονες του 19ου αιώνα, μπορούσαν, λόγω του εμπειρισμού που αποδέχονταν στα ζητήματα της θεωρίας της γνώσης, να εξαπατηθούν εύκολα από σκέτους τσαρλατάνους, ακριβώς όπως αρκετοί σύγχρονοι επιστήμονες έχουν προφανώς εξαπατηθεί από εκείνους που ισχυρίζονται ότι κατέχουν μαγικές δυνάμεις για να λιώνουν τα μέταλλα, κλπ, από μακριά.
Οι κοσμοθεωρίες δεν γεννήθηκαν αυθόρμητα. Η «κοινή λογική» με την οποία η πλατιά πλειοψηφία των ανθρώπων ενεργεί στην καθημερινή της ζωή είναι στην πραγματικότητα ένας σωρός από άσχετα μεταξύ τους στοιχεία, συνδεδεμένα με τον πιο αυθαίρετο τρόπο.
Στην Αγγλία, ο περισσότερος κόσμος, στη βάση της κοινής λογικής, συμπεραίνει ότι επειδή δέχεται τα αισθήματα θα πρέπει να υπάρχει ένας υλικός κόσμος που να συντηρεί αυτά τα αισθήματα. Αλλά αυτό δεν είναι φιλοσοφικός υλισμός. Είναι η ίδια θέση με κείνη που υιοθέτησε ο Δρ. Τζόνσον, που σκεπτόταν ότι είχε ανασκευάσει τον υποκειμενικό ιδεαλισμό του επίσκοπου Μπέρκλεϊ απλά με το να τον πετάξει στην άκρη.
Όμως αυτό απέχει πολύ από το ζήτημα. Δεν υποθέτουμε ότι υπάρχει ένας εξωτερικός κόσμος επειδή δεχόμαστε αισθήματα. Ο υλισμός συνειδητά, σκόπιμα, με επίγνωση, ξεκινάει από την πρόταση ότι ο υλικός κόσμος υπάρχει ανεξάρτητα από το αίσθημα και δίνεται στον άνθρωπο με το αίσθημα. Κι αυτή η πρόταση βασίζεται σ’ ολόκληρη την ιστορία της ανθρώπινης εμπειρίας σ’ όλα τα ποικίλα της πεδία, και καθόλου πάνω στη βάση της καθαρά ατομικής εμπειρίας.
Δεν μπορεί να υπάρξει μια καθαρά αυθόρμητη κίνηση προς τον διαλεχτικό υλισμό. Η φιλοσοφία είναι η επιστήμη της σκέψης. Πρέπει να την μελετάμε, να την δουλεύουμε. Πρέπει να ειδωθεί σαν τον απαραίτητο οδηγό στην πράξη και πάνω απ’ όλα στην πράξη του επαναστατικού κόμματος –στη Βρετανία, του Εργατικού Επαναστατικού Κόμματος. Και φυσικά, όχι κάθε φιλοσοφία, αλλά τη φιλοσοφία του Μαρξισμού, το διαλεχτικό υλισμό, αυτή τη φιλοσοφία του για τον Μαρξ και τον Έγκελς και όλους τους κύριους συνεχιστές τους (πάνω απ’ όλα τον Λένιν και τον Τρότσκι) είταν η άρνηση όλων εκείνων που είταν πολύτιμα στη σκέψη του παρελθόντος.
Στην τρίτη διάλεξη θα εξετάσουμε την συμβολή της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας στο σχηματισμό της υλιστικής διαλεχτικής.
3. ΜΑΡΞ ΚΑΙ ΧΕΓΚΕΛ
Λαμβάνοντας υπόψη το γενικό θέμα αυτών των διαλέξεων –την ιστορική ανάπτυξη της φιλοσοφίας στη Βρετανία– θα πρέπει να μην ξεχάσουμε ένα κρίσιμο ζήτημα. Κι αυτό είναι το εξής: ο Μαρξισμός δεν γεννήθηκε χτες, ούτε είταν απλά το προϊόν του 19ου αιώνα. Αντίθετα, βασίζεται σταθερά πάνω στην ανάπτυξη της ανθρώπινης σκέψης –και φυσικά της πράξης– παρμένες σαν σύνολο.
Θα είταν ένα μεγάλο λάθος αν ο Μαρξισμός αποχωριζόταν με έναν απόλυτο τρόπο από την σκέψη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένας από τους στόχους του ρεβιζιονισμού, από την περίοδο του Μπερνστάιν και μετά, είταν να κάνει ακριβώς αυτό το πράγμα: να παρουσιάσει τον Μαρξισμό σαν μια θεωρία που δεν έχει καμιά πραγματική σχέση με τα καλύτερα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής σκέψης, να τον περιγράψει σαν μια αποξενωμένη θεωρία, αποκομμένη από τα επιτεύγματα του Διαφωτισμού όπως και από την ανάπτυξη της εργατικής τάξης.
Σύμφωνα μ’ αυτήν την άποψη, ο Μαρξισμός δημιουργήθηκε κάτω από καθορισμένες και περιορισμένες συνθήκες, που από καιρό τώρα έπαψαν να έχουν οποιαδήποτε αξία. Και από τον Μπερνστάιν και μετά, ο κύριος στόχος της επίθεσης τους, από αυτή την άποψη, υπήρξε ο Χέγκελ. Ο Μαρξισμός είχε τάχα διαφθαρεί από τον Χεγκελιανισμό κι αν είταν να επιστρέψει στα λεγόμενα «συγκεκριμένα ζητήματα» θα έπρεπε να ξεκόψει από την ατυχή του σχέση με την φιλοσοφία του Χέγκελ και να «επιστρέψει στον Καντ».
Αυτή η προσπάθεια να χωρίσουν τον Μαρξισμό από τις θεωρητικές του ρίζες, είναι, ουσιαστικά, μια απόπειρα να σπάσουν τη σχέση ανάμεσα στον Μαρξισμό και την εργατική τάξη. Ο Επαναστατικός Μαρξισμός –που σήμερα αντιπροσωπεύεται μόνο από τη Διεθνή Επιτροπή της Τέταρτης Διεθνούς– επέμενε πάντοτε ότι μόνο στη βάση μιας επιστημονικής κοσμοθεωρίας μπορεί η εργατική τάξη να απελευθερωθεί από την καταπίεση και να εγκαθιδρύσει το σοσιαλισμό.
Και παραπέρα, στο βαθμό που η συνείδηση περιορίζεται στα άμεσα, καθημερινά ζητήματα (και αυτό είναι που οι ρεβιζιονιστές αποκαλούν, παραπλανητικά, «συγκεκριμένα ζητήματα») τότε θα πρέπει αναγκαστικά να κυριαρχείται από την αστική ιδεολογία.
Η συνδικαλιστική συνείδηση, όσο μαχητική κι αν είναι στη μορφή της, είναι αστική συνείδηση. Ο Μαρξισμός, που με κανέναν τρόπο δεν αναπτύσσεται αυθόρμητα, είναι μια επιστήμη. Έχει στο κέντρο του την οικοδόμηση ενός Κόμματος που βασίζεται συνειδητά, σκόπιμα, σ’ αυτή την επιστήμη.
Το ζήτημα των θεωρητικών πηγών και της καταγωγής του Μαρξισμού μπορεί να φαίνεται ότι είναι ένα ζήτημα υψηλής αφαίρεσης, ιστορικού μόνο ενδιαφέροντος, αλλά στην πραγματικότητα έχει μεγάλη και επίκαιρη αξία. Αν κάποιος υποστηρίζει –όπως το κάνουν οι ρεβιζιονιστικές ομάδες σαν το «κρατικο-καπιταλιστικό» Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα– ότι ο Μαρξισμός αναδύεται από την καθημερινή πάλη της εργατικής τάξης, τότε αυτός απορρίπτει τον Μαρξισμό στα πιο θεμελιακά του επίπεδα.
Είναι αναγκαίο να αποδείξουμε ότι ο Μαρξισμός δεν γεννήθηκε, μ’ έναν άμεσο τρόπο, από την ταξική πάλη στα μέσα του περασμένου αιώνα, αλλά προέρχεται από μια ολοκληρωμένη κριτική των κατακτήσεων της αστικής σκέψης στο υψηλότερό τους επίπεδο.
Μόνο στη βάση μιας τέτοιας κριτικής –της κλασικής πολιτικής οικονομίας, της γαλλικής σοσιαλιστικής θεωρίας και πάνω απ’ όλα, της γερμανικής κλασικής ιδεαλιστικής φιλοσοφίας– μπόρεσε να συλληφθεί η αληθινή φύση και η σημασία της εμφάνισης της εργατικής τάξης.
Ο Μαρξισμός, είταν, φυσικά, το προϊόν των μεγάλων και θεμελιακών αλλαγών που έγιναν στην οικονομία του 19ου αιώνα –αλλαγές που εδραίωσαν το βιομηχανικό καπιταλισμό σε αποφασιστικά τμήματα της Ευρώπης και μαζί μ’ αυτόν την εργατική τάξη.
Στο έργο του: Η Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία (1844), ο Έγκελς ανέλυσε την φύση της νεοεμφανιζόμενης τάξης και απόδειξε ότι δεν είταν απλά μια εκμεταλλευόμενη τάξη –όπως πολλοί φιλελεύθεροι και σοσιαλιστές στοχαστές πριν από τον Μαρξ και τον Έγκελς είχαν ήδη αναγνωρίσει– αλλά ότι η εργατική τάξη, εξαιτίας της ιστορικής της σχέσης με τον καπιταλισμό, είταν μια επαναστατική τάξη.
Χωρίς αυτές τις μεταμορφώσεις στην οικονομία και, έτσι, στις ταξικές σχέσεις, ο Μαρξισμός θα είταν αδύνατον να υπάρξει σαν μια επιστημονική κοσμοθεωρία. Αλλά από θεωρητική σκοπιά, ο Μαρξισμός είταν εξίσου το προϊόν των θεμελιακών αλλαγών, που αυτές οι οικονομικές αλλαγές, επέφεραν στην ιδεολογία.
Στο Αντι-Ντίριγκ ο Έγκελς τονίζει ότι όπως ακριβώς ο σοσιαλισμός σαν οικονομικό σύστημα είναι υποχρεωμένος να βασίζεται στις καταχτήσεις της καπιταλιστικής οικονομίας, έτσι, και από την άποψη της ιδεολογίας, η σοσιαλιστική θεωρία είταν υποχρεωμένη, αναγκασμένη να ξεκινήσει το έργο της από τα υψηλότερα επιτεύγματα της αστικής σκέψης. Δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει με άλλον τρόπο. Ο Μαρξισμός είταν υποχρεωμένος να μεγαλώσει πάνω στο έδαφος που του προετοίμασαν όλες οι προηγούμενες εξελίξεις.
Μελετώντας τις διανοητικές πηγές του Μαρξισμού ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια πραγματική και άμεση αντίφαση. Γιατί ένα από τα κλειδιά των θεωρητικών πηγών του Μαρξισμού είταν η κλασική γερμανική φιλοσοφία που, με μια τυπική έννοια, βρίσκεται πολύ μακριά από το Μαρξισμό. Γιατί υπήρξε μια σχολή, που αναπτύχθηκε από τον Καντ και μετά, και αποκορυφώθηκε με το έργο του Χέγκελ, και η οποία είταν βασισμένη στην αρχή του ιδεαλισμού.
Όπως εξηγεί ο Έγκελς (δες το έργο του Λουδοβίκος Φόιερμπαχ) στην ιστορία της φιλοσοφίας υπήρξαν δύο θεμελιώδεις σχολές –η σχολή του ιδεαλισμού και η σχολή του υλισμού. Οι δύο αυτές σχολές υποστήριζαν αντιτιθέμενες απόψεις στο πιο κύριο ζήτημα της φιλοσοφίας –τη σχέση ανάμεσα στη συνείδηση και το Είναι.
Η βασική θέση του ιδεαλισμού είναι ότι ο κόσμος είναι ένα προϊόν του μυαλού, είτε του μυαλού του ατόμου είτε ενός υπερατομικού μυαλού. Ο υλισμός, αντίθετος μ’ αυτήν την άποψη, υποστηρίζει ότι η ύλη, το Είναι, είναι πρωταρχικό από το μυαλό.
Αν και σ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας έχουν γίνει προσπάθειες να συμβιβάσουν αυτές τις δύο θέσεις, οι προσπάθειες αυτές έχουν αποδειχθεί άκαρπες. Όλοι εκείνοι που επιχείρησαν να βρουν μια «χρυσή τομή» ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τον υλισμό συνήθως κατάληγαν στο στρατόπεδο του ιδεαλισμού.
Αλλά, λέγοντάς το αυτό, που με κανέναν τρόπο δεν αμφισβητεί τη σημασία αυτών που λέει ο Έγκελς, είναι σημαντικό να προσεγγίζουμε αυτά τα ζητήματα της ιστορίας της φιλοσοφίας με κάποια προσοχή. Γιατί ο Έγκελς δεν σκόπευε να αποδείξει ότι οι δύο αυτές φιλοσοφικές απόψεις –ο ιδεαλισμός και ο υλισμός– υπήρξαν στο παρελθόν εντελώς χωρισμένες η μια από την άλλη, ότι κινιόντουσαν, λόγου χάρη, σε δύο παράλληλους δρόμους. Αυτό θα είταν μια διαστρέβλωση της ιστορίας της ανθρώπινης σκέψης, γιατί ο υλισμός και ο ιδεαλισμός, ενώ λογικά και αντικειμενικά είναι αντίθετα, στην πράξη πάντοτε αλληλο-συμπλέκονται το ένα με το άλλο.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι ολόκληρη η ανθρώπινη σκέψη, είτε υλιστική είτε ιδεαλιστική, αντανακλά την ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Οι καταχτήσεις του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη το ίδιο καλά όσο και κείνες που ανήκουν στην υλιστική τάση της ανθρώπινης σκέψης (Μπέικον, Σπινόζα, Φόιερμπαχ, Μαρξ, κλπ) είναι, σε τελευταία ανάλυση, μια αντανάκλαση της σχέσης του ανθρώπου με τη Φύση όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής.
Ο ιδεαλισμός με κανέναν τρόπο δεν είναι απλά ένας λαθεμένος τρόπος θεώρησης του κόσμου, είναι, φυσικά, αναμφισβήτητα αληθινό ότι ο κόσμος υπήρχε πριν από το μυαλό, ότι η συνείδηση είναι ένα προϊόν του Είναι. Η επιστήμη στην ιστορική της ανάπτυξη έχει αποδείξει ότι αυτό είναι γεγονός. Αλλά αυτή η δήλωση με κανέναν τρόπο δεν καταργεί τον ιδεαλισμό.
Το ζήτημα παραμένει ακόμα σ’ ότι αφορά το γιατί ο ιδεαλισμός κυριάρχησε στην ανθρώπινη σκέψη και συνεχίζει να κυριαρχεί και σήμερα. Η επιμονή του ιδεαλισμού –το γεγονός ότι τα ανθρώπινα όντα φαντάζονται ότι οι ιδέες τους είναι χωρισμένες από τον υλικό και κοινωνικό κόσμο, ότι η θεωρητική δραστηριότητα κατοικεί σ’ ένα βασίλειο εντελώς χωρισμένο από την ανθρώπινη πράξη– αυτή η αντίληψη είναι η ίδια ένα προϊόν μιας κατάστασης όπου, χάρη σ’ έναν ιδιαίτερο καταμερισμό της εργασίας στην κοινωνία, χωρίστηκε η διανοητική από την χειρωναχτική εργασία.
Όπως εξηγεί ο Έγκελς (δες το ρόλο της εργασίας στη μετάβαση από τον πίθηκο στον άνθρωπο), όταν η πρωτόγονη κοινωνία διαλύθηκε, όταν εμφανίστηκε μέσα στην κοινωνία ο χωρισμός ανάμεσα σε εκμεταλλευόμενους και εκμεταλλευτές, και ο εκμεταλλευτής έγινε ο κύριος της κοινωνίας, τότε δημιουργήθηκε η σύγχυση ότι είταν το μυαλό που αποτελούσε την πρώτη δύναμη στην Κοινωνία.
Η πρόοδος αποδόθηκε στην ευφυΐα και την ευστροφία του πνεύματος και όχι στην πραγματική και συνεχώς αναπτυσσόμενη κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη Φύση. Η χειρονακτική εργασία υποβιβάστηκε προς όφελος της διανοητικής εργασίας και εδώ δημιουργήθηκε η υλική και κοινωνική βάση για όλες τις φαντασιώσεις του ιδεαλισμού.
Έτσι, για να τονίσουμε το σημείο γι’ άλλη μια φορά: οι ιδεαλιστικές αυταπάτες δεν είναι απλά αυταπάτες –είναι αυταπάτες, που αναγκαία αναδύονται από την ανάπτυξη της ταξικής κοινωνίας. Δεν μπορεί να υπάρξει κανένα ξεπέρασμα του ιδεαλισμού μέσα από το κίνημα της εργατικής τάξης, ούτε μέσα από το επαναστατικό κόμμα, απλά διαμέσου της αντιπαράθεσης σωστών προπαγανδιστικών επιχειρημάτων ενάντια στον ιδεαλισμό. Ο ιδεαλισμός έχει βαθιές ρίζες στην ιστορία, βασίζεται σε καθορισμένες υλικές και κοινωνικές δυνάμεις, και μόνο αν συλλάβουμε, αν κατανοήσουμε αυτές τις ρίζες μπορούμε πραγματικά να παλέψουμε τον ιδεαλισμό.
Σκόπιμα δόσαμε έμφαση σ’ αυτό το σημείο γιατί πρέπει να είμαστε καθαροί (όπως το δείξαμε στις δύο προηγούμενες διαλέξεις) στο ότι ο Μαρξισμός δεν είταν με καμιά έννοια ένα προϊόν της υλιστικής μόνο τάσης στη φιλοσοφία, αλλά προϊόν ολόκληρης της ανθρώπινης σκέψης.
Ο υλισμός στην Αγγλία πριν από τον Μαρξ περιορίστηκε από τον εμπειρισμό. Ο εμπειρισμός αυτός κατάληξε σ’ ένα αδιέξοδο με την μορφή του σκεπτικισμού του Χιουμ. Ο εμπειρισμός στάθηκε ανίκανος να εξηγήσει την ανάπτυξη της ανθρώπινης σκέψης. Η σκοπιά του είταν αυτή του ατόμου ή πιο σωστά του ατόμου στην καπιταλιστική κοινωνία.
Ο εμπειρισμός ασχολήθηκε πολύ με το προτσές μέσω του οποίου τα εξωτερικά ερεθίσματα αντανακλούνταν στην συνείδηση του ατόμου. Έτσι εξηγείται η ισχυρή τάση του αγγλικού εμπειρισμού στην ψυχολογία, όπως φαίνεται στα έργα του Λοκ και του Χιουμ. Αυτό που «διάφυγε» από τον εμπειρισμό είταν η ιστορική φύση και το περιεχόμενο ολόκληρης της ανθρώπινης σκέψης Όπως η κοινωνία δεν είναι το άθροισμα των δραστηριοτήτων κάθε ατόμου έτσι και η σκέψη δεν είναι το άθροισμα αυτών που κάθε άτομο σκέπτεται. Η κοινωνία πρέπει να ειδωθεί σαν μια αντιφατική ολότητα θεμελιωμένη πάνω στη βάση ενός καθορισμένου και ιστορικά σχηματισμένου συνόλου κοινωνικών σχέσεων παραγωγής.
Ο εμπειρισμός έθετε το πρόβλημα της φύσης της συνείδησης σαν να υπήρχε ένας κόσμος από τη μια μεριά και μια σειρά ατόμων από την άλλη. Πάνω σε αυτή τη βάση, ο Χιουμ κατάληξε στο εξής συμπέρασμα: Αν το μυαλό δέχεται απλά μια σειρά από ερεθίσματα, το ένα μετά το άλλο, τότε η γνώση του γενικού δεν μπορεί ποτέ να αποκτηθεί. Και στην βάση των προϋποθέσεων του εμπειρισμού αυτό είταν βέβαια το ζήτημα. Η μια εμπειρία απλά ακολουθούσε την άλλη και η νόμιμη αλληλο-σύνδεση αυτών των εμπειριών δεν μπορούσε ποτέ να εγκαθιδρυθεί.
Εδώ βρισκόταν η αποκήρυξη της πραγματικής σκέψης. Το μυαλό δεν μπορούσε ποτέ να συλλάβει την αλληλο-σύνδεση και την ανάπτυξη του κοινωνικού και υλικού κόσμου: αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα που έχει γίνει περισσότερο από ποτέ έντονο στην αστική σκέψη του 20ού αιώνα. Αυτό είναι η βάση για μια φιλοσοφία αβεβαιότητας και απελπισίας.
Στη βάση που υιοθέτησε ο εμπειρισμός τίποτε δεν μπορεί να γνωστεί με βεβαιότητα: αυτό, φυσικά, δεν αποδείχνει το αδύνατο κάποιας γνώσης, αλλά απλά ότι ο εμπειρισμός δεν μπορεί να δόσει τη βάση για μια τέτοια γνώση.
Η πραγματική επίθεση ενάντια στον εμπειρισμό, οι προσπάθειες να εγκαθιδρυθούν οι περιορισμοί του και η πάλη για να ξεπεραστούν, ήλθε από την κλασική γερμανική φιλοσοφία, μ’ εκείνη την παράδοση που εκτείνεται από τον Καντ μέχρι τον Χέγκελ.
Στην Αναγέννηση υπήρχαν δύο τάσεις στη φιλοσοφική σκέψη: του εμπειρισμού και του ορθολογισμού. Ο ορθολογισμός γενικά υποστήριζε ότι η πραγματική πηγή της γνώσης βρίσκεται στο ανθρώπινο μυαλό, ότι το ανθρώπινο μυαλό μπορούσε ορθολογικά να κατανοήσει τον κόσμο.
Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι και οι δύο αυτές τάσεις είταν το προϊόν της διάλυσης της φεουδαρχικής Ευρώπης και ότι και οι δύο είταν εξίσου προοδευτικές από ιστορική άποψη. Οι εμπειριστές έλεγαν ότι ο κόσμος μπορούσε να συλληφθεί μέσα από το πείραμα και τη βιομηχανία. Οι ορθολογιστές υποστήριζαν ότι η φύση της κοινωνίας δεν φτιάχτηκε από τον θεό, αλλά μπορούσε να εκτεθεί στην λογική ανθρώπινη έρευνα που θα έβρισκε την αναγκαία ανθρώπινη λογική κοινωνία, και τότε η κοινωνία θα μπορούσε να αλλάξει. Ο ορθολογισμός, όπως και ο εμπειρισμός, αποτελούσαν μια προοδευτική εξέλιξη σε σύγκριση με τον σχολαστικισμό του Μεσαίωνα.
Από την τελευταία αυτή παράδοση –του γαλλικού ορθολογισμού– είταν που αναδύθηκε η κλασική γερμανική φιλοσοφία. Ο Χέγκελ. γράφοντας στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, εγκαθίδρυσε το υψηλό σημείο της ορθολογικής αυτής παράδοσης με την πίστη της στη δύναμη του ανθρώπινου λογικού να συλλαμβάνει και να αλλάζει τη φύση της πραγματικότητας.
Εδώ τώρα είμαστε πάλι αντιμέτωποι με μια αντίφαση γιατί η Γερμανία της εποχής του Χέγκελ είταν, από οικονομική και κοινωνική άποψη, η πιο καθυστερημένη από τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες.
Ξέρουμε ότι τον 18ο αιώνα, η Γαλλία είχε την εμπειρία μιας κλασικής επανάστασης που μεταμόρφωσε την Ευρώπη. Η Αγγλία, ήδη στον 17ο αιώνα, είχε γνωρίσει την δική της αστική επανάσταση, και ζούσε στην εποχή του Χέγκελ, την εμπειρία της βιομηχανικής επανάστασης. Η τελευταία αυτή επανάσταση επέφερε τις πιο βαθιές αλλαγές όχι μόνο στην βιομηχανία και την οργάνωσή της αλλά και στην κοινωνία σαν Όλο. Είταν μια βαθιά κοινωνική επανάσταση και όχι απλά, με την στενή αντίληψη, μια «βιομηχανική» επανάσταση.
Σε σύγκριση με την Γαλλία και την Αγγλία, η Γερμανία είταν μια χώρα στασιμότητας, μια χώρα που δεν είχε ακόμα σταθεί ικανή να σπάσει τα δεσμά της φεουδαρχίας, μια χώρα ακόμα διαιρεμένη σε δωδεκάδες μικρά πριγκιπάτα, και όχι ακόμα ενιαία όπως ένα σύγχρονο καπιταλιστικό έθνος μ’ ένα συγκεντρωτικό κράτος.
Ο Μαρξ τόνιζε ότι ενώ η Γαλλία και η Αγγλία γνώρισαν εξίσου μεγάλες επαναστάσεις ενός πραχτικού χαραχτήρα, η γερμανική μπουρζουαζία είχε περιοριστεί σε μια επανάσταση στη σφαίρα της σκέψης, σε μια φιλοσοφική επανάσταση. Αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι η επανάσταση στην Γερμανία είταν μικρότερης σημασίας: ιστορικά αποδείχτηκε ότι είταν το ίδιο αποφασιστική όπως και κείνες της Αγγλίας και Γαλλίας.
Ο Χέγκελ, βέβαια, είταν ένας φανατικός υποστηριχτής της Γαλλικής Επανάστασης, τουλάχιστον στις πρώτες της φάσεις. Είδε σ’ αυτήν τον θρίαμβο της δύναμης της ανθρώπινης λογικής, της αρχής ότι ο άνθρωπος μπορούσε λογικά να αλλάξει τον κόσμο σύμφωνα με τις ανάγκες του. Ο Χέγκελ είταν, ταυτόχρονα, εξοικειωμένος με τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές που συνέβαιναν στην Αγγλία και είχε μελετήσει προσεχτικά την πολιτική οικονομία του Άνταμ Σμιθ και άλλων.
Η καθυστερημένη Γερμανία, είταν παράδοξα, ικανή να κάνει ένα μεγάλο άλμα στην ανθρώπινη σκέψη γιατί στην πραγματικότητα βασιζόταν στις εξελίξεις που λάβαιναν χώρα σ’ ολόκληρη την Ευρώπη (όπως στην καθυστερημένη Ρωσία, το σκηνικό της πρώτης προλεταριακής επανάστασης δημιούργησε ένα αντίστοιχο ανάλογο).
Αν και η φιλοσοφία του Χέγκελ, εκτιμούμενη επιπόλαια μπορεί να φαίνεται ότι βασίζεται στον άκρατο μυστικισμό (και υπάρχουν, φυσικά, στοιχεία μυστικισμού σ’ αυτήν) αυτή η εκτίμηση μας απομακρύνει από την κατανόηση της αληθινής ιστορικής σημασίας της.
Ο Χέγκελ πίστευε ότι η πραγματικότητα είταν το ξεδίπλωμα, η αυτο-ανάπτυξη, της Απόλυτης Ιδέας (θεός). Αλλά αυτό με κανέναν τρόπο δεν εξαντλεί την ουσία της φιλοσοφίας του. Γιατί ο Χέγκελ αποκορύφωσε εκείνη την παράδοση της γερμανικής φιλοσοφίας που υποστήριζε ότι το ανθρώπινο μυαλό κάθε άλλο παρά είταν ένα λευκό χαρτί, η τάμπουλα ράζα του αγγλικού εμπειρισμού. Είναι προς τιμήν της γερμανικής φιλοσοφίας, που, έστω και μέσα από ένα ιδεαλιστικό κάλυμμα, τόνιζε τον ενεργητικό ρόλο του ανθρώπινου μυαλού στην ανάπτυξη της σκέψης.
Ο Καντ είναι ο πραγματικός ιδρυτής του σύγχρονου γερμανικού ιδεαλισμού. Ο Καντ συμπέρανε ότι αν ο Χιουμ είχε δίκιο τότε θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί κάθε προσπάθεια στην επιστήμη. Γιατί ο Χιουμ είχε αρνηθεί τη δυνατότητα της γνώσης της αιτιότητας, και χωρίς μια τέτοια γνώση δεν θα μπορούσε καταρχήν να υπάρξει καμιά επιστήμη. Ο Καντ, που ο ίδιος έκανε σημαντικές συνεισφορές στην επιστήμη, ιδιαίτερα στις θεωρίες γύρω από το ηλιακό σύστημα, είταν αδύνατο να αποδεχθεί τα συμπεράσματα του Χιουμ.
Ο Καντ «έσωσε» την επιστήμη, ενώ την ίδια στιγμή διατήρησε τις αξιώσεις της θρησκείας στις παρακάτω γραμμές: το ανθρώπινο μυαλό, υποστήριζε ο Καντ. είταν φτιαγμένο κατά τέτοιο τρόπο που πάντοτε και αναγκαστικά μπορούσε να συλλαμβάνει τα γεγονότα σε λογική μορφή. Το μυαλό δεν είταν μια τάμπουλα ράζα αλλά ένα πλέγμα που, ας το πούμε έτσι, φιλτράριζε τις εμφανίσεις του κόσμου και τις καθιστούσε λογικές.
Το μυαλό δεν μπορούσε ποτέ να γνωρίσει τον κόσμο όπως αυτός υπήρχε: αυτό είταν το περίφημο «πράγμα καθεαυτό» που για τον Καντ είταν πάντοτε ασύλληπτο. Εδώ βρισκόταν η παραχώρηση στη θρησκεία: μόνο την εμφάνιση του κόσμου μπορούμε να συλλάβουμε, αλλά ευτυχώς (χάρη στο θεό) πάντοτε λογικά.
Ένας τέτοιος συμβιβασμός των αξιώσεων της επιστήμης και της θρησκείας που η φιλοσοφία του Καντ επιχείρησε να πραγματοποιήσει έμελλε να ναυαγήσει. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, η φιλοσοφία του είταν ένα βήμα μπροστά από το αδιέξοδο που είχε οδηγήσει ο αγγλικός εμπειρισμός την ανθρώπινη σκέψη. Γιατί ο Καντ επέμενε ότι η ανθρώπινη σκέψη δεν είταν απλά η επεξεργασία των στοιχείων που δίνουν οι αισθήσεις, όπως είχαν υποστηρίξει οι εμπειριστές.
Η ανθρώπινη σκέψη πάντοτε χώριζε τη σκέψη σε κατηγορίες και είταν το ρόλο των κατηγοριών στην ανάπτυξη της λογικής σκέψης, που ο Καντ τόνιζε ιδιαίτερα: γιατί είταν μόνο μέσα από τέτοιες κατηγορίες –ουσία, ποσότητα, μέτρο, αιτιότητα, κλπ.– που η ανθρώπινη σκέψη γινόταν δυνατή.
Το «λάθος» του Καντ βρισκόταν στο ότι υποστήριζε ότι αυτές οι κατηγορίες δίνονταν στο μυαλό μια για πάντα απριόρι, πέρα από κάθε εμπειρία. Έβλεπε τις κατηγορίες της σκέψης σαν σταθερές. Αλλά, παρόλα αυτά, με το να τονίσει το ρόλο που έπαιζαν οι κατηγορίες της σκέψης, ο Καντ έκανε μια σημαντική συνεισφορά στην ανάπτυξη της φιλοσοφίας.
Φυσικά, δεν είναι δυνατόν να ασχοληθούμε με την ανάπτυξη της γερμανικής φιλοσοφίας, από τον Καντ και μετά, με κάθε λεπτομέρεια.
Ο Φίχτε υποστήριξε ότι το «πρόβλημα» του Χιουμ: δηλαδή της αδυναμίας της γνώσης του κόσμου πέρα από την άμεση, ατομική εμπειρία, είταν ένα ψεύτικο δίλημμα. Για τον Φίχτε ο κόσμος είναι το μυαλό: ο κόσμος είναι το «Εγώ», το άτομο, και κάθετι πέρα από το άτομο είναι ανύπαρκτο. Εδώ υπήρχε μια ακραία μορφή υποκειμενικού ιδεαλισμού.
Φυσικά, από την άποψη του διαλεχτικού υλισμού, τη φιλοσοφία του Μαρξισμού, αυτή είναι μια αντιδραστική θέση (βλέπε τα σχόλια του Λένιν στον Υλισμό και Εμπειριοκριτικισμό για τον Μαχισμό που αποτελεί μια επιστροφή στις θέσεις του Φίχτε). Όμως, αν συλλάβουμε το ζήτημα ιστορικά –και αυτός είναι ο μοναδικά σωστός τρόπος με τον οποίο μπορεί να συλληφθεί– τότε η φιλοσοφία του Φίχτε είταν επίσης ένα βήμα μπροστά. Γιατί τόνιζε τον ρόλο του υποκειμενικού παράγοντα στο προτσές της γνώσης, έστω και με μια ακραία μορφή ακόμα και από την άποψη του ιδεαλισμού.
Ο Φίχτε, όπως ο Καντ με το δικό του τρόπο, τόνιζε την πλευρά του προτσές της γνώσης, που είχε παραμεληθεί από τον μηχανιστικό υλισμό της Αγγλίας και της Γαλλίας: τον ρόλο του υποκείμενου.
Ο Σέλιγκ στη βάση μιας κριτικής στον Φίχτε, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο σκοπός της σκέψης είταν να συμφιλιώσει το μυαλό με τον αντικειμενικό κόσμο, να τα φέρει σε αρμονία, πιστεύοντας ότι αυτή η συμφιλίωση είχε επιτευχθεί στην σφαίρα της τέχνης.
Αφέθηκε στον Χέγκελ να προωθήσει όλες αυτές τις εξελίξεις. Γι’ αυτόν ο κόσμος είταν το ξεδίπλωμα της Απόλυτης Ιδέας (θεός). Το ανθρώπινο μυαλό, συλλαμβάνοντας το ξεδίπλωμα της Απόλυτης Ιδέας μπορούσε να συμφιλιωθεί με τον κόσμο.
Αυτή η τάση της αυτο-ανάπτυξης, η κίνηση όλων των φαινομένων μέσα από εσωτερικές αντιφάσεις, έμφυτες σ’ όλα τα πράγματα, αποτελούσε τον «λογικό πυρήνα» της σκέψης του Χέγκελ που είταν παγιδευμένος σ’ ένα μυστικιστικό, θρησκευτικό κέλυφος. Αυτός ο λογικός πυρήνας είταν που αφαιρέθηκε από τον Μαρξ και τον Έγκελς, διατηρήθηκε και ξαναδουλεύτηκε, από την άποψη του υλισμού.
Ο Έγκελς μίλησε για την «μεγάλη ιστορική» σημασία της σκέψης του Χέγκελ: είταν μια σκέψη βασισμένη πάνω σε μια εγκυκλοπαιδική γνώση που τοποθετούσε τον Χέγκελ σε πολύ υψηλό θεωρητικό επίπεδο σε σύγκριση με εκείνους τους φιλοσόφους που περιορίζονταν σ’ ένα στενό εμπειρισμό που τους έλειπε ακριβώς αυτό το ιστορικό νόημα.
Στα Χειρόγραφα του 1844, ο Μαρξ λέει: Η μεγάλη διορατικότητα του Χέγκελ είταν ότι αντιλαμβανόταν τη σκέψη σαν προϊόν της πνευματικής εργασίας. Φυσικά, ο Μαρξ κριτίκαρε τον Χέγκελ γιατί έβλεπε αυτή την εργασία στενά και αποκλειστικά σαν πνευματική εργασία (εδώ βρισκόταν το αδύνατο σημείο του ιδεαλιστή). Όμως, παρόλη αυτή την κριτική, στο βαθμό που ο Χέγκελ τόνιζε την ιστορική φύση της σκέψης, και απόδειχνε το γεγονός ότι εδώ εμπεριέχεται ένα προτσές και όχι μια σειρά σταθερών οντοτήτων, αυτός έκανε ένα αποφασιστικό βήμα μπροστά, που χωρίς αυτό δεν θα είταν δυνατό να υπάρξει ο διαλεκτικός υλισμός.
Ο Χέγκελ επίσης αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσαν να αγνοηθούν οι προηγούμενες καταχτήσεις της ανθρώπινης σκέψης, απορρίπτοντάς τες, όπως είταν η τάση ανάμεσα στους άγγλους εμπειριστές. Ο Χέγκελ κατανόησε ότι η σκέψη του είταν το κορύφωμα (λαθεμένα πίστευε ότι είταν το τελικό κορύφωμα) της προηγούμενης σκέψης.
Το λάθος του είταν ότι υποστήριζε μια πολύ στενή άποψη για την εργασία, πιστεύοντας ότι η ουσία της εργασίας βρισκόταν στην εργασία του πνεύματος. Αλλά έβλεπε ότι οι μορφές της ανθρώπινης σκέψης είταν αντικειμενικές μορφές σκέψης, διαποτισμένες από το περιεχόμενο της δραστηριότητας της ίδιας της σκέψης. Ο Μαρξ το αποδέχτηκε πλήρως αυτό αλλά αναγνώρισε ότι η ανάπτυξη της σκέψης είταν ένα προϊόν όχι της ίδιας της σκέψης αλλά καθορισμένων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, που με τη σειρά τους αντανακλούσαν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.
Η δύναμη του Μαρξισμού βρίσκεται στο γεγονός ότι συλλαμβάνει την ιστορική του καταγωγή και ανάπτυξη. Δίχως τις καθορισμένες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, η εμφάνιση του διαλεχτικού υλισμού θα είταν αδύνατη. Και εξίσου, δίχως τις κατακτήσεις της ανθρώπινης σκέψης πριν από τον Μαρξ, η επανάσταση που πραγματοποίησε ο Μαρξ στην ανθρώπινη σκέψη θα είταν επίσης αδύνατη.
Ο Χέγκελ στην σφαίρα της φιλοσοφίας, έφτασε την αστική σκέψη στο σημείο πέρα από το οποίο δεν μπορούσε να προχωρήσει. Η διαλεκτική του Χέγκελ, η ιδέα ότι το κάθετι δεν υπάρχει, παρά στην κατάσταση του γίγνεσθαι, και έτσι, πεθαίνει, έγινε πηγή βαθιάς αμηχανίας για την μπουρζουαζία γιατί απόδειχνε τον περιορισμό, την προσωρινή φύση της ίδιας της καπιταλιστικής τάξης.
Όταν ξαναδουλεύτηκε από την άποψη του υλισμού, η διαλεκτική αποτέλεσε ένα «σκάνδαλο και μια απέχθεια» για την άρχουσα τάξη, όπως αναφέρει ο Μαρξ στον Πρόλογο του Κεφαλαίου. Είταν γι’ αυτόν τον λόγο που η ανθρώπινη σκέψη, μετά τον Χέγκελ, μπορούσε να πάει μπροστά, να προοδεύσει μόνο από ένα δρόμο –το δρόμο του υλισμού, το δρόμο του Μαρξ.
Η αστική σκέψη μετά τον Χέγκελ έπρεπε να εκφυλιστεί. Κι αυτό είναι αλήθεια σ’ όλες τις σφαίρες της, και η πολιτική οικονομία παρέχει ένα κτυπητό παράδειγμα.
Μετά τον Χέγκελ, η φιλοσοφική σκέψη ξαναγύρισε στη μια ή στην άλλη από τις προγενέστερες, αλλά τώρα εντελώς ξεπερασμένες, θέσεις: σ’ εκείνες του Καντ, του Μπέρκλεϊ ή του Χιουμ, κλπ. Τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας αποκηρύχτηκαν με μίσος και ιδιαίτερα το ορθολογικό στοιχείο που περιείχε αυτή η σχολή.
Ο Μαρξισμός με κανέναν τρόπο δεν απορρίπτει τις καταχτήσεις της προηγούμενης σκέψης: η φιλοσοφία του, ο διαλεκτικός υλισμός, είναι μια συνειδητή, συγκεκριμένη άρνηση όλων εκείνων (των στοιχείων) που είταν τα καλύτερα και προοδευτικότερα στη σκέψη του παρελθόντος.
Είναι η αστική ιδεολογία και όχι ο Μαρξισμός που αναγκαστικά υποχρεώνεται να γυρίσει την πλάτη της σ’ αυτό το παρελθόν. Και αιχμή αυτής της δραστηριότητας αποτελεί ο ρεβιζιονισμός σ’ όλες του τις μορφές και εκδηλώσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου