Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Βίκτορ Αλεξέγιεβιτς Βαζιούλιν: Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΩΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΜΕΝΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΟΛΟΤΗΤΑΣ


Βίκτορ Αλεξέγιεβιτς Βαζιούλιν: Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΩΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΜΕΝΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΟΛΟΤΗΤΑΣ

Του Βίκτορ Αλεξέγιεβιτς Βαζιούλιν

* Πρόκειται για απόσπασμα από το τέλος του δεύτερου μέρους (Η δομή της κοινωνίας) του έργου του Β.Α.Βαζιούλιν «Η Λογική της Ιστορίας. Ζητήματα θεωρίας και μεθοδολογίας» [Μόσχα 1988]. Η παρουσίαση του στο ελληνικό κοινό, παρά τους κινδύνους που εγκυμονεί η αποσπασματική παράθεσή του, πιστεύουμε ότι θα συμβάλει στην εν λόγω προβλη­ματική αλλά και θα κλονίσει παγιωμένες αντιλήψεις για το χαρακτήρα ορισμένων τάσεων των κοινωνικών και φιλοσοφικών επιστημών της τέως ΕΣΣΔ . Το άρθρο αυτό έχει δημοσιευθεί στην εφημερίδα ΝΕΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ (Φύλλο 13) και το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ θεωρεί ότι αποτελεί συμβολή στη Μαρξιστική Φιλοσοφία.

... Η κοινωνική συνείδηση και οι μορφές της υφίσταται μόνο ως το συγκροτημένο οργανικό όλο ( ensemble ) των συνειδήσεων των ζωντανών ατόμων και πραγματώνε­ται στη δραστηριότητα τους.

Η κοινωνική συνείδηση, αν έχει πλέον ανακύψει —και ακριβώς κατ' αυτόν τον τρόπο πρέπει να λαμβά­νεται κατά τη λογική θεώρηση — προβάλλει ενώπιον της κάθε νέας γενεάς ατόμων ως κάτι το δεδομέ­νο, το αντικειμενικά υπάρχον. Το κάθε άτομο εντάσσεται κατά την ατομική του ανάπτυξη στη ζωή της κοινωνίας, αφομοιώνει τις μεν ή τις δε πλευρές της ζωής της κοινωνίας, τις «διαπερνά» μέσω της ατομικότητάς του, τις καθιστά δικές του, και κατ’ αυτό τον τρόπο μετατρέπεται από απλό άτομο σε προσωπικότητα.

Εξετάζοντας την υλική σχέση προς τη φύση και τις υλικές σχέσεις των ατόμων στη διαδικασία μετα­σχηματισμού της φύσης είδαμε ότι εδώ ακριβώς και σ' αυτό το θεμέλιο αναφύονται οι άνθρωποι ως προσω­πικότητες. Ωστόσο, μπορούμε να μιλάμε περί καθ' όλα ανεπτυγμένης, περί ώριμης προσωπικότητας, μόνο στην περίπτωση που το άτομο αφο-μειώνει συνειδητά το κοινωνικό, καθιστά συνειδητά το κοινωνικό δικό του, εσωτερικά προσιδίαζαν σε αυτό, στην περίπτωση που η δραστηριότητα του διαυγάζεται από τη μεν είτε τη δε συνειδητοποίηση της κοινωνίας ως όλου.

Προσωπικότητα είναι ο άνθρωπος ως εσωτερική ενότητα κοινωνικού και ατομικού, είναι η «διάθλαση» του κοινωνικού μέσω των ζωντανών ατόμων. Το μέρος εκείνο του κοινω­νικού το οποίο παραμένει εξωτερι­κό για το άτομο, μη αφομοιωμένο από αυτό, δεν συνιστά κτήμα του ως προσωπικότητας, δεν είναι προ­σωπικό του. Η νομοτελειακή ανά­πτυξη του ανθρώπου ως προσωπι­κότητας, συνεπώς, εξαρτάται: 1) από το κοινωνικό περιεχόμενο που αφομοιώνει το άτομο και 2) από τις φυσικές ροπές του ατόμου. Προσω­πικότητα δε είναι η εσωτερική ενό­τητα, η οργανική συνένωση του μεν και των δε.

Ας σταθούμε στην πρώτη πλευρά αυτής της ενότητας.

Το κοινωνικό πρόγραμμα ανά­πτυξης της προσωπικότητας καθο­ρίζεται από την διάρθρωση της κοι­νωνίας και από την ανάπτυξη της διάρθρωσης της κοινωνίας. Στην πληρέστερη μορφή της η γενική διάρθρωση μόνο της κοινωνικής πλευράς της προσωπικότητας είναι μια αναπαραγωγή του γενικού «κορμού» της διάρθρωσης της κοι­νωνίας. Φυσικά, το άτομο μπορεί κατά τη διάρθρωση του εαυτού του ως προσωπικότητας να μη αναπα­ράγει ολόκληρο τον γενικό «κορ­μό» διάρθρωσης της κοινωνίας αλλά τις μεν ή τις δε ξεχωριστές πλευρές του. Όμως στην πλήρη ανάπτυξη της η διάρθρωση της προ­σωπικότητας, θεωρημένη μόνο από την κοινωνική σκοπιά, συνιστά αντανάκλαση της γενικής διάρθρω­σης της κοινωνίας.

Η προσωπικότητα αποκτά την μέγιστη ανάπτυξη της όταν η ανθρώπινη κοινωνία ωριμάζει και όταν «αποτυπώνεται» στη διάρθρω­ση της προσωπικότητας η γενική διάρθρωση αυτής της κοινωνίας. Ολόπλευρα ανεπτυγμένη προσωπι­κότητα είναι ο άνθρωπος του οποί­ου η διάρθρωση της προσωπικότη­τας επαναλαμβάνει τα βασικά γνω­ρίσματα της ώριμης ανθρώπινης κοινωνίας.

Ας εξετάσουμε λεπτομερέστερα τη διάρθρωση της κοινωνίας ως κοι­νωνικό πρόγραμμα ανάπτυξης της προσωπικότητας.

Ο άνθρωπος δεν είναι προσωπι­κότητα εάν δεν διαθέτει κοινωνική συνείδηση. Ο άνθρωπος ως προσω­πικότητα είναι ένα κοινωνικά συνει­δητό ον, ένα ον που διαθέτει κοινω­νική συνείδηση. Η δομή της προσω­πικότητας είναι η δομή του ανθρώ­που ως όντος το οποίο διαθέτει κοι­νωνική συνείδηση. Ο άνθρωπος ζει ως προσωπικότητα υπό την ιδιότητα του κοινωνικά συνειδητού όντος, ενός όντος που διαθέτει κοινωνική συνείδηση, οι ζωτικές εκφάνσεις του οποίου κατευθύνονται από την κοινωνική του συνείδηση.

Κοινωνική τυπολογία της διάρθρωσης των προσωπικοτήτων

Τύπος Ι: Προσωπικότητα προϋποθετικού τύπου.

Πρόκειται για μια τρόπον τινά προ-προσωπικότητα, για μια προ­σωπικότητα «εμβρυακής» μορφής. Στο κέντρο του βιοτικού προγράμ­ματος μιας τέτοιου τύπου προσωπι­κότητας [βρίσκεται] η κατανάλωση υλικών αγαθών, η ικανοποίηση των αναγκών της διατήρησης της δικής της φυσικής ύπαρξης. Μια πιο ανε­πτυγμένη παραλλαγή προσωπικό­τητας αυτού του τύπου είναι η προ­σωπικότητα, το βιοτικό πρόγραμμα της οποίας δεν επικεντρώνεται μόνο στη διατήρηση της δικής της φυσικής ύπαρξης μέσω της κατανά­λωσης υλικών αγαθών, αλλά και στη διασφάλιση του ίδιου [πράγμα­τος] για τα άτομα με τα οποία το δεδομένο άτομο συνδέεται με σχέ­σεις συνέχισης του γένους.

Για τις προσωπικότητες αυτού του τύπου, η παραγωγή, η εργασία, είναι μόνο το μέσο διατήρησης της φυσικής ύπαρξης (της δικής της είτε εκείνων με τους οποίους την συνδέουν σχέσεις συνέχισης του γένους). Γι' αυτό ένα τέτοιου είδους βιοτικό πρόγραμμα ρέπει αυθόρμη­τα προς την μετεξέλιξη του —υπό ευνοϊκές συνθήκες— σε παρασιτικό βιοτικό πρόγραμμα και η προσωπι­κότητα [αυτού του τύπου] σε παρα­σιτική προσωπικότητα.

Εφ' όσον το βιοτικό πρόγραμμα ενός ανθρώπου επικενρώνεται μόνο στην κατανάλωση έτοιμου [αγαθού], πρόκειται για ένα παρασι­τικό πρόγραμμα. Μια τέτοια παρασι­τική προσωπικότητα συνιστά καταστροφή της προσωπικότητας.

Και οι δυο αυτές ακρότητες ανα­κύπτουν στη βάση μιας τέτοιας ανά­πτυξης της υλικής ζωής της κοινω­νίας η οποία οροθετεί μια σχέση προς την εργασία, προς την παρα­γωγή [στα πλαίσια της οποίας οι τελευταίες προβάλλουν]μόνο ως μέσο για την υποστήριξη της φυσι­κής ύπαρξης, ως κατάρα1. Σ' αυτές τις συνθήκες εργάζεται εκείνος που δεν μπορεί να αποφύγει την εργα­σία. Τότε προβάλλει ως ελκυστική και ιδεώδης κατάσταση η δυνατότη­τα της κατανάλωσης χωρίς δαπάνη εργασίας. Γι' αυτό υπάρχει η τάση εμφάνισης και ύπαρξης παρασιτι­κών προσωπικοτήτων.

Τύπος II: Προσωπικότητα ουσιώ­δους τύπου πρώτου γένους.

Το βιοτικό πρόγραμμα προσωπι­κοτήτων αυτού του τύπου επικε­ντρώνεται στην εργασία όχι ως μέσο για την υποστήριξη της φυσι­κής ύπαρξης, αλλά χάριν της ικανο­ποίησης της ανάγκης για εργασία. Η διατήρηση της φυσικής ύπαρξης —του ίδιου είτε επίσης των ανθρώ­πων με τους οποίους συνδέουν το άτομο αυτό σχέσεις συνέχισης του γένους— παραμένει αναγκαία στιγμή στο βιοτικό πρόγραμμα, μόνο που της επιφυλάσσεται υποδεέστε­ρος ρόλος. Μπορούν να διακριθούν δύο κύριες παραλλαγές προσωπικο­τήτων αυτού του τύπου:

1) οι προσωπικότητες για τις οποίες είναι χαρακτηριστική η εργα­σία χάριν της επιτυχίας στην εργα­σία, χάριν της απολαβής του αποτε­λέσματος της εργασίας. Ουσιαστι­κά η ανάγκη για εργασία χάριν της εργασίας είναι ακόμα ασταθής σε αυτές τις προσωπικότητες.

2) Οι προσωπικότητες για τις οποίες είναι χαρακτηριστική η εργα­σία χάριν της απόλαυσης από την διαδικασία της εργασίας· το αποτέ­λεσμα εξακολουθεί εδώ να είναι αναγκαίο, υποβιβάζεται όμως στο ρόλο της υποταγμένης στιγμής της εργασίας. Η ανάγκη για εργασία χάριν της εργασίας γίνεται σ' αυτές τις προσωπικότητες εσωτερική, σταθερή.

Τύπος III: Προσωπικότητα ουσιώ­δους τύπου δεύτερου γένους.

Το κύριο στο βιοτικό πρόγραμμα αυτής της προσωπικότητας είναι η υπαγωγή στους κοινωνικούς όρους, οι οποίοι όμως εκλαμβάνονται μόνον ως αναγκαίοι. Πρόκειται εδώ για μια κομφορμιστική προσωπικό­τητα2, η οποία υποτάσσεται συνει­δητά στους υφιστάμενους κοινωνι­κούς όρους ως μόνο αναγκαία (και συνεπώς, αιώνια) υπάρχοντες.

Τύπος IV: Προσωπικότητα ουσιώδους τύπου τρίτου γένους.

Το βιοτικό πρόγραμμα των προσωπικοτήτων αυτού του τύπου καθορίζεται κυρίως από τη συνειδη­τοποίηση της θέσης τους στην κοι­νωνία, από τη συνειδητοποίηση των κοινωνικών δεσμών, των σχέσεων και της ενότητας τους με την κοινω­νία. Ένας τέτοιος τύπος προσωπικό­τητας είναι εφικτός μόνο στο βαθμό και εφ' όσον υπάρχει ενότητα υλι­κών συμφερόντων μεταξύ ατόμου και κοινωνίας και μπορεί να δεσπό­ζει μόνο στην περίπτωση που δεσπόζει στην κοινωνία η ενότητα ατομικών και κοινωνικών υλικών συμφερόντων. Το κύριο στις προσω­πικότητες αυτού του τύπου γίνεται η ζωτική δραστηριότητα χάριν των κοινωνικών συμφερόντων, χάριν της ανθρωπότητας, δηλαδή η ζωτική δραστηριότητα υπό την ιδιότητα του συνειδητά κοινωνικού όντος.

Η διαφορά αυτών των προσωπικο­τήτων από τις προσωπικότητες του τύπου III έγκειται στην ελευθερία επιλογής των κοινωνικών στόχων. (Ελευθερία είναι η γνώση της ανα­γκαιότητας και ο μετασχηματισμός από τους ανθρώπους ως κοινωνικά όντα της πραγματικότητας στη βάση της εγνωσμένης αναγκαιότητας.)

Σε κοινωνίες στις οποίες η ανά­πτυξη πραγματοποιείται μέσω της αντίθεσης, μέσω της αντίφασης των υλικών συμφερόντων, τα υλικά συμφέροντα του μεν είτε του δε μέρους της κοινωνίας μπορούν κατ' εξοχήν να συμπίπτουν με την ανά­πτυξη της ανθρωπότητας στο σύνο­λο της ενώ τα συμφέροντα ενός άλλου (είτε άλλων) μέρους της κοι­νωνίας μπορούν κατ" εξοχήν να μην συμπίπτουν με την ανάπτυξη της κοινωνίας στο σύνολο της. Τότε ακριβώς στις θέσεις του μέρους εκείνου (είτε των μερών) της κοινω­νίας, τα υλικά συμφέροντα του οποί­ου συμπίπτουν βασικά με την ανά­πτυξη της ανθρωπότητας στο σύνο­λο της, γίνεται εφικτή η εμφάνιση προσωπικοτήτων αυτού του τύπου.

Εφ' όσον όμως οι προσωπικότη­τες αυτές διαμορφώνονται στη βάση του αγώνα διαφόρων μερών της κοινωνίας μεταξύ τους λόγω των αντιθέτων, των αντιφατικών υλικών συμφερόντων τους, και συνεπώς στη βάση ενός αγώνα ο οποίος φτάνει μέχρι την λήψη των μεν είτε των δε μέτρων φυσικής επίδρασης, επίδρασης στις συνθή­κες φυσικής ύπαρξης, επόμενο είναι ο αγώνας για την ανάπτυξη της ανθρωπότητας, για τους κοινω­νικούς στόχους ως κύριους στό­χους της προσωπικής ζωής, να απαιτεί αυταπάρνηση που σε ακραί­ες περιπτώσεις φτάνει στην θυσία της ίδιας της φυσικής ύπαρξης [της προσωπικότητας] για τους κοινωνι­κούς στόχους.

Ο Ν.Γκ.Τσερνισέφσκι έκφρασε στη μορφή του Ραχμέτωφ3 τον ιδεώδη τύπο επαναστάτη, η αναγκαιότητα προσέγγισης του οποίου`γίνεται επι­τακτικότερη στο βαθμό που οξύνεται η ταξική πάλη, όσο πιο ανάγλυφη και έντονη γίνεται η αντίθεση των υλι­κών συμφερόντων. Και εφ' όσον υπάρχουν στην κοινωνία ουσιώδεις διακρίσεις, αντίθεση, αντίφαση υλι­κών συμφερόντων, είναι ανέφικτες οι προσωπικότητες του εν λόγω τύπου χωρίς τον μεν είτε τον δε βαθ­μό αυταπάρνησης και αυτοθυσίας (και συνεπώς, ασκητισμού).

Η αυταπάρνηση και η αυτοθυσία (άρα και ο ασκητισμός) είναι χαρα­κτηριστικές ιδιότητες της προσωπι­κότητας αυτού του τύπου σε συνθή­κες κατά τις οποίες υπερτερούν στην κοινωνία τα αντίθετα και αντι­φατικά υλικά συμφέροντα. Όμως η ανάγκη για την ύπαρξη τέτοιου είδους προσωπικοτήτων αποβαίνει ουσιώδης και εν όσω υπάρχουν ουσιώδεις διακρίσεις υλικών συμφερόντων στην κοινωνία. Η πραγμάτωση της αυταπάρνησης και της αυτοθυσίας σημαίνει υπονό­μευση της ύπαρξης των μεν είτε των δε εκφάνσεων της προσωπικό­τητας, μέχρι και την φυσική αυτοκα­ταστροφή της.

Αν η πραγμάτωση της αυταπάρ­νησης και της αυτοθυσίας σε προ­σωπικότητες αυτού του τύπου απο­βαίνει σταθερή τάση, αυτή οδηγεί σε παραμόρφωση της προσωπικό­τητας, που φτάνει μέχρι και την πλήρη καταστροφή της.

Πρέπει όμως να τονίσουμε απο­φασιστικότατα ότι οι προσωπικότη­τες αυτού του τύπου σε συνθήκες ουσιώδους διάκρισης, αντίθεσης και αντίφασης υλικών συμφερόντων, πρέπει αναγκαία να έχουν την ικα­νότητα της αυταπάρνησης και της αυτοθυσίας. Επιπλέον η προσωπι­κότητα επιτυγχάνει την ύψιστη ανά­πτυξη της όταν «υπόθεση της ζωής» της, κύριος σκοπός της ζωής, δεσπόζουσα εσωτερική ανάγκη της είναι η δραστηριότητα χάριν της κοινωνίας. Στην περίπτωση αυτή, αν αυτή η εσωτερική ανάγκη χρειάζε­ται για την πραγματοποίηση της τη ζωή του ατόμου, αυτό την δίνει, την «θυσιάζει».

Ακόμα και σε συνθήκες κατά τις οποίες βασικά υπάρχει ενότητα υλι­κών συμφερόντων, η αυθεντική και όχι η ψευδεπίγραφη προσωπικότη­τα τέτοιου είδους διατηρεί την ετοι­μότητα της για την εκδήλωση αυτα­πάρνησης και αυτοθυσίας...

­Ι) Η εργασία μόνο είτε κατ' εξοχήν ως μέσο για φυσική ύπαρξη υπάρχει όταν είναι κατ' ανάγκην κατάρα. Βλ. σχετικά το τρίτο μέρος της μονογρα­φίας [Η διαδικασία της ιστορικής ανά­πτυξης της κοινωνίας].

2) Ο τύπος Ι και η πρώτη παραλλα­γή του τύπου II προσωπικοτήτων είναι ουσιαστικά κομφορμιστικοί.

3) Κεντρικός ήρωας του μυθιστορή­ματος «Τι να κάνουμε» του μεγάλου Ρώσου επαναστάτη-δημοκράτη στο­χαστή Ν.Γκ.Τσερνισέφσκι -Σ.τ.Μ.

(Μέρος Δεύτερο)

Στην περίπτωση που η προσωπι­κότητα του τύπου IV υπάρχει αρ­μονικά, η ζωτική δραστηριότητα της για τα κοινά συμφέροντα δεν έρχεται σε αντίφαση ούτε με την ικανοποίηση των υλικών αναγκών για την διατήρηση της βιολογικής ύπαρξης της και της βιολογικής ύ­παρξης των προσώπων με τα ο­ποία ο άνθρωπος αυτός συνδέεται στα πλαίσια σχέσεων συνέχισης του γένους, ούτε και με την εργασία χάριν της ικανοποίησης της α­νάγκης για εργασία. Εν τούτοις, η προσωπικότητα αυτή αναγκαία διατηρεί — έστω και δυνητικά — την «ετοιμότητα για αυτοθυσία».

Ολόπλευρη ανάπτυξη της προ­σωπικότητας σημαίνει ανάπτυξη της προσωπικότητας σ' όλες τις βασικές, τις κύριες σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Όπως έπεται α­πό όλη την προηγούμενη διαπραγ­μάτευση, στις σφαίρες αυτές συμπεριλαμβάνονται: η ικανοποί­ηση των αναγκών για διατήρηση της βιολογικής ύπαρξης, ολό­πλευρη φυσική ανάπτυξη, εργασία που πραγματοποιείται χάριν της ι­κανοποίησης της ανάγκης για ερ­γασία (εδώ εντάσσονται και η ερ­γασία για την παραγωγή υλικών α­γαθών, και η εργασία για την πα­ραγωγή γνώσεων), η δραστηριό­τητα για την τελειοποίηση των υλι­κών παραγωγικών σχέσεων, οι εκφάνσεις της ζωτικής δραστηριότητας της προσωπικότητας (ως συνειδητού κοινωνικού όντος), η τελειοποίηση σε όλες τις διατη­ρούμενες στην καθ' όλα ώριμη κοι­νωνία μορφές κοινωνικής συνεί­δησης. [Στην καθ' όλα ανεπτυγμέ­νη, ώριμη κοινωνία, διατηρούνται οι βασικές μορφές της ώριμης κοινωνικής συνείδησης ενώ εξαλείφο­νται κάποιες εκφάνσεις τους. Στις πρώτες περιλαμβάνονται η ηθική συνείδηση, η αισθητική συνείδηση και η φιλοσοφία, ενώ στις δεύτε­ρες οι ιστορικά περιορισμένες εκ­φάνσεις, παραπροϊόντα των πρώ­των: η πολιτική, το δίκαιο και η θρησκεία. -Σ.τ.Μ] Η ανάπτυξη της προσωπικότητας είναι ως προς την ουσία της αφομοίωση από τον άνθρωπο του κοινωνικού, δηλαδή όχι μόνο μόρφωση, εκπαίδευση, αλλά και οπωσδήποτε διαπαιδα­γώγηση και αυτοδιαπαδαγώγηση του ανθρώπου ως συνειδητού κοι­νωνικού όντος.

Όμως προσωπικότητα είναι η ε­νότητα κοινωνικού και βιολογικού στο άτομο, είναι η διάθλαση του κοινωνικού μέσω της βιολογικής φύσης του ατόμου. Γι' αυτό ο χα­ρακτηρισμός των προσωπικοτή­των απαιτεί τον βιολογικό χαρα­κτηρισμό των ατόμων, εφ' όσον η αφομοίωση και η μεταβολή του κοινωνικού από το άτομο εξαρτά­ται από την βιολογική φύση του α­τόμου, μεταμορφώνεται από την τελευταία.

Κατ' αυτό τον τρόπο, η διάκριση της βιολογίας του άνδρα και της γυναίκας επιδρά σε ορισμένες δια­φορές στον τρόπο με τον οποίο α­φομοιώνουν το κοινωνικό περι­βάλλον, στη θέση τους στην κοι­νωνία, στον κοινωνικό τους ρόλο. Για τη συνέχιση, λόγου χάριν, του ανθρώπινου γένους, δεν είναι σκόπιμο να συνδέονται οι ασχο­λίες της γυναίκας με κίνδυνο για τη ζωή. Όλες οι τέτοιου είδους [ρι­ψοκίνδυνες] ασχολίες πρέπει να βαρύνουν κατ' εξοχήν τους άν­δρες. Η χειραφέτηση των γυναι­κών, που αποτελεί σήμερα επιτα­γή της εποχής μας, δεν πρέπει να έχει τίποτε το κοινό με την λησμόνηση του γεγονότος ότι η βιολογι­κή διαφορά μεταξύ άνδρα και γυναίκας, πάντοτε, σ' όλες τις κοι­νωνίες, όσο εξακολουθεί να υπάρ­χει το ανθρώπινο γένος, επιδρά σε ορισμένες διακρίσεις του κοινωνι­κού ρόλου τους, της κοινωνικής συμπεριφοράς τους, της θέσης τους στην κοινωνία.

Είναι άκρως ανεπαρκές το εύ­ρος και το επίπεδο της συστηματι­κής μελέτης της αναγκαίας επί­δρασης των βιολογικών διακρίσε­ων μεταξύ ανδρών και γυναικών στην «αφομοίωση» από αυτούς του κοινωνικού περιβάλλοντος και της μελέτης του κοινωνικού περι­βάλλοντος από την σκοπιά του κα­τά πόσο η επίδραση του είναι ευμενής ή δυσμενής για την εκδή­λωση των βιολογικών διαφορών μεταξύ άνδρα και γυναίκας. Η δια­δικασία χειραφέτησης των γυναι­κών δεν πρέπει να εξετάζεται ως καθαρά κοινωνική διαδικασία, χω­ρίς να υπολογίζεται η επίδραση που ασκούν σε αυτήν οι βιολογι­κές διακρίσεις μεταξύ άνδρα και γυναίκας. Είναι επίσης απαραίτη­τη η συστηματική διερεύνηση της εξάρτησης της «αφομοίωσης» του κοινωνικού περιβάλλοντος από τα ηλικιακά στάδια της ύπαρξης του ατόμου. Στην κάθε ηλικιακή περίο­δο της ύπαρξης του ατόμου προ­σιδιάζουν ορισμένα νομοτελειακά γνωρίσματα της σχέσης [του ατό­μου] προς την κοινωνική πραγμα­τικότητα, της συνάφειας του με την κοινωνική πραγματικότητα που οροθετείται από τις ιδιαιτερό­τητες του εκάστοτε ηλικιακού σταδίου. Λόγου χάρη, ο κόσμος δεν προβάλλει εντελώς πανομοι­ότυπα στα μάτια ενός εφήβου και ενός γέροντα, και η διαφορά αυτή εξαρτάται μεταξύ άλλων και από τη βιολογική τους ηλικία. Η προ­σωπικότητα του ανθρώπου δεν ε­ξαρτάται μόνο από το κοινωνικό περιβάλλον, από τους κοινωνι­κούς όρους, αλλά εν μέρει και από τις ιδιαιτερότητες επίσης του στα­δίου της ατομικής βιολογικής του ανάπτυξης. Προς το παρόν, οι έ­ρευνες που αφορούν αυτή την προβληματική βρίσκονται σε πάρα πολύ χαμηλό επίπεδο.

Διάφοροι άνθρωποι, ακόμα κι αν βρίσκονται στην ίδια βιολογική η­λικία και ανήκουν στο ίδιο φύλο, έ­χουν διαφορετικά ψυχοφυσιολογικά χαρακτηριστικά. Οι ψυχοφυσιολογικές ιδιαιτερότητες των ανθρώπων επιδρούν επίσης στις «αφομοιώσεις» της κοινωνικής πραγματικότητας από αυτούς, στην μεταβολή αυτής της πραγμα­τικότητας.

Κατ' αυτό τον τρόπο, από τη σκοπιά της φυσιολογίας, η πλέον γενική και διαδεδομένη είναι η δι­αίρεση των ανθρώπων ως προς τον τύπο του νευρικού τους συστήματος σε συνάρτηση με την δύναμη είτε την αδυναμία, με την κινητικότητα είτε την αδράνεια, με την εξισορρόπηση ή μη των νευρι­κών διαδικασιών [διέγερσης και α­ναστολής κυρίως - Σ.τ.Μ.], καθώς επίσης και η διαίρεση των ανθρώ­πων σε καλλιτεχνικούς και νοητι­κούς τύπους. Οι διαφορές αυτές ε­πιδρούν αδιαμφισβήτητα στην κοι­νωνική ζωτική δραστηριότητα. Εί­ναι π.χ. μάλλον ελάχιστα κατάλ­ληλοι είτε ακατάλληλοι οι άνθρω­ποι με ασθενές νευρικό σύστημα για εργασίες σε ακραίες συνθήκες. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί το γεγονός ότι, οι άνθρωποι με ασθε­νές νευρικό σύστημα, είναι κατάλ­ληλοι και προτιμότεροι για μερικές άλλες ασχολίες, και συγκεκριμέ­να για ασχολίες στις οποίες χρειά­ζεται υψηλότερη ευαισθησία.

Φυσικά, το περιεχόμενο της προσωπικότητας είναι κοινωνικό περιεχόμενο. Όμως το κοινωνικό περιεχόμενο δεν υφίσταται ως ξε­χωριστή προσωπικότητα. Η προ­σωπικότητα συνιστά την «διάθλα­ση» του κοινωνικού περιεχόμενου μέσω της βιολογικής και ψυχο-φυσιολογικής φύσης του ατόμου. Και αυτή η τελευταία, δεν παραμέ­νει εντελώς αδιάφορος φορέας κοινωνικού περιεχομένου. Το κοι­νωνικό περιεχόμενο, σε ορισμένο βαθμό και σε ορισμένες σχέσεις, δεν μπορεί να μη μεταμορφώνεται από την βιολογική και ψυχοφυσιο-λογική φύση του ατόμου. Και η βιολογική και ψυχοφυσιολογική φύση διαφέρει από άτομο σε άτο­μο. Σε αυτές τις διαφορές συγκα­ταλέγονται μεταξύ άλλων και οι τύποι του νευρικού συστήματος. Η κληρονομική ασθενικότητα π.χ. ή η προδιάθεση για νοσήματα διαφό­ρων οργάνων (καρδιάς, πνευμόνων, οργάνων της όρασης κ.λ.π.) αργά ή γρήγορα αναγκάζουν τον άνθρωπο αν λαμβάνει υπ' όψιν του αυτούς τους παράγοντες στην κοι­νωνική του δραστηριότητα, μπο­ρούν να επιδράσουν, και μάλιστα ουσιαστικά, στην κοινωνική δρα­στηριότητα του.

Η πραγματικότητα [(Γερμ.: Wirklichkeit) , ως ενότητα της ουσίας και της ύπαρξης, ή του εσωτερικού και του εξωτερικού, που έγινε άμεση (βλ. Χέγκελ: Εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών επιστημών, Επιστήμη της Λογικής, §142) - Σ.τ.Μ.]των σχέσεων των ανθρώπων στην κοινωνία είναι η σχέση τους υπό την ιδιότητα των προσωπικοτήτων, αυτών των «ορ­γανικών ενοτήτων» του κοινωνι­κού με την βιολογική, με την ψυχοφυσιολογική φύση του ατό­μου. Οι συνάφειες των ανθρώπων ως ολόπλευρων και αρμονικών προσωπικοτήτων, και οι μορφές αυτών των συναφειών, έχουν διε­ρευνηθεί σήμερα σε εντελώς ανε­παρκή βαθμό. Από μια γενική άπο­ψη μπορούν να χαρακτηρισθούν ως εξής.

Πρόκειται για δεσμούς κατ' εξο­χήν μη επιβεβλημένους αλλά εκ πεποιθήσεως, για δεσμούς βάσει συμφερόντων/ενδιαφερόντων, τα οποία όμως [συμφέροντα] συνί­στανται κατά κύριο λόγο στην πραγμάτωση του κοινωνικού συμφέροντος, οπότε η προσωπι­κότητα πραγματώνοντας τα συμφέροντα των άλλων ανθρώ­πων επιτυγχάνει ταυτόχρονα την πραγμάτωση του δικού της συμφέροντος. Πρόκειται για δε­σμούς ολόπλευρων και αρμονικών προσωπικοτήτων και, συνεπώς, η κάθε προσωπικότητα εντάσσεται σε ολόπλευρες (σε όλες τις βασι­κές σφαίρες της κοινωνίας) σχέ­σεις με άλλες προσωπικότητες και, επομένως, πρόκειται για κινη­τικούς μη παγιούμενους κοινωνι­κά και ειδικά δεσμούς οι οποίοι ε­ξαρτώνται από την ελεύθερη επι­λογή των ανθρώπων που εντάσ­σονται στις σχέσεις. Πρόκειται για δεσμούς οι οποίοι οικοδομούνται λαμβάνοντας υπ' όψιν την συμβατότητα ως προς το φύλο, την ηλι­κία, την ψυχολογία κ.λ.π.

Φυσικά, τέτοιες σχέσεις δεν μπορούν να υπερτερούν όσο το μεγαλύτερο μέρος του μόχθου των ανθρώπων στην κοινωνία ανα­λώνεται στην παραγωγή των απα­ραίτητων για την διατήρηση της φυσικής ύπαρξης των ανθρώπων υλικών αγαθών.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, από την α­φετηρία μας εξετάζαμε τον άν­θρωπο ως ον βιοκοινωνικό. Και μά­λιστα η βιολογική φύση του αν­θρώπου (στην άμεση ενότητα της με το κοινωνικό) προβάλλει προ­παντός ως απαραίτητη προϋπόθε­ση της ανθρώπινης ουσίας. Εφ' ό­σον η βιολογική φύση του ανθρώ­που λαμβάνεται ως αναγκαία προ­ϋπόθεση της ουσίας του ανθρώ­που, στις απαρχές [της θεώρησης μας], αν και άρρητα, προϋποτίθε­ται η συνάφεια της προϋπόθεσης με την ουσία, προϋπόθεση της ο­ποίας συνιστά, δηλαδή η συνάφεια του βιολογικού με το κοινωνικό. Από την αρχή, η βιολογική φύση του ανθρώπου δεν εξετάζεται α­ποκομμένη από το κοινωνικό, χω­ρίς ωστόσο να εντοπίζονται εδώ ειδικά ούτε το κοινωνικό, ούτε και η συνάφεια του με την βιολογική φύση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος προβάλλει κυρίως ως άτομο. Στη συνέχεια πραγματοποιείται η με­τάβαση στην εξέταση της ουσίας του ανθρώπου, στην εξέταση του κοινωνικού. Ωστόσο, αν σε πρώτο πλάνο προβάλλει η έκθεση του κοινωνικού, της ουσίας του αν­θρώπου σε καθαρή μορφή, αν ανα­λύεται ειδικά ακριβώς η ουσία του ανθρώπου, το κοινωνικό, ταυτό­χρονα: 1) προϋποτίθεται η συνά­φεια του κοινωνικού με τη βιολο­γική φύση των ανθρώπων (η ουσία του ανθρώπου νομοτελειακά ανα­κύπτει μετά την εξέταση της βιο­λογικής φύσης του ανθρώπου και όχι πριν από αυτήν)· 2) η προϋπό­θεση δεν εντοπίζεται απλώς πριν από την ουσία σε ανηρμένη μορ­φή διατηρείται στο εσωτερικό της ουσίας ως η επουσιώδης, πλην ό­μως αναγκαία πλευρά της, ως μια από τις δύο αντίθετες πλευρές της ουσίας (η ουσία του ανθρώπου, το κοινωνικό, εμπεριέχει στο εσωτε­ρικό του, σε ανηρμένη μορφή και υπό την ιδιότητα της επουσιώδους πλευράς της ουσίας, την βιολογική φύση των ανθρώπων).

Μετά την εξέταση του κοινωνι­κού, της ουσίας του ανθρώπου αυτής καθ' εαυτής, περάσαμε στον χαρακτηρισμό ειδικά της ενότη­τας του κοινωνικού με την βιολογική φύση του ανθρώπου, δηλαδή στον χαρακτηρισμό του ανθρώπου ως προσωπικότητας. Η πραγματι­κότητα της ανθρώπινης κοινωνίας είναι οι σχέσεις των ανθρώπων ως προσωπικοτήτων και οι μορφές αυτών των σχέσεων.

Η βασική είτε μια από τις βασι­κές ανεπάρκειες συχνά εξαιρετι­κού ενδιαφέροντος εργασιών, που αφορούν την ουσία του ανθρώπου είτε θίγουν αυτό το πρόβλημα, έ­γκειται στο γεγονός ότι η ουσία του ανθρώπου δεν εξετάζεται ως διαδικασία, η θεώρηση της δεν ε­ντάσσεται στην εικόνα της θεω­ρούμενης ως ολότητας κοινωνίας.

Από τα παραπάνω μπορεί να συναχθεί η ιεράρχηση των σκοπών της κοινωνίας καθ' εαυτής από τον κατώτερο στόχο (διατήρηση μόνο της φυσικής ύπαρξης του ανθρώ­πινου γένους) μέχρι τον ανώτερο σκοπό (την ύπαρξη, αναπαραγωγή και ανάπτυξη των ανθρώπων ως προσωπικοτήτων3). Και μάλιστα η πραγματοποίηση του ανώτερου στόχου προϋποθέτει κατ' ανάγκη την πραγματοποίηση των κατώτε­ρων στόχων σε ανηρμένη μορφή ως μετασχηματισμένων και υπο­ταγμένων στιγμών.

Ο υψηλός σκοπός της κοινωνίας ως τέτοιας είναι [όπως αποδεικνύε­ται] ο σκοπός της κομμουνιστικής κοινωνίας. Αυτό δεν είναι τυχαίο, διότι η κομμουνιστική κοινωνία εί­ναι η αυθεντική ιστορία της ανθρω­πότητας, σε αντιδιαστολή με την προϊστορία της ανθρωπότητας εί­ναι η ώριμη ανθρώπινη κοινωνία. Γι' αυτό η μελέτη με λογικό τρόπο [προσέγγιση] της ανθρώπινης κοι­νωνίας ως τέτοιας, με τρόπο κατά τον οποίο όλες οι πλευρές του ερευνόμενου αντικειμένου λαμβά­νονται στην πλέον ανεπτυγμένη, στην ώριμη μορφή τους, συνιστά μια μελέτη της κομμουνιστικής κοι­νωνίας. Και η οπτική γωνία της διε­ρεύνησης της κοινωνίας κατ' αυτό τον τρόπο, είναι η τοποθέτηση των ανθρώπων για τους οποίους το κύ­ριο ζητούμενο δεν είναι η άρνηση των προκομμουνιστικών κοινωνι­κών καθεστώτων, αλλά η θετική ε­γκαθίδρυση του κομμουνιστικού κοινωνικού καθεστώτος.

3) Η ύπαρξη και αναπαραγωγή καθ' όλα ανεπτυγμένων προσωπι­κοτήτων, όπως μπορούμε να πα­ρατηρήσουμε από τα προαναφερ­θέντα, σημαίνει μια ένωση «όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθ' ε­νός είναι η προϋπόθεση για την ε­λεύθερη ανάπτυξη όλων» (Κ.Μαρξ-Φ.Ένγκελς: Μανιφέστο το Κομμουνιστικού Κόμματος, εκδ,Σ.Ε., σελ.48).

23/09/2002

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου