Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Η Ουτοπία και η Εξέγερση



Η Ουτοπία και η Εξέγερση

Από την ουτοπία στην εξέγερση, δηλαδή στην συλλογική (και συνήθως βίαιη) απόπειρα πραγμάτωσης των όσων επαγγέλλεται η ουτοπία, μεσολαβούν μεγάλα χρονικά διαστήματα σιωπηλής, υπόγειας προετοιμασίας συνδυαζόμενα, τις περισσότερες φορές, με την συστηματική επανεπεξεργασία του ουτοπικού προγράμματος, με μια μεθοδική αναπροσαρμογή του στο σύμπαν της πραγματικότητας. Η εξέγερση χαρακτηρίστηκε έφοδος στον ουρανό, αλλά εάν καλοεξετάσουμε τα εκάστοτε συνθήματα και τις εκάστοτε βλέψεις της διαπιστώνουμε ότι είναι η εκρηκτική εισβολή της Πράξης στο Όνειρο και αντιστρόφως , με άλλα λόγια: έφοδος στη γη


Μέλημα της ουτοπίας οφείλει να είναι η προπαγάνδιση νέων επιθυμιών. Ξέρουμε πια ότι ήταν λάθος των παλαιών ουτοπιστών συγγραφέων να επιχειρούν να ανακαλύψουν και να αποδείξουν τους νόμους της κοινωνίας πάνω στο μοντέλο της αστρονομίας, ένα λάθος που είχε ήδη επισημάνει ο Ζορζ Σορέλ. Η προπαγάνδιση νέων επιθυμιών, συνοδευόμενη από την θεμελιώδη αρχή των επαναστάσεων, σύμφωνα με την οποία «η συνείδηση έρχεται πάντα πολύ νωρίς, και θα πρέπει να διδάσκεται», μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει σε αποτελέσματα πολύ περισσότερο ευπρόσδεκτα από ό,τι ο σχεδιασμός, έως την παραμικρή λεπτομέρεια, μιας ιδεώδους πολιτείας. Όταν μία τάξη πραγμάτων παύει να γοητεύει τους ανθρώπους που την απαρτίζουν, τότε είτε καταρρέει είτε αναγκάζεται να καταφύγει στην απροκάλυπτη βία, στην καταστολή που προαναγγέλλει το τέλος της. Με αυτή την έννοια, οι συγγραφείς των ουτοπιών νοσταλγώντας ένα μέλλον οργανωμένο εντελώς διαφορετικά από ό,τι το παρόν στο οποίο ζούσαν, πρόσφεραν κίνητρα εξέγερσης στους αναγνώστες τους. Η φαντασία εμπλούτιζε τις προσδοκίες και, με την ίδια κίνηση, όξυνε την κριτική του παρόντος, την έκανε πιο αιχμηρή, πιο πρακτική. Η Επιθυμία αντάλλασε έτσι θερμές χειραψίες με την Αναγκαιότητα και ακριβώς τη δύναμη των επιθυμιών έχει ανέκαθεν ανάγκη εκείνη η στρατια που κάθε φορά προβάλλει τολμηρές αντιρρήσεις απέναντι στην εξουσία. Ο Πωλ Νουζέ, εξάλλου, σε μια περιλάλητη διάλεξή του στο Σαρλερουά, έμελλε να πει: «Είναι καιρός να καταλάβουμε ότι είμαστε επίσης ικανοί να επινοήσουμε συναισθήματα, και ίσως θεμελιώδη συναισθήματα που να μπορούν να συγκριθούν σε δύναμη με την αγάπη ή το μίσος». Τέτοια καινοφανή συναισθήματα είναι δυνατόν, μετά την κατάλληλη διάδοσή τους, να αποτελέσουν σπινθήρες άρνησης του υπάρχοντος, σπινθήρες εξέγερσης.
Εκείνη η εξέγερση που συκοφαντήθηκε περισσότερο από κάθε άλλη στον αιώνα που αφήσαμε πίσω μας, που διαστρεβλώθηκε βάναυσα, που έγινε θέαμα και υπέστη μία σχεδόν πλήρη αντιστροφή του περιεχομένου της από τα ΜΜΕ αλλά και από την πλειονότητα των συγγραφέων που την σχολίασαν, ήταν ακριβώς η εξέγερση που βασίστηκε στην πλησμονή νέων επιθυμιών που απαιτούσαν την πραγμάτωσή τους, ήταν η εξέγερση που έγινε γνωστή ως «Μάης του 68», ήταν εκείνη η μεγαλειώδης κινητοποίηση σχεδόν όλου του γαλλικού πληθυσμού που έδινε νόημα στον όρο «εξέγερση».
Η εξέγερση αυτή είναι άμεσα συνδεδεμένη με το πλήθος των ουτοπικών προγραμμάτων που θέλησε να προπαγανδίσει, εμμένοντας συστηματικά και μεθοδικά, στη φόρτιση των επιθυμιών και στο αίτημα της άμεσης πραγμάτωσής του στην σφαίρα της καθημερινής ζωής, μια ομάδα επαναστατών που ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 βάλθηκε να πειραματιστεί με νέους τρόπους συμπεριφοράς, με νέους τρόπους αντιμετώπισης της καλλιτεχνικής δραστηριότητας, με νέους τρόπους αντίληψης του τι είναι και τι θα μπορούσε να είναι η καθημερινή ζωή. Στο έντυπο Potlatch, διαβάζουμε: «Ξέρουμε πως μια ανώτερη τάξη επιθυμιών, από την στιγμή που εμφανίζεται, υποβαθμίζει την αξία των υποδεέστερων πραγματοποιήσεων και οδηγεί αναγκαστικά στη δική της πραγματοποίηση» («Ο Μεγάλος Ύπνος και οι Πελάτες του», Potlatch, 16ο τεύχος, 26 Ιανουαρίου 1955). Μία διαυγέστατη απόφανση, η οποία αντλεί την έμπνευσή της από τον Hegel, και συνδυάζει τις ουτοπικές βλέψεις με την ροπή προς την πρακτική τους υλοποίηση.
Ο Hegel έγραφε, σε μιαν επιστολή του, το 1808: «Η θεωρητική εργασία, κι έχω πεισθεί γι αυτό, έχει μεγαλύτερη επίδραση πάνω στον κόσμο από την πρακτική~ αφού πρώτα επαναστατικοποιηθεί το βασίλειο των ιδεών, η πραγματικότητα δεν αντέχει πια». Το ίδιο ακριβώς ισχύει αν αντικαταστήσουμε το «βασίλειο των ιδεών» με την «επικράτεια των επιθυμιών» και αν στη θέση της θεωρητικής εργασίας μιλήσουμε για «επινόηση και προπαγάνδιση νέων επιθυμιών».
Το πόσο διαυγές ήταν αυτό το πρόγραμμα συμφιλίωσης του Ονείρου με την Πράξη, αυτή η μεθοδική προσπάθεια σύγκλισης της ουτοπίας με την καθημερινή ζωή φαίνεται από τα επικίνδυνα επακόλουθα που είχε ύστερα από μιάμιση δεκαετία. Το πρόγραμμα αυτό, όπως είναι σήμερα ευρέως γνωστό, εκπονήθηκε από τους καταστασιακούς, προπαγανδίστηκε με εύστοχο τρόπο επί σχεδόν μία δεκαετία, και οδηγήθηκε σε μιαν έκβαση που συγκλόνισε, έστω για λίγο τον κόσμο προκαλώντας μάλιστα αλυσιδωτές αντιδράσεις που τάραξαν ακόμη και την Ελλάδα της χούντας.
Το κίνημα που προκλήθηκε ήταν «η επανανακάλυψη της ιστορίας», διαβάζουμε στο κείμενο Η Αρχή μιας Εποχής (Internationale Situationniste, τεύχος 12). «Ήταν προφανώς η άρνηση της αλλοτριωμένης εγασίας και επομένως η γιορτή, το παιχνίδι, η πραγματική παρουσία των ανθρώπων και του χρόνου. Ήταν επίσης η άρνηση κάθε εξουσίας, κάθε ειδίκευσης, κάθε ιεραρχικής αποστέρησης~ η άρνηση του κράτους και συνεπώς των κομμάτων και των συνδικάτων, καθώς και των κοινωνιολόγων, των καθηγητών, της καταπιεστικής ηθικής και της ιατρικής. Όλα εκείνα που το κίνημα επανέφερε μέσα σ έναν κατακεραυνωτικό συνειρμό Γρήγορα! έλεγε απλά ένα από τα συνθήματα στους τοίχους, που ήταν ίσως το πιο ωραίο περιφρονούσαν ολοκληρωτικά τις παλιές συνθήκες ύπαρξης και άρα αυτούς που είχαν δουλέψει για να τις διατηρήσουν~ απ τις βεντέτες της τηλεόρασης έως τους πολεοδόμους».
Το ότι οι καταστασιακοί (ως συνέχεια των λετριστών) πέτυχαν όσα πέτυχαν, δηλαδή κατάφεραν να γίνουν οι πυροκροτητές μιας εξέγερσης, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην κριτική επεξεργασία των ουτοπικών ρευμάτων που εμφανίστηκαν δυναμικά και συνδέθηκαν με το επαναστατικό κίνημα του 19ου αιώνα. Η ουτοπία μπορεί κάλλιστα να είναι μία από τις πηγές έμπνευσης της εξέγερσης, ένα από τα κίνητρά της, αφού προηγηθεί ωστόσο η κριτική της, η προσαρμογή της στα κελεύσματα μιας εποχής. Η Μαρία-Λουίζα Μπερνέρι έχει δείξει πολύ καλά τις παγίδες που κρύβουν οι λεγόμενες εξουσιαστικές ουτοπίες. Και ο Γκυ Ντεμπόρ μπόρεσε να υπαινιχθεί με διαύγεια ότι η πλέον αποτελεσματική χρήση των ουτοπιών έγκειται στην απεμπλοκή τους από τις καθαρές αφηρημένες εικόνες και από τον άκαμπτο ορθολογισμό, προκειμένου να ενταχθούν στο πραγματικό κίνημα που τείνει στην υπέρβαση των υπαρχουσών συνθηκών. Έτσι, οι ουτοπίες δρουν στο πλευρό της εξέγερσης, όπως φάνηκε και από εκείνα τα Προλεγόμενα Σε Κάθε Μελλοντική Άρση Της Μεταφυσικής, ήτοι στο κίνημα των καταλήψεων του Μάη.
10/04/2003

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου